Παρότι τη ρουσφετολογία πολλοί αποκήρυξαν, ο πειρασμός των ρουσφετιών είναι αρκετά ισχυρός ακόμη και για μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί το «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς».

Αυτό μπορεί να εξηγήσει αυτά που γίνονται αυτή τη στιγμή στη Βουλή όπου ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά διανύει επισήμως την εβδομάδα «προεκλογικών τακτοποιήσεων». Δηλαδή την εβδομάδα που εν αναμονή της διάλυσης της Βουλής προσπαθεί να περάσει όσο το δυνατόν περισσότερες ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Ακόμη και η απόσυρση την ύστατη στιγμή των μετατάξεων από τον Νίκο Βούτση δεν μπορεί να διασώσει το… αριστερό κόμμα από τον χαρακτηρισμό της επιτομής του παλαιοκομματισμού.

Αυτό είναι άλλωστε το αποτέλεσμα του «διεσταλμένου» τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αντιλαμβάνεται το προνόμιο που διατηρεί η εκάστοτε κυβέρνηση να μπορεί να προχωρήσει σε διάλυση της Βουλής και σε πρόωρες εκλογές με δικιά της πρωτοβουλία. Το συγκεκριμένο πλαίσιο, που αποτελεί την εναλλακτική λύση στην παραίτηση (που οδηγεί σε εντολές, υπηρεσιακή κυβέρνηση και νέες εκλογές), μπορεί τυπικά να γίνεται «με την επίκληση σπουδαίου εθνικού λόγου», όμως είναι γνωστό αρκετές δεκαετίες τώρα ότι αποτελεί απλώς πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Άλλωστε, έχει και ένα χαρακτήρα αιφνιδιασμού.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, είχε μια πρωτοφανή μεθόδευση. Είχαμε μια κυβέρνηση που επί της ουσίας έχει υποβάλει παραίτηση από τις 26 Μαΐου όταν ο πρωθυπουργός αναγνώρισε δυσαρμονία ανάμεσα στο εκλογικό αποτέλεσμα και τον τρέχοντα κοινοβουλευτικό συσχετισμό. Ωστόσο, η κυβέρνηση επέλεξε αντί να παραιτηθεί απλώς να προαναγγείλει ότι θα προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές (προφανώς με την προσχηματική επίκληση «σπουδαίου εθνικού λόγου» που έκαναν και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις που βρέθηκαν σε αντίστοιχη περίπτωση).

Στη συνέχεια επέλεξε να μεταφέρει το χρόνο που θα προχωρούσε στην πρόωρη προκήρυξη εκλογών, κατά βάση για να έχει έναν επιπλέον χρόνο να ολοκληρώσει ένα μέρος νομοθετικού έργου με το οποίο θέλει να φτάσει στις κάλπες.

Προφανώς, δεν είναι η πρώτη κυβέρνηση που στο τέλος της θητείας σπεύδει να περάσει μέτρα με τα οποία εκτιμά ότι θα βελτιώσει την εκλογική της απήχηση. Το έχουμε δει να συμβαίνει και σε κυβερνήσεις που ολοκληρώνουν την πλήρη θητεία τους.

Η φράση «με ρύθμισε που πέρασε προεκλογικά…» συνοδεύει ουκ ολίγες πτυχές της νεότερης πολιτικής ιστορίας του τόπου, έστω και εάν η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως τέτοιες παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής δεν μπορούν να αλλάξουν τον πολιτικό και εκλογικό συσχετισμό.

Όμως, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ έχουμε μια συνθήκη όπου δεν τηρούνται ούτε καν τα προσχήματα. Μόνο έτσι μπορεί να παρουσιαστεί η επιλογή να προχωρήσει στον «τελευταίο γύρο» κοινοβουλευτικού έργου μια κυβέρνηση που τυπικά βέβαια έχει πλήρεις τις αρμοδιότητές της, όμως με όρους κοινοβουλευτικής τάξης και παράδοσης έχει ήδη παραιτηθεί, δηλαδή έχει ήδη απεμπολήσει τη δυνατότητα να μπορεί να παίρνει αποφάσεις.

 

Οι αλλαγές στην ηγεσία της δικαιοσύνης

Η πρώτη κίνηση που έκανε η κυβέρνηση Τσίπρα, έστω και εάν ουσιαστικά τελούσε υπό παραίτηση, ήταν να προχωρήσει στην επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου. Ανεξαρτήτως της ποιότητας των δικαστικών που επελέγησαν αλλά και της τυπικής δυνατότητας που είχε η κυβέρνηση να το κάνει, υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με αυτή τη μεθόδευση.

Αρνούμενη η κυβέρνηση να αφήσει την εκλογή να γίνει σε έναν πιο εύθετο χρόνο και σε κάθε περίπτωση όχι προεκλογικά, ουσιαστικά νομιμοποιούσε την κριτική που δεχόταν ότι το έκανε γιατί έχει σημασία, ως στοιχείο πολιτικού ελέγχου των θεσμών, μια κυβέρνηση να ελέγχει τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης.

Μόνο που αυτό δεν έχει ακριβώς σχέση με το «σεβασμό στους θεσμούς». Αντίθετα, επιτείνει και αναπαράγει τη διάχυτη αίσθηση ότι η δικαιοσύνη είναι πεδίο πολιτικών παρεμβάσεων και ότι η ανεξαρτησία της είναι μια φενάκη.

 

Τα νομοσχέδια της τελευταίας στιγμής

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που μπορεί κανείς να δει και τα νομοσχέδια που τώρα προκρίνει η κυβέρνηση, όπως και το γιατί τα προκρίνει τώρα.

Η υπόθεση με την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα είναι μια υπόθεση με αρκετό βάθος. Η εκ νέου επεξεργασία πήρε αρκετό καιρό. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έθεσε έγκαιρα τα σχετικά προσχέδια σε δημόσια διαβούλευση, παρά μόνο σχετικά πρόσφατα, ενώ η διαβούλευση ήταν ιδιαίτερα σύντομη, κάτι που σχολιάστηκε ιδιαίτερα αρνητικά. Αντίθετα, η κυβέρνηση επέλεξε να φέρει τον νέο ποινικό κώδικα, εν μέσω ουσιαστικά μιας ακήρυκτης προεκλογικής εκστρατείας και με διαδικασίες fast track.

Προφανώς, η κυβέρνηση θεώρησε ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να δώσει ένα θετικό τόνο και να ενισχύσει το δημοκρατικό και «δικαιωματικό» προφίλ της, εάν υπολογίσουμε ότι με την εξαίρεση επιμέρους προβληματικών αστοχιών, μερικές από τις οποίες διορθώθηκαν, όπως π.χ. η σημαντική αλλαγή που τελικά έγινε στον ορισμό του βιασμού, το σύνολο των αλλαγών του νέου Ποινικού Κώδικα είναι σε προοδευτική κατεύθυνση.

Μόνο που το τίμημα για την όλη μεθόδευση είναι ότι χάθηκε η ευκαιρία για μια κύρωση του νέου ποινικού κώδικα με όρους ευρύτερης συναίνεσης, κάτι που θα εξασφάλιζε και την πολύ καλύτερη εμπέδωσή του στην πράξη.

Ακόμη χειρότερα: ακριβώς λόγω της πόλωσης της προεκλογικής περιόδου είχαμε και το αντίθετο φαινόμενο, δηλαδή τη δέσμευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι εάν έρθει στην εξουσία θα ακυρώσει ορισμένες από αυτές από τις προοδευτικές αλλαγές.

 

Η ώρα της τροπολογίας για το αφορολόγητο

Η συζήτηση για το αφορολόγητο και την ανάγκη να αποφευχθεί η μείωσή του που είχε συμφωνηθεί και ψηφιστεί από την κυβέρνηση στο πλαίσιο των συμφωνιών με την Τρόικα για το μεταμνημονιακό πλαίσιο, έχει ξεκινήσει από καιρό.

Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση επέμεινε να μην την φέρει σε ψήφιση, παρότι ήταν σαφές ότι υπήρχε μια ευρύτερη συναίνεση, καθώς η Νέα Δημοκρατία είχε επίσης προτείνει να προχωρήσουν σε νομοθετική επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος, που επεφύλασσε σημαντική φορολογική επιβάρυνση ιδίως σε στρώματα μισθωτών.

Μάλιστα, η κυβέρνηση δεν το συμπεριέλαβε καν στο πακέτο των μέτρων που εξήγγειλε και θέσπισε προεκλογικά, εντάσσοντάς το στα μέτρα που θα εφάρμοζε και με τα οποία ασκούσε ουσιαστικά πίεση στους ψηφοφόρους να δώσουν «ψήφο εμπιστοσύνης» στις ευρωεκλογές.

Όμως, τώρα σπεύδει να το περάσει εντελώς προεκλογικά και μάλιστα με τέτοια μεθόδευση ώστε να μπορεί να «δείχνει με το δάκτυλο» την αντιπολίτευση ότι δεν το στήριξε, έστω και εάν η τελευταία στην πραγματικότητα απλώς δεν θέλησε να νομιμοποιήσει τους προεκλογικούς χειρισμούς.

 

Τα προεκλογικά βολέματα ημετέρων

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι που πρέπει να δούμε και το κύμα διορισμών της τελευταίας στιγμής, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που μπορεί να έχει η ίδια η Βουλή και οι επιμέρους οργανισμοί της να προχωρούν σε τέτοιες διαδικασίες διορισμού.

Προφανώς και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε για όλες σχεδόν τις προηγούμενες κυβερνήσεις και σε τελική ανάλυση εξηγεί και το συνολικό αριθμό υπαλλήλων της Βουλής που έχουμε.

Ουσιαστικά, τα κόμματα με αυτόν τρόπο βόλευαν κόσμο ή ακόμη και συντηρούσαν ένα μέρος του μηχανισμού τους.

Όμως, όπως και να το δει κανείς, η αίσθηση ότι αυτές οι κινήσεις δεν γίνονται σε έναν στοιχειωδώς έγκαιρο χρόνο, αλλά κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, επίσης αφήνουν την αίσθηση μιας κυβέρνησης που γοργά μαθαίνει τα «παλιά κόλπα» του κοινοβουλίου.

 

Από το «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα» στο «κάντο όπως και οι άλλοι»

Για χρόνια η αριστερά στο κοινοβούλιο κατήγγειλε τα νομοσχέδια-«σκούπα», τις δεκάδες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής, τις μεγάλες τομές «με τη διαδικασία του κατεπείγοντος», τα προεκλογικά νομοσχέδια και φυσικά τα «ρουσφέτια».

Δήλωνε δύναμη υπεράσπισης των θεσμών και της ουσιαστικής έννοιας της νομιμότητας και επέμενε στην ανάγκη να επιστρέψουμε σε μια κανονική και δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία. Αυτό εντασσόταν στη συνολικότερη θέση ότι απέναντι στις κάθε λογής «εκτροπές» είναι αναγκαία η προάσπιση της νομιμότητας.

Τώρα, ανακαλύπτει και αυτή τα «καλά της εξουσίας», δηλαδή τις αυθαιρεσίες και τους χειρισμούς που κάποτε κατήγγειλε εντός και εκτός βουλής. Και προχωρά στο να τις κάνει πράξη και μάλιστα με το… ζήλο του νεοφώτιστου.