Τα κράτη υπάρχουν ως πολιτικές οντότητες και υποκείμενα διεθνούς δικαίου, τα οποία τα υπερασπίζονται πάση δυνάμει οι λαοί και τα κοινωνικά σύνολα, που ως πολιτικά οργανωμένες κοινότητες υφίστανται στο διεθνές σύστημα. Οι κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενες ως πολιτικές οντότητες, αποτυπώνουσες ή ενσαρκώνουσες κρατικά δομημένες κοινότητες, πορεύονται στο διεθνοπολιτικό πεδίο, ούσες κατά ταύτα μονάδες εκπροσώπησης συμφερόντων και αντιλήψεων πολιτικής και πολιτισμού.

Η ελληνική παράδοση χαρακτηρίζεται, προσδιορίζεται ως ταυτότητα και ως ζώσα παρουσία από μια διαρκή, αέναη πορεία υπεράσπισης χώρου, πολιτισμού και πλαισίου ζωής. Απεναντίας, μια ρηχή και επιδερμική, ιδίως μάλιστα και αλλοιωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως απελθόντος χρόνου, αλλά και ως διαρκούς παρόντος, προδιαγράφει ένα κατά ταύτα άνυδρο, αλλά και επίπεδο ως αντίληψη μέλλον.

Η γνώση της ιστορίας ως διδαχή και ως βιωματική σχέση της καθημερινότητας υπογραμμίζει το γεγονός μιας υπαρξιακής αναγκαιότητας παρούσης, προπάντων δε ως επερχόμενης διαδρομής ενεστώτος μέλλοντος. Αυτό παραπέμπει στο δεδομένο, ως όρο εθνικής επιβίωσης, για μια διαρκή αντίληψη της ιστορίας ως κινητήριας δύναμης και εθνικής αναφοράς του παρόντος στις διαδικασίες εθνικής κινητοποίησης με στρατηγικό πρόσταγμα εθνικής ολοκλήρωσης χώρου και λαού. Αυτό οφείλει να τίθεται ως επιλογή ύψιστης προτεραιότητας που παραπέμπει σε μια άνευ εταίρου κατεπείγουσα απόφαση χάραξης εθνικής στρατηγικής.

Τούτο δε, πολλώ μάλλον επερχόμενο σε μια στιγμή προϊούσης πολιτικής παρακμής, που συνάδει προς την τρέχουσα πραγματικότητα του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Αντίστοιχης σπουδαιότητας πρόσταγμα πολιτικής κίνησης, που αναφέρεται σε βηματισμό εθνικού επιπέδου, παραπέμπει στην αναγκαιότητα εκπόνησης σχεδίου αντιμετώπισης του διαχρονικά ενεργού τουρκικού επεκτατισμού.

Η επιθετικότητα της Άγκυρας βρίσκει τις αφετηριακές της στιγμές, δηλαδή τις γεωστρατηγικές της ρίζες στην Κυπριακή υπόθεση, η οποία εξαιτίας ανύπαρκτου εθνικού σχεδιασμού και μη υφιστάμενης της αναγκαίας τόλμης και αποφασιστικότητας στους χειρισμούς των ηγεσιών Αθήνας και Λευκωσίας, ιδιαιτέρως μάλιστα στην κρίσιμη δεκαετία του 1960, η προβλεπόμενη ως εθνική αναγέννηση δια της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα μετεβλήθη σε εθνική τραγωδία με αποτέλεσμα την τουρκική εισβολή του 1974, γεγονός στιγματίζον την ελληνική ιστορία, που ταυτίζεται με αγώνες ελευθερίας, αντίστασης και άρνησης υποταγής σε ξένους δυνάστες.

Η σύγχρονη ανυδρία πολιτικού προσωπικού χαρακτηρίζεται από έλλειψη ικανότητας της υποχρέωσης της πολιτικής ηγεσίας να σκέφτεται και να σχεδιάζει το μέλλον, προβάλλοντας τα επόμενα βήματα της χώρας, όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας ή της διοίκησης, αλλά προπάντων στην διάσταση της παρουσίας της Ελλάδος ως ελληνισμού, κατά τρόπο δυναμικά ενεργό στον άναρχο κόσμο των κρατών που λειτουργούν στην παρουσία τους στην υφήλιο ως έθνη κράτη, δηλαδή ως ανταγωνιστικές εθνικές μονάδες.

Το ελληνικό στοίχημα

Το στοίχημα για την Ελλάδα σήμερα συνίσταται στην κατανόηση του γεγονότος του ανταγωνισμού των εθνικών κρατών στην Ευρώπη, η οποία δεν μπόρεσε να επιτύχει τους στόχους μιας εθνικής πολιτικής ολοκλήρωσης και λειτουργεί ως χώρος παρουσίας συνεργατικού και συγκρουσιακού ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών εθνών κρατών. Η αποτυχία της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης αποδίδεται ευλόγως στο ιστορικοπολιτικό γεγονός της αυτοφυούς άρνησης των κρατών εθνών, ιδιαιτέρως μάλιστα των ηγετικών δυνάμεων της Ευρώπης, Γερμανίας και Γαλλίας, να εκχωρήσουν τμήματα κυρίαρχης εξουσίας, που συντελούν στην παρουσία τους στον κόσμο, σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αρχή πολιτικής ολοκλήρωσης.

Στο ως άνω πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής αναζήτησης διεξόδων οφείλει κάνεις δεόντως να συνυπολογίσει και το γεγονός της ολοένα και αυξανόμενης παρουσίας ακροδεξιών αντιευρωπαϊκών ηγετικών παραγόντων που ηγούνται κρατών της Ευρώπης, πράγμα που διαδηλώνει την αλλαγή σκηνικού στην Γηραιά Ήπειρο, δεδομένης μάλιστα της ισχυρής εν προκειμένω δημοκρατικής νομιμοποίησης τους.

Αυτό σημαίνει πως δεν δικαιούμαστε να βιώνουμε την ψευδαίσθηση μιας πολιτικά ενωμένης Ευρώπης, η οποία ως μια ενιαία πολιτική οντότητα θα στήριζε πολιτικά τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα,  ταυτιζόμενη με τις ανησυχίες και τις στρατηγικές του ελληνισμού. Ένα τέτοιο ευτυχές σενάριο δεν υφίσταται ούτε καν ως μουσική του μέλλοντος.

Αυτό παραπέμπει στην αναγκαιότητα, αντιμετωπίζοντας ένα κατά τα ανωτέρω σενάριο Ευρώπης εθνών – κρατών, ενίσχυσης της εθνικής υπόστασης και ταυτότητας του ελληνισμού, γιατί σε αυτή την Ευρώπη αυτοί που θα επιβιώσουν θα είναι οι λαοί που πρόβλεψαν να οργανώσουν την κοινωνικοποίηση τους ως εθνικών ταυτοτήτων και ως πολιτισμικών οντοτήτων, που έχουν γνώση της ιστορίας, του πολιτισμού, της εθνικής παράστασης του παρόντος, έτσι ώστε να μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον της χώρας και του λαού.

 

Τα κράτη που δεν θα σχεδιάσουν την πορεία τους, κατά τρόπο αρχιτεκτονικά και στρατηγικά σοβαρό και δομικά οργανωμένο, θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα αν όχι επιβίωσης, τουλάχιστον σοβαρής και αντάξιας της ιστορίας τους παρουσίας στο κόσμο. Τούτο δε, αφού θα κινδυνεύσουν να μετατραπούν σε ουραγούς όλων εκείνων που θα πρωταγωνιστούν στο διεθνές γίγνεσθαι.

Επομένως η σημερινή ηγεσία της χώρας και το πολιτικό προσωπικό εν γένει, οφείλουν κατά τα ανωτέρω να υπερβούν τις κομματικές αγκυλώσεις μικροσυμφερόντων, να αρθούν υπεράνω των θεμιτών ιδεολογικών πολιτικών ανταγωνισμών και να προτάξουν το εθνικό συμφέρον, προβάλλοντας σημεία πολιτικής συνάντησης κομματικών και ιδεολογικών αντιπαλοτήτων, οι οποίες οφείλουν να βρουν την συνισταμένη της εθνικής στρατηγικής για την χώρα.  Αφετηρία αυτού θα μπορούσε και επιβάλλεται να είναι η εκπόνηση εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης του υπαρκτού, ορατού και επερχόμενου τουρκικού επεκτατισμού.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως πολιτική δεν σημαίνει μόνο αντίθεση και αντιπαράθεση θέσεων, αλλά και προσανατολισμός στην αποκάλυψη κοινών στοιχείων, που μπορούν να προδιαγράψουν και να συνθέσουν ένα ευοίωνο μέλλον για την χώρα και το έθνος.

Μια τέτοια σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική κίνηση, θα ενέπνεε ταμάλα και θα κινητοποιούσε την κατά τα άλλα εξουθενωμένη κοινωνία, θα ανεδείκνυε τις δημιουργικές δυνατότητες του ελληνισμού και θα λειτουργούσε ως στοιχείο συγκράτησης της νεολαίας από την μαζική φυγή, αφού θα της μετέδιδε πίστη και εμπιστοσύνη στην χώρα, στην κοινωνία, στον πολιτισμό και κυρίως στο αύριο του τόπου.