Η κυβέρνηση επένδυσε ιδιαίτερα στην νέα νομοθεσία για τη χορήγηση καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας. Επίσπευσε την εισαγωγή της στη Βουλή και θεώρησε ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να δείξει ότι υπήρχε και άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Θεώρησε, δηλαδή, ότι μπορούσε με αυτό το νομοσχέδιο να δείξει ότι θα σταματούσαν οι εικόνες ντροπής στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Λέσβο και τα άλλα νησιά.

Μόνο που την ίδια στιγμή, φάνηκε ότι οι άνθρωποι και οι οργανώσεις που ασχολούνται με το ζήτημα του προσφυγικού στο ίδιο το πεδίο, είχαν άλλη γνώμη. Αλλά και η πραγματικότητα όπως αυτή εμφανίζεται στη Μόρια με τους 15.000 ανθρώπους να στοιβάζονται εκεί.

Το σύνολο των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό στάθηκαν ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι όχι μόνο σε επιμέρους διατάξεις του νομοσχεδίου αλλά και στον πυρήνα της λογικής τους.

Να το πούμε απλά: για τις οργανώσεις που ασχολούνται με τους πρόσφυγες και τα προβλήματά τους διαφωνούν με τα μέτρα που η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα επιταχύνουν τις διαδικασίες ασύλου. Υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι με τα μέτρα αυτά περιορίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα στο άσυλο.

Ειδικότερα επιμένουν ότι το νομοσχέδιο περιορίζει το δικαίωμα αίτησης ασύλου, περιορίζει τη δυνατότητα να διεκδικηθεί το άσυλο σε δεύτερο βαθμό, αφαιρεί σύνδρομα όπως το μετατραυματικό στρες από τα κριτήρια ευαλωτότητας, βάζει στις επιτροπές που εξετάζουν το αίτημα ασύλου εκπροσώπους των σωμάτων ασφαλείας που δεν μπορούν να επιτελέσουν τέτοιο ρόλο, στηρίζεται στη λογική των επιστροφών ακόμη και σε χώρες που θα εκθέσουν τους αιτούντες άσυλο σε σοβαρό κίνδυνο, επεκτείνει και παρατείνει το καθεστώς κράτησης και περιορίζει τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο στην εκπαίδευση, στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στην απασχόληση.

 

Η κυβέρνηση υιοθετεί τη ρητορική του «ως εδώ»

Η παρουσία του πρωθυπουργού στη Βουλή και η τοποθέτησή του, σηματοδότησε τη ρητή επιλογή της Νέας Δημοκρατίας να υιοθετήσει μια πιο σκληρή γραμμή στο θέμα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού.

Παρότι ο πρωθυπουργός προσπάθησε να επαναλάβει πολλές φορές την προσήλωσή του στα ζητήματα δικαιωμάτων, ήταν εμφανές ότι συμπορεύεται ακόμη περισσότερο με την τάση που κυριαρχεί σήμερα στην Ευρώπη που είναι η ακόμη μεγαλύτερη αυστηροποίηση του καθεστώτος για τη μετανάστευση και την παροχή ασύλου.

 

 

Και εδώ πρέπει να πούμε το εξής. Η συζήτηση αυτή είναι πανευρωπαϊκή. Σε όλες τις χώρες όχι μόνο η ακροδεξιά, αλλά και τα κεντροδεξιά κόμματα και αρκετά κεντροαριστερά, έχουν υιοθετήσει μια ρητορική αλλά και κυβερνητική πρακτική που στηρίζεται στην αντίληψη ότι «η Ευρώπη δεν χωράει άλλους μετανάστες».

Έχουν κάνει πολύ πιο δύσκολη την άφιξη μεταναστών – από πολλές περιοχές του κόσμου είναι πάρα πολύ δύσκολη η απόκτηση βίζας – χορηγούν δυσκολότερα άδειες παραμονής και χορηγούν πολύ δυσκολότερα άσυλο. Ειδικά για το θέμα του ασύλου, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες επαφίενται στον εγκλωβισμό των αιτούντων άσυλο στις χώρες πρώτης εισόδου όπως η Ελλάδα.

Ακόμη και η επιμονή στην διάκριση προσφύγων και μεταναστών, απότοκη αυτής της τάσης είναι. Επειδή δεν μπορεί να υπάρξει τυπική κατάργηση του καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας, αυτό που κάνουν όλες οι χώρες είναι να απορρίπτουν τις αιτήσεις ασύλου, να μεταπίπτουν  οι αιτούντες στην κατηγορία των παρανόμων μεταναστών και ει δυνατόν να επιστρέφουν στις χώρες προέλευσης ή στις «ασφαλείς τρίτες χώρες».

