Ο Νίκος Τσιφόρος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1907 και πέθανε 6 Αυγούστου του ’70. Έγραψε όσο λίγοι με το χιούμορ του και στα γράμματα και στον κινηματογράφο. Σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Άσκησε τη δικηγορία για μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα όμως στράφηκε στο χώρο των γραμμάτων. Πρωτοεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής με το θεατρικό έργο Η πινακοθήκη των ηλιθίων και ακολούθησαν πολλές θεατρικές επιτυχίες του, τις περισσότερες από τις οποίες έγραψε σε συνεργασία με τον Πωλ Βασιλειάδη. Ενδεικτικά αναφέρουμε τίτλους έργων του, όπως Η κυρία του κυρίου, Γάντι και σαρδέλα, Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος, Οι γαμπροί της Ευτυχίας, Το έξυπνο πουλί, Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός. Πολλά έργα του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο με εξίσου μεγάλη επιτυχία, ενώ ο ίδιος ο Τσιφόρος ασχολήθηκε με την κινηματογραφική σκηνοθεσία και το σενάριο. Παράλληλα έγραψε πολλά ευθυμογραφήματα καταδεικνύοντας τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας.

 

 

Μη χάσετε με ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο: Νίκος Τσιφόρος, «Κόσμος και Κοσμάκης»

Ακόμη, η μεγάλη επιτυχία με τα σχολικά βιβλία του 20ού αιώνα συνεχίζεται στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο.

Αυτή την εβδομάδα: Το βιβλίο Ιστορίας, που διδάχτηκαν τα ελληνόπουλα την περίοδο του Εμφυλίου.

Μαζί, η ομιλία του κορυφαίου Ελληνα συνταγματολόγου Αλέξανδρου Σβώλου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1929.

 

 

 

 

Μικρό δείγμα γραφής:

Ο Θεός έφτιαξε τα μικρόβια, τα χρέη, τους στενοκέφαλους δικαστικούς και τους συγγενείς, για να τιμωρήσει τον αχάριστον και τον άτιμον άνθρωπο. Τα πρώτα τα πολεμάς με ενέσεις, τα δεύτερα με άρνηση και σε πάνε μέσα, τα τρίτα με φυλάκιση. Τους συγγενείς δεν τους πολεμάς με τίποτα.

“ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

ια φορά στις εκβολές ενός ποταμού στη Δυτική Αφρική, κάποιος Εγγλέζος θέλησε να κάνει μπάνιο. Επειδή όμως εκείνο το μέρος είχε πολλούς κροκοδείλους, φώναξε ένα ιθαγενή και τον παρακάλεσε να του δείξει καμιά σίγουρη τοποθεσία που να μην έχει απ’ αυτά τα τρομερά ερπετά. Τούδειξε λοιπόν ο ιθαγενής ένα μέρος κοντά στη θάλασσα, έπεσε ο Εγγλέζος, έκανε το μπάνιο του, βγήκε και ρώτησε τον ιθαγενή: -Καλά, εδώ γιατί δεν έχει κροκοδείλους; -Αφέντη, απάντησε ο μαύρος, εδώ δεν έχει κροκοδείλους γιατί έχει πολλούς καρχαρίες. Κι οι κροκόδειλοι τους φοβούνται τους καρχαρίες.

“ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες. Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα. Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις. Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. Κάνεις το δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά, μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τούγινε τίποτα. Πούν’ η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πούναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου; Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι. Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε.

“ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 από την “Ελληνική Μυθολογία” του Νίκου Τσιφόρου:

Κάποιος είπε ότι σήμερα οι Έλληνες είναι ένας λαός μεταπρατών. Ίσως να τον ενόχλησε η ναυτιλία μας, δυσανάλογα μεγάλη για τη χώρα τούτη δω, τη μικρή και ασήμαντη. Ε, λοιπόν, πάντα ήτανε ένας λαός μεταπρατών οι Έλληνες. Η γη, σκουπιδαριό του Θεού που πέταξε όσα βράχια του περισσεύανε, άμα κι έφτιασε την Ευρώπη, φτωχιά, ντούρα και περήφανη, δεν έδινε απλόχερα τον καρπό της για να θρέψει τον κόσμο της. Η ελιά φύτρωνε πάνω στις απότομες πλαγιές για να καλύψει το έλλειμμα από τα αραιά κοπάδια με λίπος φυτικό. Ίσως νάτανε και το κλίμα που την ανάγκασε να φυτρώνει σε τούτες τις Μεσογειακές άκρες. Μπόλικο το σταφύλι, λιγοστό το σιτάρι. Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι “ελεύθεροι πολίτες” περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία. Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε “ο νους”, η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες. Αντίθετα με τη Ρώμη, την Ελλάδα δεν την έφαγε ο πλούτος. Την έφαγε το μυαλό της. Που δημιούργησε διαμάχες ανάμεσα στους Έλληνες και τους έβαλε να μαλώνουνε μεταξύ τους. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήτανε η αρχή του τέλους της. Οι τέσσερις σταθμοί της καταστροφής της: Πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης, πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου, Βυζαντινή παπαδοκρατία, Μικρασιατική καταστροφή. Ένα από τα τέσσερα ήτανε ικανό να την βουλιάξει. Ήρθανε και τα τέσσερα ακριβώς τη στιγμή που σηκώναμε κεφάλι. “Καλημέρα μεγάλοι και εντιμότατοι ημών σύμμαχοι και προστάτες”, αλλά φταίμε κι εμείς. Έχουμε, βλέπεις, πολύ ανεπτυγμένη την ανεξαρτησία, την πρωτοβουλία και το πνεύμα της αρχομανίας. Και δεν πρόκειται να διορθωθούμε ποτέ. Αυτό είναι το δράμα μας.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 από την “Ελληνική Μυθολογία” του Νίκου Τσιφόρου:

Ο Θεός έφτιαξε τα μικρόβια, τα χρέη, τους στενοκέφαλους δικαστικούς και τους συγγενείς, για να τιμωρήσει τον αχάριστον και τον άτιμον άνθρωπο. Τα πρώτα τα πολεμάς με ενέσεις, τα δεύτερα με άρνηση και σε πάνε μέσα, τα τρίτα με φυλάκιση. Τους συγγενείς δεν τους πολεμάς με τίποτα.

Το μυστικό με τους δυνατούς είναι να τους χαμογελάς και να τους λες ότι είναι σπουδαίοι. Έτσι και τους βγεις παραπάνω, όλη τη δύναμή τους θα την ξεσπάσουνε στην καμπούρα σου.
Οι άνθρωποι; Κοστούμια αλλάζουμε, λάμπες αλλάζουμε, ξυριστικές μηχανές αλλάζουμε… Μυαλά δεν αλλάζουμε.

Όσο πιο βλάκας και αφελής είσαι, τόσο ζυγώνεις την ευτυχία.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