Οι προσπάθειες των κυβερνήσεων της χώρας να φέρουν πίσω επιτυχημένους νέους επιστήμονες που θα έπρεπε να βρίσκονται στην καρδιά της ελληνικής «ατμομηχανής», μπορεί να μην πετυχαίνουν πάντα. Ομως, οι νέοι συχνά βρίσκουν μόνοι τον δρόμο που τους οδηγεί πίσω στην Ελλάδα. Σιωπηλά και χωρίς επικοινωνιακά τεχνάσματα, ένα νέο «κίνημα» έχει ήδη γεννηθεί: έλληνες επιστήμονες που σπούδασαν στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού, «πέτυχαν» το αμερικανικό όνειρο και τώρα το… φέρνουν στην Ελλάδα.
Εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, νεοφυείς επιχειρήσεις βιοϊατρικής ή διαχείρισης τροφίμων ακολουθούν την αντίθετη πορεία. Δεν φεύγουν από την Ελλάδα για να πετύχουν στο εξωτερικό, αλλά πετυχαίνουν στο εξωτερικό και επιστρέφουν στην Ελλάδα. Πρόκειται για εταιρείες νέων, αποφοίτων του Χάρβαρντ, του ΜΙΤ ή άλλων κορυφαίων ιδρυμάτων, οι οποίοι ιδρύουν παραρτήματα στη χώρα μας, τα οποία μάλιστα στελεχώνουν με τη νέα γενιά Ελλήνων που θα συνδεθούν με τις επιστημονικές «γέφυρες» του εξωτερικού.

Από τη Μασαχουσέτη στην Αθήνα

Ο Γιώργος Παπαβασιλείου, γεννημένος στη Νέα Υόρκη και έχοντας ζήσει σε Χαϊδελβέργη, Πάτρα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Βοστώνη, δικαίως μπορεί να φέρει τον τίτλο του κοσμοπολίτη. «Οταν με τη Δήμητρα και τον Τιμ ξεκινήσαμε την εταιρεία μας στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, στο πίσω μέρος του μυαλού μας είχαμε και την Ελλάδα», λέει μιλώντας στα «ΝΕΑ» και συνεχίζει: «Ακόμη και το σήμα της εταιρείας μας παραπέμπει στην Ελλάδα. Είναι η αρχαία ύδραυλις. Το παλαιότερο τέτοιο όργανο βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείου Δίου στη Μακεδονία, από όπου και οι ρίζες μου».

«Βλέποντας τις δυνατότητες που αναπτύσσονται τελευταία στον τομέα των ψηφιακών εφαρμογών στην Ελλάδα αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε ένα παράρτημά μας στην Αθήνα» εξηγεί για την εταιρεία που συν-δημιούργησε, την Avlos: «Είναι μία εταιρεία υπηρεσιών τεχνολογικής υποδομής και λογισμικού με επίκεντρο κυρίως τη μηχανική εκμάθηση και αιχμή σε λύσεις καινοτομίας. Μετά τις σπουδές μας δουλέψαμε σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες στις ΗΠΑ και γρήγορα πήραμε το ρίσκο να δημιουργήσουμε τη δική μας. Ξεκινήσαμε με ίδια κεφάλαια, από χρήματα που είχαμε αποταμιεύσει. Αυτό είχε το πλεονέκτημα της ελευθερίας κινήσεων αρχικά και των επιλογών μας μετέπειτα».

Η εταιρεία τους συνέβαλε πρόσφατα στην υλοποίηση του data.gov.gr, της νέας εφαρμογής του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τα ανοικτά δεδομένα του κράτους, όπως είναι για παράδειγμα τα πρόσφατα στατιστικά για τους εμβολιασμούς.

«Για αυτή την εφαρμογή είμαστε πολύ περήφανοι» συμπληρώνει ο Γιώργος. «Οταν κάποιος ξεκινάει το μακρύ ταξίδι της ξενιτιάς, αφήνει ένα κομμάτι του εαυτού του πίσω. Δεν ξέρω αν είναι ο ήλιος, το φως, ο καλός καιρός και οι ζεστοί άνθρωποι, αλλά ένα κομμάτι μας μένει πίσω. Και όταν οι συνθήκες φαίνονται ότι αλλάζουν πάντα ψάχνεις ευκαιρία να επιστρέψεις, έστω και με το ένα πόδι. Η επένδυση στην Ελλάδα είναι μια συνειδητή επένδυση. Παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητές μας απλώνονται σε Ευρώπη και Αμερική, ένα μεγάλο κομμάτι του δυναμισμού μας προέρχεται από την Ελλάδα. Σχεδιάζουμε να το αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο».

Τι κάνουν σήμερα; Ο τρίτος της παρέας των συνιδρυτών της εταιρείας, Τίμης Ιωαννίδης, απαντάει: «Συνεργαζόμαστε με πολλές μεγάλες εταιρείες σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ελλάδα σε τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, του αθλητισμού, της βιοϊατρικής και ανάπτυξης φαρμάκων, της τηλεϊατρικής, της προστασίας της βιοποικιλότητας, της ναυτιλίας, τις επικοινωνίες».

Η ευκαιρία του Coivd

«Σε εμάς το breakthrough ήρθε και εξαιτίας του κορωνοϊού όταν αναλάβαμε την ψηφιακή διαχείριση δεδομένων ασθενών σε μονάδες εντατικής θεραπείας Covid-19 που παρακολουθούνταν με ένα σύστημα μη επεμβατικών αναπνευστικών αισθητήρων» εξηγεί ο Γιώργος. «Οι αισθητήρες προσαρμόζονται στον θώρακα των ασθενών και παρακολουθούν τον ρυθμό αναπνοής τους. Τελικά η εταιρεία μας δημιούργησε ένα ψηφιακό εργαλείο που σε πραγματικό χρόνο μπορούσε να λαμβάνει δεδομένα μεγάλου αριθμού ασθενών, και να παρέχει ακριβείς προβλέψεις. Το ίδιο σύστημα μπορεί να παρέχει λύσεις σε πραγματικό χρόνο στη βιομηχανία, στις επιχειρήσεις, ακόμη και σε κυβερνήσεις. Ετσι, οι απαιτήσεις σε προσωπικό μεγάλωσαν γρήγορα και άμεσα στραφήκαμε στην Ελλάδα αναζητώντας καλούς μηχανικούς. Πάντα, άλλωστε, είχαμε το μυαλό μας πίσω. Μέσα σε έξι μήνες είχαμε προσλάβει δέκα ελληνίδες και έλληνες μηχανικούς και ξεκινήσαμε και το παράρτημα της Αθήνας» συνεχίζει.

Στην ίδια εταιρεία εργάζεται και η Δήμητρα Σκλαβιάδη, με σπουδές στη Μηχανολογία και Εμβιομηχανική στο ΜΙΤ και το Tufts. Εργάστηκε στο εργαστήριο του Langer στο ΜΙΤ, το μεγαλύτερο στον κόσμο στη μηχανική ιστών, εκεί όπου η βιοτεχνολογία συναντά την επιστήμη των υλικών. Είναι η CEO της εταιρείας Avlos. «Αν και είμαστε ουσιαστικά συνέταιροι, είναι δύσκολο να ηγείσαι μιας ομάδας που το 90% αποτελείται από άνδρες» λέει η ίδια χαριτολογώντας και συμπληρώνει: «Η γυναικεία παρουσία σε εταιρείες υψηλής τεχνολογίας δεν είναι έντονη, πολύ περισσότερο δε η CEO να είναι γυναίκα. Η γυναικεία παρουσία είναι ένα από τα θέματα που με απασχολεί όταν προσλαμβάνουμε νέους μηχανικούς. Προσπαθούμε πάντα να βρούμε νέες γυναίκες σε έναν χώρο που είναι ακόμη ανδροκρατούμενος και στις ΗΠΑ αλλά και στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι όλοι εμείς που επαγγελματικά «μεγαλώσαμε» έξω μπορούμε να μεταφέρουμε την εμπειρία μας πίσω και σε συνδυασμό με το ελληνικό ταπεραμέντο να πετύχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα».

