Αντί της ευθυγράμμισης με τις διεθνείς συστάσεις, στράφηκαν κατά μείζονα λόγο το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και η κυβέρνηση στις δομές προσφύγων και μεταναστών.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η  μελέτη με τίτλο «Η διαχείριση της επιδημικής κρίσης COVID-19 στους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα. Κριτική ανάλυση» του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτικής Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ).

«Ενώ η έξαρση της πανδημίας σηματοδοτεί τον πολλαπλασιασμό των αναγκών υγείας, η κήρυξη της έκτακτης κατάστασης υγείας οδήγησε σε πολλές περιπτώσεις τη λήψη μέτρων διάκρισης σε βάρος των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών στο όνομα της αντιμετώπισης της πανδημίας» αναφέρουν οι ερευνητές.

«Οι διεθνείς συστάσεις θέτουν συστηματικά –μολονότι μη δεσμευτικά– τα ζητήματα της αποφυγής διακρίσεων, της αναλογικότητας των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, της αποφυγής του στιγματισμού, της διασφάλισης συνθηκών και εξοπλισμού προσωπικής υγιεινής, της εγγύησης καθολικής πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, της εγγύησης ασφαλούς στέγης (όπου θα μπορούσαν να ακολουθηθούν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης), της λήψης ακόμα και έκτακτων μέτρων για τη στέγαση των προσφυγικών πληθυσμών, της συμπερίληψής τους σε ένα οργανωμένο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης. Αγνοώντας τις συστάσεις αυτές σε όλη την πρώτη φάση αντιμετώπισης της πανδημίας στη χώρα μας, καθώς και στον πρόσφατο, “βελτιωτικό” νόμο για το μεταναστευτικό-προσφυγικό, η πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων εξαίρεσε εγνωσμένα τους πληθυσμούς αυτούς από το εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης της πανδημίας», σημειώνουν.

Κανένας μηχανισμός συνεχούς επιδημιολογικής επιτήρησης

Επισημαίνουν ότι οι παρατηρήσεις του εκπροσώπου του υπουργείου Υγείας για τον κοροναϊό, καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, ο οποίος στις 21 Απριλίου υπογράμμιζε στην ενημέρωση των συντακτών Υγείας τη «σημαντική δυναμική μετάδοσης» του κοροναϊού σε ευάλωτους πληθυσμούς, όπως οι φιλοξενούμενοι των κλειστών δομών, δεν άφησαν αποτύπωμα στην πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων.

Αντιθέτως: «Δεν έχει δημιουργηθεί κανένας μηχανισμός συνεχούς επιδημιολογικής επιτήρησης και επιθετικής ιχνηλάτησης των πιθανών κρουσμάτων. Αντίστοιχα και η διαχείριση της πρόσφατα βεβαιωμένης, και εργαστηριακά, διασποράς της επιδημίας σε μερικές δομές όπως του Κρανιδίου, δεν έχει συνοχή. Δεν υπάρχει δυνατότητα ιατρικής παρακολούθησης και απομόνωσης των κρουσμάτων, ούτε πρόνοια προστασίας των ευάλωτων πληθυσμών με μετακίνησή τους σε προστατευόμενη στέγαση», σημειώνουν.

Παρόμοιες τάσεις έχουν άλλωστε διαπιστωθεί και σε προηγούμενες πανδημίες, που οδήγησαν σε «θεσμοποίηση διακρίσεων σε βάρος τμημάτων του γενικού πληθυσμού, στο όνομα έκτακτων συνθηκών, και καθ’ υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας».

Ολόκληρη η έκθεση εδώ.

Το ΚΥΤ Μόριας επεκτείνεται

Απευθείας ανάθεση σε πιστοποιημένο εκτιμητή για τον προσδιορισμό της αξίας των μισθωμάτων, σχετικά με τη μίσθωση εκτάσεων στα νησιά που φιλοξενούν πρόσφυγες, προκειμένου να δημιουργηθούν (;) δομές φιλοξενίας αιτούντων άσυλο και Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, αποφάσισαν στο υπουργείο Μετανάστευσης, επισημαίνει σε δημοσίευμά της η «Εφημερίδα των Συντακτών»,.

Παρά το γεγονός ότι ΚΥΤ υπάρχουν και λειτουργούν σε όλα τα νησιά από το 2016 (στη Μόρια από το 2012), ο υπουργός Νότης Μηταράκης και ο γ.γ. Μ. Λογοθέτης αποφάσισαν να διαθέσουν το ποσό των 18.600 ευρώ, ώστε να εκτιμηθεί το ύψος των ενοικίων που πρέπει να καταβάλει το υπουργείο σε δομές που ήδη λειτουργούν, ενώ οι τοπικές κοινωνίες απαιτούν επιτακτικά το κλείσιμό τους, έστω και σταδιακά. Γεγονός που γεννά ερωτήματα αλλά και νέα δεδομένα ειδικά στη Μόρια, η οποία, όπως όλα δείχνουν, επεκτείνεται αντί να κλείσει, ενώ στη Χίο όλα είναι ρευστά.

Η ανάθεση στην πιστοποιημένη εκτιμήτρια Στυλιανή Αυγερίκου αφορά συγκεκριμένα τις περιοχές: θέσεις Ζερβού Σάμου, Πυλίου Κω, Λέπιδα Λέρου, εκτάσεις στα νησιά Λέσβου (περιοχή Μόρια) και Χίου, για την οποία Χίο δεν προσδιορίζεται σαφώς η θέση, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο μετακόμισης του ΚΥΤ από τη ΒΙΑΛ και το Χαλκειός σε άλλη περιοχή.

Οσον αφορά τη Λέσβο, πρόθεση της κυβέρνησης είναι η επέκταση της Μόριας με την τοποθέτηση περίφραξης γύρω από τον ελαιώνα όπου έχουν εξαπλωθεί οι σκηνές, ενώ στη Χίο η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη, αφού στην εκλογική έδρα του υπουργού, οι κάτοικοι στο Χαλκειός περιμένουν να τηρήσει την προεκλογική του υπόσχεση και να κλείσει τη ΒΙΑΛ.

Υπενθυμίζεται ότι στη Χίο πρόσφατη είναι η ενοικίαση των πρώην εγκαταστάσεων του εκδοτικού συγκροτήματος «Αλήθεια» με το πρόσχημα της κατασκευής προσωρινού χώρου καραντίνας, ενώ στο σχετικό συμφωνητικό παρεισέφρησε και όρος που επιτρέπει στο υπουργείο την επινοικίαση του χώρου σε άλλη υπηρεσία αν οι συνθήκες το απαιτήσουν. Ορος που έχει καταγγελθεί από το σύνολο σχεδόν των παρατάξεων του δημοτικού συμβουλίου ότι υποκρύπτει τη θέληση του υπουργείου για δημιουργία νέας δομής.

Η καταγγελία έχει την αξία της, αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι προκειμένου να είναι νόμιμη η αλλαγή χρήσης των εγκαταστάσεων της «Αλήθειας», θα πρέπει και νομικά ο χώρος να ονομαστεί «νέα δομή» μέσω κοινής υπουργικής απόφασης, κάτι που όμως ακόμα παραμένει σε εκκρεμότητα.

Και Frontex

Την παράταση της επιχείρησης ταχείας επέμβασης του Frontex σε Εβρο και Αιγαίο έως τον Ιούλιο ζήτησαν με επίσημο αίτημά τους προς τον ευρωπαϊκό οργανισμό Αστυνομία και Λιμενικό. Σύμφωνα με υψηλόβαθμο αξιωματούχο του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το σχετικό αίτημα υπεβλήθη την Τρίτη, και χθες στέλεχος του ευρωπαϊκού οργανισμού επιβεβαίωσε, μιλώντας στην «Καθημερινή», ότι «βρισκόμαστε σε συζητήσεις με τις ελληνικές αρχές για την παράταση της επιχείρησης για έναν επιπλέον μήνα».

Επισήμως, η Βαρσοβία (σ.σ.: εκεί βρίσκονται τα κεντρικά του Frontex) δεν έχει απαντήσει στο ελληνικό αίτημα, ωστόσο αρμόδιες πηγές αποκάλυψαν ότι η διοίκηση του οργανισμού έχει προφορικά κάνει αποδεκτό το αίτημα για παραμονή των Ευρωπαίων συνοριοφυλάκων στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας έως τις 6 Ιουλίου.

Το αρχικό αίτημα προς τον οργανισμό για ανάπτυξη της ομάδας ταχείας επέμβασης (RABIT) υπεβλήθη την 1η Μαρτίου, έπειτα από απόφαση του έκτακτου ΚΥΣΕΑ, δύο ημέρες μετά την έναρξη της πρόσφατης κρίσης με την Τουρκία. Ενα εικοσιτετράωρο αργότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής του Frontex, Φαμπρίς Λετζερί, είχε επισήμως αποδεχθεί το ελληνικό αίτημα τονίζοντας ότι «δεδομένης της ταχέως αναπτυσσόμενης κατάστασης στα ελληνικά εξωτερικά σύνορα με την Τουρκία, η απόφασή μου είναι να αποδεχθώ την έναρξη της ταχείας συνοριακής παρέμβασης που ζήτησε η Ελλάδα».

Το διάστημα που ακολούθησε, 100 Ευρωπαίοι συνοριοφύλακες αναπτύχθηκαν στις Καστανιές Εβρου. Στο Ανατολικό Αιγαίο αντίστοιχα, τα κοινοτικά μέσα έφτασαν τα 24 (χερσαία, πλωτά και εναέρια). Σύμφωνα με τα αρχικώς συμφωνηθέντα, η επιχείρηση ταχείας επέμβασης είχε δίμηνη διάρκεια και επρόκειτο να ολοκληρωθεί την 6η Μαΐου. Οπως όμως διευκρίνισε χθες στην «Κ» αξιωματούχος του Frontex, «από κοινού με τις ελληνικές αρχές αξιολογήσαμε την κατάσταση στα σύνορα και αποφασίσαμε να παρατείνουμε την επιχείρηση, αρχικά για έναν ακόμα μήνα, έως την 6η Ιουνίου».

Το νέο αίτημα προς τον οργανισμό για παράταση της επιχείρησης έως τον Ιούλιο υπεβλήθη έπειτα από εκτιμήσεις και αναλύσεις στελεχών της Αστυνομίας και του Λιμενικού, που κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι η σταδιακή άρση της καραντίνας στην Τουρκία, η πτώση της στάθμης των υδάτων στον Εβρο και η βελτίωση των καιρικών συνθηκών στο Αιγαίο θα οδηγήσουν σε νέα αύξηση της μεταναστευτικής πίεσης. Το Λιμενικό μάλιστα φέρεται να ζητεί όχι μόνο παραμονή των υφιστάμενων δυνάμεων στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά και την αύξησή τους με επιπλέον 6 σκάφη περιπολίας.

Γράψτε το σχόλιο σας