Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*

Το δόγμα δεν διεκδικούμε τίποτα που κυριαρχεί στο διατακτικό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία σαράντα έξι χρόνια,  με το προδηλώμενο «η Κύπρος κείται μακρυά», το «mea culpa» του Νταβός, την αναγνώριση «μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας» στο γράμμα της Συνθήκης των Πρεσπών, τη διακήρυξη περί μοναχοφάηδων, το «Καστελόριζο [που] δεν είναι στο Αιγαίο» και  τους συγκαιρινούς  νεολογισμούς περί επήρειας των νησιών στις οριοθετήσεις της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (AOZ),  υπογραμμίζουν τις αβελτηρίες που ταλανίζουν την ελληνική πολιτική ηγεσία στη διαδικασία ιεράρχησης, προσδιορισμού και εφαρμογής των εθνικών συμφερόντων.

Αναλυτικότερα και αξιολογώντας το στρατηγικό δόγμα της “Γαλάζιας πατρίδας”, με αντικειμενικό στόχο τη  «διασφάλιση- προστασία ανακηρυγμένων ή μη περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας» της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τη μη αναγνώριση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στις θαλάσσιες ζώνες των νησιών του Αιγαίου, καταδεικνύει τα διαφορικά πολιτικοστρατηγικά συμφέροντα μεταξύ Αθήνας- Άγκυρας. Ήδη από τις εργασίες της Τρίτης Διάσκεψης του Δικαίου της θάλασσας (1973-1982), η Τουρκία θα αποδειχθεί θιασώτης των αρχών της ευθυδικίας,  λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις σχετικές περιστάσεις για τη διαδικασία  οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών. Σε αντιδιαστολή με την αποδοχή της  εφαρμογής της αρχής της μέσης γραμμής, που ακολουθεί η Ελλάδα  (με εξαίρεση τις ειδικές περιστάσεις) ως κανόνα για τις οριοθετήσεις των αντίστοιχων ζωνών.

Ως εκ τούτου και επειδή «οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό», στις γραμμές που ακολουθούν, θα καταδείξουμε τον έωλο χαρακτήρα των τουρκικών αιτιάσεων σε μια προσπάθεια ν’ αναδειχθούν τα σημεία τρωτότητας του διατακτικού της τουρκικής διπλωματίας.

Κυριαρχία και κυριαρχικό δικαίωμα

Πρωταρχικά καλούμαστε να διακρίνουμε τη θεμελιώδη διάσταση μεταξύ κυριαρχίας και κυριαρχικού δικαιώματος. Με την πρώτη να ισοδυναμεί με την υπεροχή της κρατικής εξουσίας εντός της εδαφικής της επικρατείας-πληθυσμού και τη δεύτερη να περιορίζεται στην άσκηση συγκεκριμένων εξουσιών (έρευνας, εξερεύνησης, εκμετάλλευσης)  είναι ηλίου φαεινότερων, ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους στο βυθό της ΑΟΖ ορίζονται σε αναφορά προς την υφαλοκρηπίδα (Κρατερού-Στρατή, Δίκαιο Θάλασσας, σ. 138-139). Κατά τούτο και σε μια προσπάθεια να αποκωδικοποιήσουμε την μάχη των ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, καλούμαστε να αναδιφήσουμε στη διεθνή πρακτική για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ αντικείμενων κρατών, αναγιγνώσκοντας την πολυπλοκότητα του ζητήματος, σε συνάρτηση με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (ΔΔΘ) και τη Διεθνή νομολογία.

Ειδικότερα η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (ΣΔΘ) στο άρθρο 83 (1) για την υφαλοκρηπίδα και 74 (1) για την ΑΟΖ, περιγράφει τις τρεις μεθόδους του «κανόνα των οριοθετήσεων της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές», που συνίστανται στη σύναψη συμφωνίας, στην παραπομπή στο διεθνές δίκαιο και στη δίκαιη λύση. Συνεπαγόμενα στις περιπτώσεις που «οι αξιώσεις στην υφαλοκρηπίδα μεταξύ γειτονικών κρατών αλληλεπικαλύπτονται η οριοθέτηση δεν μπορεί να γίνει με μονομερή πράξη ενός από τα παράκτια κράτη». Αντίστοιχα μια οριοθέτηση με παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο ισοδυναμεί με τη χρήση του συνόλου των συμβατικών, εθιμικών,  γενικών και ειδικών διατάξεων του Δικαίου της Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της ευθυδικίας και των σχετικών περιστάσεων, για να καταλήξουν σε μια δίκαιη λύση.

Θα κάνει έρευνες;

Στο ίδιο πλαίσιο και στο ερώτημα εάν δύναται να υλοποιήσει η Τουρκία τις απειλές της, προβαίνοντας σε σεισμολογικές έρευνες στη νησιωτική υφαλοκρηπίδα της Κρήτης, η απάντηση συναρτάται με το ιστορικό προηγούμενο της κρίσης του 1976. Αναλυτικότερα στις 6 Αυγούστου του 1976 το «ΜΤΑ Σισμίκ Ι», με τη δεύτερη έξοδό του στο Αιγαίο,  θα προβεί στη διενέργεια τριών διαδοχικών ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός, με απότοκο τη διπλή προσφυγή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΑ/ΗΕ) και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ).

Το ΣΑ/ΗΕ  με την απόφαση 395/25‐8‐1976  συνέστησε στα δύο μέρη να «επαναλάβουν απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις για τις διαφορές τους και κάνει έκκληση προς αυτές να κάνουν ό,τι μπορούν για να εξασφαλισθεί ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές θα καταλήξουν σε αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις».

Αντίστοιχα η μονομερής προσφυγή της Αθήνας για τη λήψη προσωρινών μέτρων δεν κατέστη αποδεκτή από το ΔΔΧ, κρίνοντας ότι οι σεισμικές έρευνες που διενεργούσε η Τουρκία «είχαν προσωρινό χαρακτήρα και […] δεν εμπεριείχαν ιδιοποίηση ή άλλη χρήση των φυσικών πόρων των επίδικων τμημάτων της υφαλοκρηπίδας». Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ΔΔΧ δεν αποφανθεί περί της φύσης, αλλά περί των αποτελεσμάτων της τουρκικής ενέργειας, επισημαίνοντας ότι η λήψη προσωρινών μέτρων προεπίτασσε τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Αξίζει να σημειωθεί και να συγκρατηθεί για την μελλοντική ανάπτυξη των ελληνικών αιτιάσεων περί του ζητήματος οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, η απόφαση του  ΔΔΧ περί της αρμοδιότητάς του να εκδικάσει τη ελληνική μονομερή προσφυγή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το επιχείρημα της Ελλάδας, σχετικά με την  αρμοδιότητά του για την εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη ρήτρα δικαιοδοσίας  του  άρθρου  17  της  Γενικής  Πράξης  Ειρηνικού  Διακανονισμού των Διεθνών Διαφορών του 1928, στην οποία είχαν προσχωρήσει η Ελλάδα και η Τουρκία το 1931 και 1934 αντίστοιχα, προσέκρουε στην ελληνική επιφύλαξη για την εξαίρεση των διαφορών που αφορούν σε εδαφικό καθεστώς ( territorial status).  Κατά την ερμηνεία του ΔΔΧ, ο όρος εδαφικό καθεστώς περιλαμβάνει εννοιολογικά και την υφαλοκρηπίδα, γεγονός που το οδήγησε να κρίνει «εαυτό  αναρμόδιο  να  εκδικάσει  επί  της  ουσίας  την  μονομερή προσφυγή της Ελλάδας».

Εν ολίγοις, μία αντίστοιχη ενέργεια της Τουρκίας στην νησιωτική υφαλοκρηπίδα της Κρήτης δεν μπορεί να αποκλεισθεί στο βαθμό και στο μέτρο που η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου συναρτάται από τη βούληση και την ισχύ των κρατών. Γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ε. Βενιζέλος:

«Τα δίκαια, τα οποία φαίνονται ανήκοντα εις χείρας ασθενείς ή εξαρτώνται από θελήσεις ασθενικάς, εκείνα τα δίκαια δεν είναι άξια μεγάλου σεβασμού».

Υπό αυτό το πρίσμα, μια οποιαδήποτε πολιτική διαπραγμάτευση με την Τουρκία καθίσταται απαγορευτική, ενώ διπλωματικές ενέργειες για οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών με υπόλοιπα αντικείμενα κράτη δεν μπορεί παρά να είναι συνολικές και όχι τμηματικές, περιλαμβάνοντας: «[…] όλο το μήκος των ελληνικών θαλασσίων συνόρων από το Δέλτα του Έβρου ως και τη Στρογγύλη ανατολικά του Καστελόριζου».

Αυτό γιατί μία ενδεχόμενη αναγνώριση περιορισμένης ή καθόλου επήρειας του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου ισοδυναμεί με την απεμπόληση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, αποκόπτοντας οριστικά τη διασύνδεση των θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Κύπρου και  προσδίδοντας το γεωστρατηγικό πλεονέκτημα στην Άγκυρα να παγιώσει την de facto οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με την Τρίπολη, εισερχόμενη σε διαπραγματεύσεις με το Κάιρο για μία ανάλογη οριοθέτηση.

*Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Γράψτε το σχόλιό σας