Μικρή σημασία έχει ότι ο πραγματικός όγκος των μεταναστών ή των προσφύγων που φτάνουν στα σύνορα της Ευρώπης καμιά σχέση δεν έχει με τις τερατολογίες περί εισβολής, ή ότι στην πραγματικότητα η Ευρώπη χρειάζεται την πληθυσμιακή τόνωση που μπορεί να φέρει η μετανάστευση.

Η πραγματική ηγεμονία της ρητορικής της ακροδεξιάς, που βρίσκεται σε ανοδική εκλογική τάση, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις εκλογές στη Θουριγγία και την Ούμπρια, δεν επιτρέπει στις περισσότερες χώρες μια ουσιαστικά συζήτηση πάνω στο ζήτημα.

Και προφανές σε αυτό το τοπίο παραμένει πολύ δύσκολο να υπάρξει πραγματικά μια συζήτηση που να παραπέμπει σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

 

Τα όρια της αποτροπής και των επιστροφών

Η κυβέρνηση επενδύει πολύ σε δύο παραμέτρους. Στην καλύτερη φύλαξη των συνόρων και στις ταχύτερες και περισσότερες επιστροφές.

Ως προς τη φύλαξη και επιτήρηση των συνόρων, η πραγματικότητα είναι ότι αυτή στην πράξη κυρίως αυτό σημαίνει καλύτερες διασώσεις και ασφαλέστερες αφίξεις στην Ελλάδα. Στις συγκεκριμένες συνθήκες για τις οποίες μιλάμε, δηλαδή τη χρήση σε μεγάλο βαθμό της θαλάσσια οδού από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, οποιαδήποτε λογική «αποτροπής» της άφιξης θα οδηγούσε σε αύξηση του κινδύνου για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Ως προς τις ταχύτερες επιστροφές, ακόμη και με την καταφυγή στην έννοια των «ασφαλών τρίτων χωρών», που περιλαμβάνουν και την Τουρκία, στο πλαίσιο και της κοινής δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, δύσκολα θα μπορέσουν να γίνουν επιστροφές στην κλίμακα που θα ήθελε η κυβέρνηση. Άλλωστε, είναι γνωστά τα προβλήματα που υπάρχουν με τις επιστροφές σε χώρες προέλευσης. Η εμπειρία έχει δείξει ότι κυρίως έχουμε εθελοντικές επιστροφές, στις οποίες άλλωστε επικουρούν και διεθνείς οργανισμοί, όπως για παράδειγμα μέσω των προγραμμάτων εθελοντικής επιστροφής και επανένταξης του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης.

 

 Τα προβλήματα από την καλλιέργεια αντιπροσφυγικών αντανακλαστικών

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση στην πράξη καταφεύγει στη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο στην ενδοχώρα, παρότι υποτίθεται ότι κομβική της θέση είναι η διαδικασία ασύλου να ολοκληρώνεται στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Προφανώς και αυτό γίνεται γιατί διαφορετικά οι συνθήκες στα νησιά θα γίνονταν ακόμη χειρότερες. Ανάλογες κινήσεις είχε κάνει και η προηγούμενη κυβέρνηση. Άλλωστε, εάν οι συνθήκες εγκατάστασης είναι αξιοπρεπείς είναι προφανές ότι αυτό μπορεί να είναι ένα βήμα προς την καλύτερη ενσωμάτωση.

Όμως, αυτό που είδαμε ήταν αντιδράσεις τοπικών παραγόντων, που συχνά συνδέονται και με το κυβερνών κόμμα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο καλλιεργήθηκε ένα ορισμένο αντιμεταναστευτικό κλίμα το προηγούμενο διάστημα κα το οποίο τώρα το βρίσκει μπροστά της η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να διαχειριστεί το πρόβλημα.

 

Η ανάγκη  να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

Μέχρι τώρα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εθελοτυφλούν απέναντι στο ζήτημα και το εξετάζουν με όρους της εσωτερικής πολιτικής συζήτησης και της προσπάθεια να ανακοπεί η εκλογική άνοδος της ακροδεξιάς. Όμως, αυτό σημαίνει τη διατήρηση της αδιέξοδης πολιτικής της «Ευρώπης Φρούριο», που απλώς διαμορφώνει τις συνθήκες που οδηγούν σε τραγωδίες, την ίδια ώρα που επιβάλλουν σε χώρες όπως η Ελλάδα το ρόλο του «φραγμού».

Εντός μιας τέτοιας συνθήκης η γενική επίκληση αυστηρότερων διαδικασιών και ταχύτερων επιστροφών, δεν δίνει λύση με προοπτική, την ώρα που απειλεί να φαλκιδέψει δικαιώματα. Η ανάγκη «αλλαγής παραδείγματος» στη συζήτηση για το μεταναστευτικό, με έμφαση στα δικαιώματα και την αλληλεγγύη, είναι μεγάλη.