Μπορεί ορισμένοι να «διαβάζουν» τις διαδηλώσεις του τελευταίου διαστήματος ως ένα εξόχως ελληνικό φαινόμενο, στην πραγματικότητα, όμως, από άκρη σε άκρη της, η Ευρώπη «φλέγεται». Η κόπωση βγάζει στους δρόμους τους πολίτες, που έχουν απολέσει εδώ και μήνες θεμελιώδεις ελευθερίες τους, ενώ παράλληλα βλέπουν τα κρούσματα να επιμένουν σε υψηλά επίπεδα και το ένα lockdown να διαδέχεται το άλλο. Αιτία για αυτή την κατάσταση, η επιλογή της Ευρώπης να τηρήσει μια ενδιάμεση στάση ανάμεσα στα μοντέλα διαχείρισης της πανδημίας που προκρίνουν τον «αέρα» για την οικονομία και τη διατήρηση μέρους των ελευθεριών των πολιτών και στα καθολικά – και αποτελεσματικά – lockdown των χωρών της Ασίας και του Ειρηνικού.

Στο Μπρίστολ, μια αγγλική φοιτητούπολη, αστυνομία και διαδηλωτές συγκρούστηκαν σε οδομαχίες. Στο Κασέλ της Γερμανίας, μια πόλη που ίσως σας είναι γνωστή ως «πατρίδα» της Documenta, η αστυνομία κατέστειλε τους διαδηλωτές κατά του lockdown με αύρες και σπρέι πιπεριού.

Η αστυνομική βία, αναφέρουν οι Times της Νέας Υόρκης, αποτελεί πια συνηθισμένο φαινόμενο, με τους διαδηλωτές να υφίστανται χτυπήματα από κλομπ και ασπίδες και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να αναρωτιούνται ποιος είναι ο ρόλος της αστυνομίας στο πλαίσιο κρατών που ήδη έχουν αφαιρέσει από τους πολίτες τους το μεγαλύτερο μέρος των ελευθεριών τους.

Από την Ισπανία και τη Δανία μέχρι την Αυστρία και τη Ρουμανία, οι πολίτες, συγχυσμένοι από την κατάσταση που επικρατεί, ξεσπούν εναντίον των περιορισμών της καθημερινότητάς τους. Και παρά τις ένθεν και ένθεν εξαγγελίες για πορεία προς την κανονικότητα μέσω του εμβολιασμού, το τρίτο κύμα κρουσμάτων μοιάζει αποφασισμένο να κρατήσει τους περιορισμούς σε ισχύ για πολύ καιρό ακόμη. Όπως αναφέρουν οι Times, αναλυτές υποστηρίζουν ότι η ένταση στους ευρωπαϊκούς δρόμους θα κλιμακωθεί αντιστοίχως.

Στη Βρετανία, οι ταχείς ρυθμοί του εμβολιασμού είχαν δώσει ελπίδες για γρήγορο άνοιγμα της οικονομίας – κάτι που η κυβέρνηση διστάζει να κάνει πράξη. Ταυτόχρονα, η δυσαρέσκεια των πολιτών προς τις πρακτικές της αστυνομίας έχει γιγαντωθεί, οδηγώντας σε εθνικό διάλογο περί αστυνομικής νομιμότητας, στον οποίο είναι ορατές οι επιδράσεις του κινήματος Black Lives Matter.

«Αυτό που βλέπουμε, είναι την αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των μλών της κοινωνίας μας που διαπιστώνει θεμελιώδεις παρατυπίες των δυνάμεων καταστολής εν μέσω της πανδημίας», τονίζει ο Κλίφορντ Σκοτ, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κιλ και ειδικός στη συμπεριφορά του πλήθους. «Και αυτό έχει οδηγήσει σε ανίερες συμμαχίες».

Δεξιοί πολιτικοί, αντίθετοι με τους περιορισμούς του lockdown, είναι εξίσου θυμωμένοι με τους αριστερούς διαδηλωτές για το κλίμα, που γεμίζουν συχνά την πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου, με αιτήματα σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Τα κυκλοφοριακά προβλήματα που προκαλούν αυτές οι διαδηλώσεις, είναι και ένας από τους λόγους που οι αρχές πίεσαν για αύξηση των εξουσιών περιορισμού τέτοιου είδους συγκεντρώσεων.

Η φλόγα των διαμαρτυριών έχει φουντώσει και εξαιτίας της απαγωγής και της δολοφονίας της 36χρονης Σάρα Έβεραρντ από έναν αστυνομικό, καθώς επέστρεφε στο σπίτι της στο Λονδίνο. Η αστυνομία διέλυσε διαμαρτυρία για το περιστατικό, με την πρόφαση της παραβίασης των υγειονομικών μέτρων.

Η πιθανότητα περαιτέρω συγκρούσεων είναι υψηλή, τονίζει ο Στοτ στους Times, εξαιτίας «του θερμότερου καιρού, της διάρκειας του lockdown και της αυξανόμενης δυσαρέσκειας σε μερίδες της κοινωνίας για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων».

Στο Μπρίστολ, αιτία για τις συγκρούσεις στάθηκε η σαρωτική νέα νομοθεσία που θα έδινε τη δυνατότητα στην αστυνομία να περιορίζει σημαντικά τις διαδηλώσεις. Μια ειρηνική διαμαρτυρία που καλούσε σε απόρριψη του νομοσχεδίου, στο Κολέγιο Green της πόλης, έλαβε βίαιη τροπή όταν ορισμένοι εκ των διαδηλωτών εφόρμησαν σε τοπικό αστυνομικό τμήμα και άρχισαν να πετούν πυροτεχνήματα προς την πλευρά των αστυνομικών, σύμφωνα με τους Times.

Ο δήμαρχος του Μπρίστολ, Μάρβιν Ρις, επέκρινε τη βία, αναφέροντας ωστόσο ότι οι επιτιθέμενοι ήταν ξένα σώματα προς την πορεία, την οποία και χρησιμοποίησαν ως δικαιολογία για να επιτεθούν στο κατεστημένο.

Όμως ο Ρις, που ανήκει στο κόμμα των Εργατικών, αντιτίθεται και στην προτεινόμενη νομοθεσία. Όπως λέει, το νομοσχέδιο προωθήθηκε βιαστικά και χωρίς αρκετή σκέψη, ως μια κυνική προσπάθεια της κυβέρνησης των Συντηρητικών να «συσπειρώσει τη βάση της πίσω από το δόγμα «νόμος και τάξη» εν μέσω της πανδημίας.

Οι βίαιες συγκρούσεις του Μπρίστολ, που είχαν ως απολογισμό δυο απανθρακωμένα αστυνομικά οχήματα και 20 τραυματίες αστυνομικούς – ο ένας με διάτρηση πνεύμονα – έχουν ανησυχήσει βαθύτερα τον Ρις, ο οποίος έχει καταγωγή από τη Τζαμάικα, από την πλευρά του πατέρα του, μια μειονότητα που έχει υποφέρει όσο ελάχιστες άλλες στην αγγλική επικράτεια.

Πέρσι το καλοκαίρι, η πόλη του μετατράπηκε σε ισχυρό σύμβολο της παγκόσμιας εξάπλωσης του κινήματος Black Lives Matter, όταν ένα πλήθος έριξε στη θάλασσα το άγαλμα του Έντουαρντ Κόλστον, ενός δουλέμπορου του 17ου αιώνα.

Αυτή τη φορά, όμως, φοβάται ότι οι εικόνες των σπασμένων παραθύρων και των καμένων αστυνομικών οχημάτων, θα βοηθήσουν τον Μπόρις Τζόνσον να περάσει τη συντηρητική νομοθεσία του.

«Οι συνέπειες των όσων έκαναν αυξάνει τις πιθανότητες το συγκεκριμένο νομοσχέδιο να βρει υποστήριξη», τονίζει μιλώντας στους Times.

Για πολλούς Βρετανούς, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πικρή ειρωνεία, δεδομένου ότι η πανδημία έχει ήδη οδηγήσει στον μεγαλύτερο περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών στην πρόσφατη ιστορία. Την Τρίτη, οι Βρετανοί συμπλήρωσαν ένα χρόνο από το πρώτο τους lockdown, όταν ο Τζόνσον ξεστόμισε την μοιραία εντολή: «Πρέπει να μείνετε σπίτι».

Τα μέτρα του κοροναϊού δεν αναμενόταν να διαρκέσουν περισσότερο από μερικούς μήνες, όμως πλέον έχουν σβήσει τα πρώτα τους κεράκια. Και αυτό έχει δημιουργήσει εντάσεις μεταξύ των πολιτών και της αστυνομίας που δεν περιορίζονται στις διαδηλώσεις, αλλά εξαπλώνονται στα σπιτικά πάρτι και σε εκείνους που συναντούν τους φίλους τους σε εξωτερικούς χώρους.

Στην αρχή της πανδημίας, ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα χρησιμοποιούσε drones για να ντροπιάσει τους πολίτες που έβγαιναν βόλτα – ακόμη και αν επρόκειτο για ένα ζευγάρι που έβγαζε βόλτα τον σκύλο του στην ερημιά. Αργότερα, ιδιοκτήτες γυμναστηρίων και αθλητικών ομίλων δέχθηκαν αστυνομικές εισβολές, όταν αποφάσισαν να ανοίξουν παρά τους περιορισμούς.

Σε μια πρώιμη εκδοχή του βρετανικού lockdown, οι ειρηνικές διαδηλώσεις εξαιρούνταν από τις απαγορεύσεις. Όμως αυτή η εξαίρεση αφαιρέθηκε σε μια από τις κατοπινές μετατροπές, αφήνοντας το δικαίωμα στην ειρηνική διαμαρτυρία σε αν νομικό κενό. Σύμφωνα με την τελευταία παραλλαγή των κανονισμών, που εκδόθηκε τη Δευτέρα, οι πολίτες διατηρούν το δικαίωμα στις διαδηλώσεις υπό συγκεκριμένους περιορισμούς, με εφαρμογή από την επόμενη Δευτέρα.

Αυτού του είδους οι νόμοι έκτακτης ανάγκης περνούν από το Κοινοβούλιο χωρίς να εξετάζονται ενδελεχώς, όπως συνηθίζεται με τα νομοσχέδια. Δεδομένου του – εντυπωσιακού – γεγονότος ότι η Βρετανία δεν διαθέτει ενιαίο γραπτό σύνταγμα, οι Βρετανοί που θέλουν να διαδηλώσουν είναι υποχρεωμένοι να στηρίζονται στην πολύ πιο ασαφή προστασία που τους παρέχει η νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Η πανδημία έχει εκθέσει τις αδυναμίες του άγραφου συντάγματός μας, αναφορικά με συγκεκριμένα δικαιώματα», αναγνωρίζει μιλώντας στους Times ο Άνταμ Βάγκνερ, ένας συνήγορος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικός επί των κανόνων του κοροναϊού. «Αν αφαιρέσεις την αντιπροσωπευτική δημοκρατία από τη διαδικασία της ψήφισης νόμων, χάνεις καίριες φωνές».

Αντιθέτως, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, πέρσι επικύρωσε το δικαίωμα των πολιτών να διαδηλώνουν, με τον όρο της συμμόρφωσης προς τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Ακόμη και εκεί, όμως, το τι ακριβώς σημαίνει αυτό δεν είναι πάντα ξεκάθαρο.

Στο Κασέλ, η αστυνομία έχει δεχθεί κριτική επειδή επέτρεψε τη συνάθροιση χιλιάδων διαδηλωτών ενάντια στο lockdown, οι οποίοι δεν φορούσαν μάσκες και δεν τηρούσαν αποστάσεις. Μόνο αργότερα, όταν μερίδα των διαδηλωτών επιτέθηκε στους αστυνομικούς, εκείνοι κινήθηκαν κατά του πλήθους, χρησιμοποιώντας σπρέι πιπεριού, κλομπ και αύρες νερού.

Η οργή των πολιτών εκτοξεύτηκε στην εικόνα ενός αστυνομικού που σχημάτιζε μια καρδούλα με τα δάχτυλά του προς το μέρος ενός διαδηλωτή που κρατούσε πλακάτ κατά των περιορισμών, τη στιγμή που ένας άλλος χτυπούσε με τεράστια δύναμη το κεφάλι μιας γυναίκας επάνω σε ένα ποδήλατο, η οποία συμμετείχε στην αντι-συγκέντρωση με στόχο την αποτροπή της αρχικής διαμαρτυρίας. Το επεισόδιο εγείρει ερωτήματα ως προς το ποιον επιδίωκε εντέλει να προστατεύσει η αστυνομία.

«Είναι προσβολή για την πόλη μας», δήλωσε ο δήμαρχος του Κασέλ, Κρίστιαν Γκεζέλε, στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine. Ο ίδιος είχε επιχειρήσει να απαγορεύσει τη συγκέντρωση με το επιχείρημα ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εστία υπερμετάδοσης, χωρίς όμως επιτυχία.

Βρετανοί αξιωματούχοι προβάλλουν επιχειρήματα οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου για τη σκληρή αστυνομική νομοθεσία. Για παράδειγμα, υπουργοί του Τζόνσον αναφέρουν ότι το κόστος της προστασίας μιας νέας υπερταχείας σιδηροδρομικής γραμμής από τους διαδηλωτές για το περιβάλλον έχει αγγίξει τα $69 εκατ. δολάρια.

Η Πρίτι Πατέλ, υπουργός εσωτερικών της χώρας, καταδίκασε τις συγκρούσεις στο Μπρίστολ ως «αλητεία και αταξία» και δήλωσε ότι κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης ήταν η προστασία της αστυνομίας – αν και, όπως πρόσθεσε, δεν ισχύει το ίδιο και για ορισμένα μέλη της αντιπολίτευσης.

«Έχουμε δηλώσει ξεκάθαρα ότι προκειμένου να σώσουμε ζωές και να νικήσουμε αυτή την πανδημία, οι άνθρωποι θα πρέπει να αποφεύγουν τις μεγάλες συναθροίσεις», ανέφερε στο Κοινοβούλιο. «Υπερβολικά πολλοί άνθρωποι αποφάσισαν εγωιστικά αυτό το Σαββατοκύριακο ότι αυτό δεν ισχύει για εκείνους».

Εντείνοντας περαιτέρω το ήδη φορτισμένο πολιτικό κλίμα, το νομοσχέδιο για την αστυνόμευση βρίσκεται σε στάδιο κοινοβουλευτικών διαβουλεύσεων την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση επεκτείνει τη διάρκεια των μέτρων, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις και από τη φιλελεύθερη δεξιά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο