Δέκα ημέρες μετά την καταστροφική πυρκαγιά στην Αττική και ενώ μαίνεται η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τις ευθύνες για την καταστροφή, ένα ερώτημα κυριαρχεί στη σκέψη πολλών ανθρώπων: Τι μπορεί να γίνει ώστε όχι μόνο να μην θρηνήσουμε ξανά θύματα από δασική πυρκαγιά αλλά και να μπορέσουμε πραγματικά να προστατέψουμε τα δάση και το περιβάλλον.

Ήδη με κοινή τους ανακοίνωση 11 οικολογικές οργανώσεις (Αρκτούρος, ΑΡΧΕΛΩΝ, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, Greenpeace, MEDASSET, WWF Ελλάς) κατέθεσαν συγκεκριμένες προτάσεις:

Μετακίνηση της πολιτικής και επιχειρησιακής προτεραιότητας από την καταστολή των πυρκαγιών στην πρόληψή τους, μέσα από την έγκαιρη δασική διαχείριση και τον συντονισμό όλων των αρμόδιων φορέων.
Κατάρτιση τοπικών σχεδίων πρόληψης των δασικών πυρκαγιών που να περιλαμβάνουν τη διαχείριση καύσιμης ύλης και θα γίνονται κτήμα όλων μέσα από ανοιχτές ενημερωτικές ημερίδες.
Κατάρτιση σχεδίων εκκένωσης ανά Δήμο (με σαφή υπόδειξη οδών διαφυγής, χώρων συγκέντρωσης και μέσων απομάκρυνσης) και έγκαιρη ενημέρωση όλων των κατοίκων των περιοχών αυτών.
Έγκαιρη διάθεση των αναγκαίων οικονομικών πόρων στη δασική υπηρεσία και τους ΟΤΑ, πριν την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου (το αργότερο τον Μάρτιο) κάθε έτους.
Πλήρη εφαρμογή του  ν. 4249/2014 για την αναμόρφωση της πολιτικής προστασίας και την πλήρη επιχειρησιακή αξιοποίηση χιλιάδων εθελοντών δασοπυροσβεστών.
Εισαγωγή από την ερχόμενη κιόλας σχολική χρονιά υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την αυτοπροστασία από πυρκαγιές και πλημμύρες σε όλες τις βαθμίδες.
Είναι σαφές ότι η κουβέντα για την «επόμενη μέρα» έχει ήδη αρχίσει. Και αυτή δεν μπορεί παρά να προσπαθήσει να δει την τραγωδία ως καταλύτη, ως αφετηρία για μεγάλες τομές και όχι απλώς για εύκολες διακηρύξεις που μετά ξεχνιούνται.

 

Η κλιματική αλλαγή μας αφορά πραγματικά.

Οι οικολογικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η κλιματική αλλαγή ήδη αυξάνει τους κινδύνους πυρκαγιάς. Όπως υπογραμμίζουν «στην Ελλάδα, βάσει των προβλέψεων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, εκτιμάται ότι την περίοδο 2021- 2100 οι θερμές ημέρες θα αυξηθούν κατά 50% με 100%. Επίσης, προβλέπεται αύξηση του κινδύνου πυρκαγιάς κατά 30 επιπλέον ημέρες / έτος.»

Αντίστοιχα θα μπορούσε κανείς να παραπέμψει στη συχνότητα και των ένταση που παίρνουν οι βροχοπτώσεις ακόμη και σε περιόδους της χρονιάς που κανονικά είναι θερμές και ξηρές.

Προφανώς και η κλιματική αλλαγή είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και δεν μπορεί η αντιμετώπισή του να είναι απλώς εθνική υπόθεση. Όμως και η χώρα μας έχει ευθύνη και πρέπει να την αναλάβει.

Η αντιμετώπιση των προειδοποιήσεων των ειδικών των «υπερβολών», οι διάφορες συνωμοσιολογικές προσπάθειες να υποβαθμιστεί η σημασία των προειδοποιήσεών τους, η άρνηση κατανόησης ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τα φωτοβολταϊκά ή τις ανεμογεννήτριες μόνο ως πρόβλημα ή όχληση, παραμένουν ενδείξεις της υποτίμησης της σημασίας του φαινομένου, την ώρα που πληρώνουμε πολύ ακριβά τις συνέπειες.

Δασικές πυρκαγιές: η καταστολή δεν αρκεί

Το πρώτο σημείο που πλέον αναδεικνύεται επιτακτικό είναι ότι είκοσι χρόνια μετά τη μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική, ο απολογισμός είναι αρνητικός.

Η αποδέσμευση της δασοπυρόσβεσης από την δασοπροστασία, στέρησε  τη δυνατότητα ολοκληρωμένου σχεδιασμού που να αφορά την πρόληψη, τη διαχείριση των δασών (π.χ. τον έγκαιρο καθαρισμό ή την ήπια εκμετάλλευση που επιτρέπει να καθίστανται λιγότερο εύφλεκτα), αλλά και τη διαρκή παρουσία προσωπικού που να επιτηρεί τα δάση, παρεμβαίνοντας άμεσα πριν μια πυρκαγιά επεκταθεί.

Η επικέντρωση στα επιχειρησιακά σχέδια όταν ξεσπάσει μια πυρκαγιά, υποτιμά το γεγονός ότι το εάν θα ξεσπάσει μια δασική πυρκαγιά, ποια έκταση θα πάρει αλλά και ποιες επιπτώσεις θα έχει εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό από βήματα που γίνονται όλη τη χρονιά και όχι απλώς στη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου.

Η παράμετρος αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική μια που ένα άλλο πρόβλημα είναι η αλλαγή στη σχέση μας με το δάσος. Ο περιορισμός ενός φάσματος δραστηριοτήτων σε σχέση με το δάσος (από τη συλλογή ρητίνης μέχρι τη συλλογή καυσόξυλων), μαζί με τη ερήμωση πολλών οικισμών ή τη μετατροπή τους από ζωντανούς αγροτοκτηνοτροφικούς οικισμούς σε χώρους παραθεριστικής κατοικίας, σημαίνει ότι τα δάση σήμερα είναι πολύ πιο αφημένα στις φυσικές δυναμικές τους, που, ειδικά στα πευκοδάση της Μεσογείου, συμπεριλαμβάνουν και συχνή αναγέννηση μέσω δασικών πυρκαγιών, ιδίως όταν σωρεύουν βιόμαζα (ξερά χόρτα, θάμνους, μεγάλης ηλικίας δέντρα κ.λπ).

Ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης των δασών σημαίνει και ενοποίηση όλων των δράσεων και κρατικών λειτουργιών που σχετίζονται με το δάσος.

 

Η επείγουσα ανάγκη αλλαγής του μοντέλου δόμησης

Το τελευταίο διάστημα όλοι μιλάμε για το πώς ένα ορισμένο μοντέλο δόμησης που στηρίχτηκε στην άναρχη επέκταση σε περιοχές, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, χωρίς την ορθή χάραξη δρόμων και ανοιχτών χώρων και με τη διαδικασία των διαδοχικών νομιμοποιήσεων και τακτοποιήσεων, μπορεί να αποβεί κυριολεκτικά μοιραίο.

Το είδαμε με τις καταστροφές από τα μπαζωμένα ρέματα στις μεγάλες πλημμύρες, το βλέπαμε με τις καταστροφές σπιτιών εντός δασικών περιοχών, το είδαμε με το μεγάλο αριθμό θυμάτων και την καταστροφή στο Μάτι.

Ωστόσο, το γεγονός ότι συχνά οι ίδιες κυβερνήσεις που διακηρύττουν τη βούλησή τους να πατάξουν την αυθαίρετη δόμηση, είναι αυτές που προσφέρουν και τις πιο γενναιόδωρες ρυθμίσεις «τακτοποίησης», συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας κυβέρνησης, είναι ενδεικτικό του πόσο βαθιά ριζωμένη είναι μια ορισμένη νοοτροπία.

Σε αυτό το πλαίσιο τρία σημεία έχουν αναδειχτεί από διάφορες παρεμβάσεις το τελευταίο διάστημα.

Το πρώτο είναι ότι χρειάζεται αποφασιστικότητα και πολιτική βούληση ώστε η διαδικασία «τακτοποίησης» και ένταξης να δίνει έμφαση στις αναγκαίες υποδομές, στη χάραξη του κατάλληλου οδικού δικτύου, στις εξόδους διαφυγής για έκτακτη περίσταση, στην απρόσκοπτη πρόσβαση στον αιγιαλό. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει και κατεδαφίσεις και «μπουλντόζες» και τήρηση όλων όσων ούτως ή άλλως προβλέπει η πολεοδομική νομοθεσία για την εισφορά σε γη.

Το δεύτερο είναι ότι η ίδια η έννοια του «σχεδίου πόλεως» και της «ένταξης» σε αυτό δεν μπορεί να περιορίζεται στην τακτοποίηση του ιδιωτικού ακινήτου και μόνο αλλά στην επανακατοχύρωση και διεύρυνση και αυτού που λέμε «δημόσιος χώρος».

Ο δημόσιος χώρος περιλαμβάνει τις κοινόχρηστες υποδομές, περιλαμβάνει τους φυσικούς χώρους που επιβάλλεται να μείνουν αδόμητοι (π.χ. τα ρέματα) αλλά και τους κοινόχρηστους χώρους, όπως οι πλατείες ή οι δρόμοι. Όλα αυτά ταυτόχρονα εξασφαλίζουν ποιότητα ζωής αλλά και προστασία έναντι κινδύνων.

Αντίθετα, οι προβληματικές περιοχές είναι κατεξοχήν «ιδιωτικές» περιοχές, χωρίς τους αναγκαίους δημόσιους χώρους και υποδομές.

Το τρίτο είναι ότι όχι μόνο πρέπει το δάσος να προστατευτεί και η απαγόρευση δόμησης να είναι πραγματικά απόλυτη, αλλά και συνολικά να ορίσουμε εκτάσεις και περιοχές που θα είναι εκτός δόμησης, με οποιαδήποτε μορφή.

Η ανάμειξη της δασικής ή εν γένει φυσικής έκτασης και της δόμησης δημιουργεί και δεν επιλύει προβλήματα. Αυξάνει την πιθανότητα πυρκαγιών (όπου υπάρχει δόμηση, έστω και αραιή, υπάρχουν σκουπίδια και ηλεκτρικά καλώδια), μεγαλώνει το κόστος της καταστροφής (ένα δάσος αναγεννάται μετά τη φωτιά, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις κατοικίες) και δυσκολεύει το έργο της κατάσβεσης (η αναγκαστική διασπορά των δυνάμεων πυρόσβεσης για να προφυλαχθούν κατοικίες συχνά καθυστερεί τη συνολική καταστολή μιας πυρκαγιάς).

Πραγματικό σχέδιο πολιτικής προστασίας

Μέσα στις σημερινές συνθήκες, με την πιθανότητα φυσικών καταστροφών να αυξάνει, ο ρόλος των θεσμών και μηχανισμών πολιτικής προστασίας αποκτά ξεχωριστή σημασία.

Επιπλέον, παρά την προσπάθεια να αναλαμβάνει μεγάλο μέρος ευθυνών προστασίας και ο ιδιωτικός τομέα, έχει αποδειχθεί και διεθνώς ότι χωρίς ένα κρατικό και με όλους τους αναγκαίους ανθρώπινους και φυσικούς πόρους σύστημα πολιτικής προστασίας μια χώρα είναι κυριολεκτικά ανοχύρωτη.

Όμως, πολιτική προστασία δεν σημαίνει μια υποστελεχωμένη γενική γραμματεία που απλώς βγάζει γενικές οδηγίες, δεν ελέγχει το βαθμό στον οποίο εξειδικεύονται στο επίπεδο και του τελευταίου δημοτικού διαμερίσματος, δεν εκπαιδεύει τους κρατικούς λειτουργούς που είναι υπεύθυνοι, δεν αναβαθμίζει διαρκώς τις εκτιμήσεις για τους κινδύνους και για τα σχέδια αντιμετώπισης και δεν επιμορφώνει διαρκώς και την ίδια την κοινωνία.

Πολιτική προστασία δεν σημαίνει επίσης μια τυπική ανάληψη της αρμοδιότητας από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Τα περισσότερα σχετικά σχέδια είναι απλώς κάλυψη της τυπικής υποχρέωσης, τα αντίστοιχα όργανα υπάρχουν απλώς στο οργανόγραμμα, η πραγματική γνώση εξαρτάται από την ευσυνειδησία του κάθε λειτουργού. Σχέδια εκκένωσης συχνά δεν υπάρχουν ή υπάρχουν χωρίς να έχουν δοκιμαστεί ποτέ και φυσικά χωρίς να τα γνωρίζουν οι ίδιοι οι πολίτες.

Μέτρα όπως η Εθνική Σχολή Πολιτικής Προστασίας, που θα μπορούσε να παίξει τον κρίσιμο ρόλο της διαρκούς εκπαίδευσης και επιμόρφωσης όσων εμπλέκονται στην πολιτική προστασία, δεν μπορούν να μένουν άλλο στα χαρτιά.

Ούτε μπορούν να καθυστερούν τεχνικά μέσα που μπορούν την κρίσιμη στιγμή να αποβούν καθοριστικά, όπως είναι η δυνατότητα έγκαιρης εκτίμησης κινδύνων με βάση δεδομένα και η μαζική αποστολή μηνυμάτων από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας.

Το ίδιο ισχύει προφανώς και για τη στελέχωση όλων των σχετικών φορέων, ξεκινώντας από τις κενές οργανικές θέσεις στο ίδιο το πυροσβεστικό σώμα αλλά και στην ίδια τη γενική γραμματεία, που ο ίδιος ο υπουργός Επικρατείας Χριστόφορος Βερναρδάκης παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει με… 20 άτομα προσωπικό. Αντίστοιχα, χρειάζεται σε επίπεδο περιφερειών πολύ πιο συστηματικός συντονισμός και των εθελοντικών οργανώσεων.

Πάνω από όλα χρειάζεται σε όλα τα επίπεδα μια κουλτούρα ελέγχου και ευθύνης. Ζητήματα όπως η πολιτική προστασία δεν μπορούν να εξαντλούνται απλώς στην έκδοση από το ανώτερο κλιμάκιο των σχετικών εντολών, χωρίς ταυτόχρονα να υπάρχει συστηματικός έλεγχος εάν όντως εφαρμόστηκαν. Από τις οδηγίες για την αποψίλωση από τα ξερόχορτα και τον καθαρισμό των φρεατίων μέχρι τα επαρκή σχέδια εκκένωσης, όλα αυτά κρίνονται στο εάν εφαρμόζονται όχι στο εάν διατυπώνονται.

Και βέβαια πολιτική προστασία σημαίνει κατεξοχήν προετοιμασία για υπαρκτούς κινδύνους. Αρκετοί έχουν επισημάνει το πρόβλημα που παραδοσιακά υπήρχε μια ορισμένη «στρατιωτικοποίηση» της πολιτικής προστασίας. Αυτή ήταν μια κληρονομιά του Ψυχρού Πολέμου που στις μέρες συχνά τείνει να δίνει μεγαλύτερη σημασία στην αντιμετώπιση ενός μαζικού τρομοκρατικού χτυπήματος παρά στις δασικές πυρκαγιές ή τις πλημμύρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ΗΠΑ που έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας και των ένοπλων δυνάμεων για τέτοια ενδεχόμενα αλλά παραμένουν σχετικά ανοχύρωτες απέναντι σε μεγάλες φυσικές καταστροφές.

 

Η σημασία της εκπαίδευσης

Η αντιμετώπιση καταστροφών όπως οι δασικές πυρκαγιές, πολύ δε περισσότερο η πρόληψή τους δεν μπορεί να είναι υπόθεση απλώς μόνο του κρατικού μηχανισμού. Απαιτούν την ενεργό συμμετοχή του πολίτη. Από το να φροντίζει ο ίδιος να μαζεύει τα ξερόχορτα και να κλαδεύει τα δέντρα με  βάση τις σχετικές οδηγίες, μέχρι το να ξέρει που να σπεύσει σε περίπτωση δασικής πυρκαγιάς, τι να κάνει και τι να μην κάνει, πλήθος ζητήματα αφορούν την εκ των προτέρων γνώση.

Όμως, πέραν των γενικών οδηγιών πρόληψης της εκδήλωσης πυρκαγιάς, που και αυτές δεν είναι πραγματικά κτήμα εάν κρίνουμε από τη συχνότητα εμπρησμών από αμέλεια (από μαγείρεμα έως καύση ξερόχορτων), σε μικρό βαθμό είμαστε εκπαιδευμένοι για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Ενώ στην περίπτωση των σεισμών, έστω και με καθυστέρηση απλές οδηγίες είναι γνωστές ακόμη και στα μικρά παιδιά, δεν ισχύει το ίδιο για την αντιμετώπιση μιας πυρκαγιάς. Αυτό είναι ένα έλλειμμα που μπορεί την κρίσιμη ώρα να αποβεί μοιραίο, ειδικά σε σχέση με διαδικασίες όπως η έγκαιρη εκκένωση μιας περιοχής.

Γιατί, η φράση «είναι ευθύνη όλων μας» δεν είναι μια κοινοτοπία. Είναι η πραγματική πρόκληση με την οποία αναμετριόμαστε σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την προστασία του περιβάλλοντος.

Το θανάσιμο κόστος της λιτότητας

Όλα αυτά απαιτούν πόρους. Επιπλέον πόρους που πιθανώς να παραβιάζουν και τις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών μας. Είναι πιθανόν να αυξάνουν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων και να περιορίζουν τα «υπερπλεονάσματα».

Όμως, «υπερπλεονάσματα» που φτιάχνονται από λάστιχα πυροσβεστικών οχημάτων που δεν υπάρχουν, θέσεις πυροπροστασίας που μένουν ακάλυπτες, τεχνικά συστήματα έγκαιρης ειδοποίησης που δεν τα προμηθευόμαστε, προσωπικό της πολιτικής προστασίας που δεν το διαθέτουμε ενώ το έχουμε  ανάγκη, καταλήγουν τελικά να είναι μεγάλα ελλείμματα. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Θα είναι καταλύτης η καταστροφή;

Ορισμένα από τα πράγματα που σήμερα τα θεωρούμε αυτονόητα, όπως για παράδειγμα οι Αντισεισμικοί Κανονισμοί για την κατασκευή νέων κτιρίων ή για την ανακαίνιση και ανακατασκευή ήδη υπαρχόντων, ιδίως εάν πρόκειται να είναι χώροι μαζικής συνάθροισης, ήρθαν μετά το σοκ που προκάλεσαν οι καταστροφές από μεγάλους σεισμούς.

Μέχρι τώρα, παρότι η δασική νομοθεσία ήρθε και ως αποτέλεσμα της κατακραυγής για μεγάλες καταστροφές δασών και τον υπαρκτό κίνδυνο οικοπεδοποίησης, δεν έχει υπάρξει μια ανάλογη τομή και ως προς την προστασία του δάσους και ως προς την πολιτική προστασία.

Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Αυτή θα ήταν όντως μια έμπρακτη συγγνώμη απέναντι στα αδικοχαμένα θύματα.