Βιοτεχνολογία στη Βοστώνη

Ο Θρασύβουλος Καρύδης έκανε το μεταπτυχιακό του στη Βιοτεχνολογία αλλά έχει ασχοληθεί με ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων. Οπως λέει στα «ΝΕΑ» σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανολόγος στο Πανεπιστήμιο Πατρών και συνέχισε τις σπουδές του στο ΜΙΤ στην ομάδα Molecular Machines του Media Lab και στο MIT Center for Bits and Atoms. Στο πλαίσιο της έρευνάς του, ανέπτυξε εφαρμογές βαθιάς μάθησης (Deep Learning) και τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) για την εξέλιξη, αναδίπλωση και σχεδιασμό πρωτεϊνών.

Εντός και εκτός πανεπιστημίου, όμως, έχει ξεκινήσει πολλά έργα με μεγάλες φαρμακευτικές, αποκτώντας τελικά εμπειρία στον σχεδιασμό καινοτόμων λύσεων στο πεδίο της εύρεσης φαρμάκων. Το 2018 μαζί με συνεργάτες του από το ΜΙΤ ξεκίνησαν στη Βοστώνη τη νεοφυή εταιρεία βιοτεχνολογίας DeepCure, με στόχο την ανακάλυψη φαρμάκων μικρών μορίων για ασθένειες που έως τώρα ήταν αδύνατο να βρεθούν.

Ετσι, με εφόδιο τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης και της υποδομής Cloud Computing έχουν δημιουργήσει μια πλατφόρμα αναζήτησης στον τεράστιο χώρο των χημικών ενώσεων, για την εύρεση μορίων με κατάλληλες φαρμακευτικές ιδιότητες.

Η εταιρεία απασχολεί αυτή τη στιγμή 20 άτομα, με ειδικότητες που κυμαίνονται στα επιστημονικά πεδία της Βιολογίας και Φαρμακευτικής Χημείας, αλλά και μηχανικούς υπολογιστών και εφαρμογών μηχανικής μάθησης. Τους τελευταίους μήνες είχε θετικά πειραματικά αποτελέσματα σε δύο θεραπευτικά προγράμματα στον τομέα της ογκολογίας.

«Οι ρυθμοί εργασίας στις ΗΠΑ είναι φοβερά γρήγοροι, και η πίεση της δουλειάς είναι μεγάλη» περιγράφει. «Η Βοστώνη, βέβαια, τα τελευταία χρόνια είναι το «silicon valley» των φαρμακευτικών και εταιρειών βιοτεχνολογίας και οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται είναι ανεκτίμητες. Ομως, η νοσταλγία για την Ελλάδα υπάρχει πάντα, και συχνό αντικείμενο συζήτησης των Ελλήνων εδώ είναι η ελπίδα επιστροφής, με δεδομένο βέβαια ότι μπορείς να συνεχίσεις να δουλεύεις και να ασχολείσαι με το αντικείμενο που σε ενδιαφέρει».

Η εταιρεία του δεν έχει έρθει ακόμη στην Ελλάδα, αλλά αυτό είναι στα άμεσα σχέδιά του: «Εχουμε ήδη δέκα έλληνες υπαλλήλους και συνεργάτες που δουλεύουν από την Ελλάδα. Από πλευράς μου, έχω στόχο την επέκταση της ομάδας στην Ελλάδα, και σύντομα την ίδρυση ελληνικού παραρτήματος στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης λογισμικού και αλγορίθμων μηχανικής μάθησης», καταλήγει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο