Η απόρριψη του σχεδίου συμφωνίας για τους όρους του Brexit που πρότεινε η Τερέζα Μέι διαμορφώνει έναν πολιτικό και θεσμικό γόρδιο δεσμό για το βρετανικό πολιτικό σύστημα

Είναι ως εάν όλες οι πλευρές στη Βρετανία να βρίσκονται σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για το πώς μια διαδικασία που ούτως ή άλλως ήταν δύσκολη –και επί της ουσίας αχαρτογράφητη– θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη.

Μόνο έτσι μπορεί να περιγραφεί αυτό το οποίο συμβαίνει στη Βρετανία αυτή τη στιγμή, μετά την απόρριψη, με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία που έχει καταγραφεί ποτέ στη Βουλή των Κοινοτήτων για νομοσχέδιο που κατέθεσε κυβέρνηση, του σχεδίου συμφωνίας που είχε επεξεργαστεί η βρετανική κυβέρνηση ως προς τους όρους με τους οποίους θα δρομολογηθεί η διαδικασία αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ με βάση το άρθρο 50 της Συνθήκης της Ένωσης.

Μια απόρριψη που ήταν το αποτέλεσμα της εντυπωσιακής σύμπλευσης ενός ετερόκλητου συνόλου βουλευτών που περιλάμβανε τους βουλευτές των Εργατικών, μέρος των οποίων είναι υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ, τους οπαδούς της παραμονής από το χώρο των Συντηρητικών αλλά και τους οπαδούς ενός σκληροπυρηνικού Brexit που θεωρούν ότι η συμφωνία της Μέι κάνει υπερβολικές παραχωρήσεις στην ευρωπαϊκή πλευρά, σε σχέση με την ιρλανδική «δικλείδα ασφαλείας» (το διαβόητο backstop).

Η απουσία σχεδίου για τη διαχείριση του Brexit

Παρότι το βρετανικό πολιτικό σύστημα προσαρμόστηκε σχετικά γρήγορα στο τετελεσμένο του δημοψηφίσματος, χωρίς να αμφισβητήσει την ισχύ του, στοιχείο στο οποίο συνέβαλε και η επιμονή του Τζέρεμι Κόρμπιν να μην μετατρέψει τους Εργατικούς σε ένα λόμπι υπέρ ενός νέου δημοψηφίσματος, εντούτοις ουσιαστικά επίγνωση και προεργασία για τη διαδικασία της ρήξης δεν υπήρχε.

Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης που εκκίνησε από μια μερίδα του βρετανικού επιχειρηματικού κόσμου σε συνεργασία με μια μερίδα του συντηρητικού χώρου, αλλά κρίθηκε τελικά από μια ισχυρή λαϊκή δυναμική, έστω και εάν ήταν άνισα κατανεμημένη γεωγραφικά, αναδεικνύοντας τις ίδιες τις σύνθετες εσωτερικές διαιρέσεις της βρετανικής κοινωνίας.

Από εκεί και πέρα, είναι σαφές ότι υπήρξαν δύο παράγοντες που ήταν καθοριστικοί για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης. Οι οπαδοί του σκληρού Brexit υποτίμησαν τη συνθετότητα της ρήξης και τις πολυεπίπεδες οικονομικές, πολιτικές και θεσμικές διασυνδέσεις και στις δύο πλευρές της Μάγχης και ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να προσφέρουν ένα σχέδιο για την «καθαρή ρήξη». Από την άλλη, η ίδια η κυβέρνηση, που κινήθηκε στη λογική της συμφωνίας, είχε υποτιμήσει την ικανότητα των Βρυξελλών να επιβάλουν σκληρούς όρους στη διαπραγμάτευση, έχοντας την αφελή σχεδόν πεποίθηση ότι η διαπραγμάτευση θα ήταν απλώς υπόθεση μιας συμφωνίας Λονδίνου-Βερολίνου.

Όλα αυτά επικαθορίστηκαν από τις εσωτερικές αντιθέσεις της ίδιας της συγκρότησης της Βρετανίας, σε μια μεταβατική φάση της ίδιας της συνοχής της ως κρατικής οντότητας. Αυτό εξηγεί και γιατί τελικά αναδείχθηκε ως κομβικό το ζήτημα του ιρλανδικού συνόρου. Όμως, ρόλο έπαιξε και η συνολικότερη απουσία μιας συγκροτημένης γραμμής και τακτικής στο χώρο του Συντηρητικού Κόμματος που πήρε και τη μορφή μιας γενικευμένης κρίσης ηγεσίας.

Η βαθύτερη βρετανική αμηχανία

Αποτύπωναν όλα αυτά και την απουσία ενός συνεκτικού και επεξεργασμένου σχεδίου για το μέλλον της Βρετανίας και τη θέση της στον κόσμο.

Ο χώρος των επιχειρήσεων ήταν διχασμένος ανάμεσα στις ανάγκες του City να παραμείνει το χρηματοοικονομικό κέντρο και της Ευρώπη και τη λογική ότι η Βρετανία θα μπορούσε να γίνει «παγκόσμια δύναμη» ξανά εάν απαλλαγεί από το βάρος της ΕΕ.

Ο χώρος των λαϊκών τάξεων οριζόταν περισσότερο από το άγχος την ανασφάλεια για τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη μισθολογική υποβάθμιση και τη διαρκή υποκατάσταση καλά αμειβόμενων εξειδικευμένων θέσεων στη βιομηχανία από επισφαλείς θέσεις στις υπηρεσίες.

Άλλες περιοχές αγωνιούσαν μήπως χάσουν τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα τους και άλλες μήπως η έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό διαλύσει την κοινωνική συνοχή. Αυτό οδηγούσε σε πολυεπίπεδες διαιρέσεις, σε διαφορετικές σημάνσεις και του Brexit και του Remain.

Ο Τζέρεμι Κόρμπιν, με την επιλογή του να μην αμφισβητήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και να θέσει όρους που αφορούσαν κυρίως την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών δικαιωμάτων, απαιτώντας ουσιαστικά την αντιστροφή των αποτελεσμάτων δεκαετιών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ήταν ο μόνος που πρότεινε μια συνεκτική τακτική. Όμως, δεν κέρδισε τις εκλογές και την ίδια ώρα στο κόμμα του υπήρχε μια ισχυρή τάση που κυρίως ήθελε να διεκδικήσει την ακύρωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

Η Τερέζα Μέι από τη μεριά της, προσπάθησε να διαχειριστεί ένα κόμμα που είχε χάσει την ικανότητα να χαράσσει στρατηγική – κορυφαία ένδειξη η ίδια η επιλογή του Κάμερον να προχωρήσει σε ένα δημοψήφισμα θεωρώντας ότι απλώς έτσι θα εκτόνωνε μέρος της εσωκομματικής πίεσης – και που σπαράσσεται από ένα ατέλειωτο game of thrones γύρω από την ηγεσία, ιδίως μετά την ανακοίνωση της Μέι ότι δεν θα διεκδικήσει την επανεκλογή της στις επόμενες εκλογές.

Μια συμφωνία που δεν μπορούσε παρά να είναι «κακή»

Αποτέλεσμα ήταν η όποια συμφωνία να φαντάζει εκ προοιμίου σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ότι είναι μια «κακή συμφωνία», την ώρα που κανένας δεν ήταν πραγματικά έτοιμος για ένα Brexit χωρίς συμφωνία, παρότι τόσο η Βρετανία όσο και η ΕΕ προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν το περίγραμμα των σχετικών contingency plans.

Αυτή η εκρηκτική αντιφατικότητα αποτυπώθηκε και στην ίδια τη θεσμική διαδικασία που προκρίθηκε, δηλαδή την έγκαιρη απόφαση του κοινοβουλίου για ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 50 τη Συνθήκης της Ένωσης, χωρίς όμως σαφές σχέδιο για την ίδια τη διαδικασία της ρήξης.

Και τώρα τι γίνεται;

Αυτό γεννά τώρα μια εντυπωσιακή ασάφεια ως προς τα ενδεχόμενα, ως εάν η παραδοσιακή λονδρέζικη ομίχλη να έχει εγκατασταθεί εντός των κέντρων λήψης αποφάσεων.

Καταρχάς η κίνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν να θέσει θέμα εμπιστοσύνης δεν μπορούσε να έχει κάποια τύχη, καθώς πολύ δύσκολα αυτή τη στιγμή οι βουλευτές των Συντηρητικών και οι σύμμαχοί τους από τη Βόρεια Ιρλανδία θα επέλεγαν να ρίξουν την κυβέρνηση. Απλώς ήταν ένας ακόμη μοχλός πίεσης προς μια κυβέρνηση εμφανώς αδύναμη.

Από την άλλη, εάν απορριφθεί ξανά η πρόταση της Μέι ή η ΕΕ δεν μπορέσει να κάνει κάποιες παραχωρήσεις που θα διευκόλυναν την Μέι να περάσει τη συμφωνία από τους βουλευτές που μέχρι τώρα διαφωνούν, τότε το ενδεχόμενο να γίνει η έξοδος χωρίς συμφωνία και απλώς με τα μέτρα «διαχείρισης της έκτακτης ανάγκης» που έχουν συμφωνηθεί είναι πραγματικό και στην πραγματικό πιο συνεπές με τη θεσμική σειρά των πραγμάτων. Όμως, όλοι δείχνουν πραγματικό φόβο απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο.

Ούτως ή άλλως το ενδεχόμενο να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις η ΕΕ είναι αρκετά δύσκολο, αν και η αίσθηση αδιεξόδου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για κάποιες παραχωρήσεις ιδίως ως προς ένα χρονικό όριο στην ιρλανδική «δικλείδα ασφαλείας» που θα καθησύχαζε κάποιες από τις βρετανικές ανησυχίες.

Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και χώρες, όπως η Γερμανία, η οποία μάλιστα βλέπει μια υποχώρηση σε κρίσιμους εξαγωγικούς κλάδους της, οι οποίες δεν θα ήθελαν επιστροφή π.χ. σε υψηλούς δασμούς στις συναλλαγές με τη Βρετανία. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός για να κάνει και η ΕΕ μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Το ίδιο ισχύει και για την τρέχουσα δύσκολη πολιτική θέση του Εμανουέλ Μακρόν που δεν θα ήθελε να χρεωθεί τις επιπτώσεις ενός Brexit χωρίς συμφωνία.

Σε όλα αυτά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την παράμετρο του χρόνου. Εάν πρόκειται να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μιας εξόδου χωρίς συμφωνία, όλα αυτά πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί ως προς το τέλος Μαρτίου. Με βάση τα παραδοσιακά δεδομένα του ευρωπαϊκού «πολιτικού χρόνου» δύσκολα θα μπορεί να υπάρξει σημαντική τροποποίηση της συμφωνίας μέχρι τότε.

Αυτό εξηγεί και γιατί ήρθε στο προσκήνιο το ζήτημα της χρονικής μετατόπισης της στιγμής της εξόδου για να διευκολυνθεί η επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, αν και η Βρετανίδα πρωθυπουργός απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο. Όμως, αυτό επαναφέρει εκ των πραγμάτων το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία και άρα την επανεκκίνηση του ίδιου κύκλου φόβου και ανασφάλειας.

Υπάρχουν και αυτοί που επιμένουν ότι λύση είναι η πραγματοποίηση νέου δημοψηφίσματος και ουσιαστικά η ακύρωση της απόφασης για έξοδο. Παρότι αυτή η θέση έχει ιδιαίτερη απήχηση στο εσωτερικό μερίδας του Εργατικού Κόμματος, αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι αντιμετωπίζεται με μεγάλη επιφύλαξη από σημαντικό τμήμα του βρετανικού πολιτικού συστήματος.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr