«’’Η Σούπα’’ μιλάει για τα μαύρα μας τα χάλια» επισημαίνει ο Στυλιανός Παρρής, συγγραφέας και σκηνοθέτης του ομώνυμου θεατρικού έργου που κάνει πρεμιέρα στις 9 Μαρτίου και θα παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο φιλόξενο Θέατρο ΊΣΟΝ στον Βοτανικό. Παίζουν η Ευαγγελή Φίλη, η Μαρία Στεφανίδου και ο Θανάσης Κούτουλας.

Δύο γυναίκες μάς μαγειρεύουν µία σούπα και ο άντρας παράγει τη μυσταγωγική μελωδία του βρασμού. Ανακατεύουν μαζί µε τα υλικά τις ζωές τους και τη σερβίρουν στους θεατές µε μόνη απαίτηση να τις νιώσουν, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι και να την χωνέψουν.

Το «χορταστικό» κείμενο του Στυλιανού Παρρή μιλάει με τρόπο αφοπλιστικό, πολύ χιούμορ, αλλά και δηκτική διάθεση, για «τις λάθος μας επιλογές ατομικές ή και κοινωνικές». Ο θεατής παίρνει το εισιτήριό του, την χαρτοπετσέτα του, κατατάσσεται υψομετρικά προς χάριν της θέασης στην ανάλογη θέση και παρακολουθεί τη θεαματική «διαδικασία» του μαγειρέματος στον σύγχρονο κόσμο µας, αυτόν της διαλυμένης μητριαρχίας. Με µια εύλογη απορία: Αυτές οι δύο γυναίκες μού απευθύνονται ως τι;

Μια παράσταση που στο τέλος σας κερνάει… σούπα! Μια σούπα που φιλοδοξεί να σας «κάψει τον εγκέφαλο!»

 

Πώς γεννήθηκε «Η Σούπα»;

«Η Σούπα» γεννήθηκε στην Ιθάκη το 2016. Στο νησί γνώρισα μία καλλιτέχνη που δίδασκε στους κατοίκους πώς να επαναχρησιμοποιούν τα υλικά που πετούσαν, ώστε να αποκτούν ξανά χρηστικότητα. Εκείνη με ενημέρωσε ότι ο ιδιοκτήτης του σούπερ μάρκετ πετούσε κάθε εβδομάδα λαχανικά φρέσκα, τα οποία μας παρότρυνε κάπως να τα χρησιμοποιήσουμε εμείς «οι καλλιτέχνες». Την ίδια νύχτα λοιπόν συνέλαβα την ιδέα, έστησα και έγραψα τη συνθήκη μιας παράστασης που σου προσφέρει ένα ζεστό πιάτο φαί και υπόγεια συμβουλές ζωής. Έτσι γράφω και τα θεατρικά μου, τα ποιήματά μου, τα κείμενά μου γενικά. Την εξωστρέφεια τους, την κοινοποίηση τους την επιβάλλει πάντα η ανάγκη, ο σκοπός, ο στόχος κι όχι το θέλω μου.

Το γεγονός ότι είστε ηθοποιός έπαιξε ρόλο στον τρόπο με τον οποίο γράψατε τη «Σούπα»;

Όταν γράφω ένα θεατρικό έργο, συνθέτω τον λόγο με το συναίσθημα που θέλω να προκύψει. Μπαίνω στη θέση του συναδέλφου που θα κληθεί να δώσει υπόσταση στον χαρακτήρα και φροντίζω ακόμη περισσότερο αυτό που γράφω να προκύπτει φυσικά. Ο λόγος, ο ρυθμός, οι τονισμοί, οι παύσεις, η κίνηση, το φως, τα αντικείμενα παύουν να είναι σκηνικές λεπτομέρειες ή σημειώσεις συγγραφέα και αποκτούν ισότιμη βαρύτητα με τα μαύρα γράμματα, τις λέξεις.

Για τι ακριβώς μιλάει η «Σούπα»;

«Η Σούπα» μιλάει για τα μαύρα μας τα χάλια. Για τις λάθος μας επιλογές ατομικές ή και κοινωνικές. «Η Σούπα» εξερευνεί τα όρια της ευγνωμοσύνης και της αχαριστίας. Αντηχεί στ’ αυτιά μας σαν την εκνευριστική φωνή ενός «ξερόλα» που σου επαναλαμβάνει «Εγώ, αφού σου τα ‘λεγα» ή σαν την καθησυχαστική φωνή της μάνας που ηρεμεί με το «δεν πειράζει παιδί μου». Για μένα το νόημα δεν έρχεται από το τι σου λέει «Η Σούπα» αλλά από το τί σου μένει όταν πια την έχεις γευτεί και χωνέψει.

Πώς θα σκιαγραφούσατε τις δύο κεντρικές ηρωίδες του έργου;

Είναι οι δύο πόλοι. Η διαχρονική και η σύχρονη γυναίκα. Το διαχρονικά πετυχημένο μοντέλο της «Ελληνίδας μάνας» και το σύγχρονο μοντέλο της «Ελληνίδας» που πολεμάει να κατανοήσει ποια και πού είναι η θέση της σήμερα. Το Άλφα: η μητέρα, η σύζυγος, η μητριαρχία, η αγάπη και το Ωμέγα: η γυναίκα, η απελευθερωμένη, η χειραφετημένη, που θέλει να απολαύσει τη ζωή. Αυτές οι δυναμικές βράζουν μέσα στην κατσαρόλα τους.

Και ποιος ο ρόλος του τρίτου προσώπου;

Για να πετύχει «Η Σούπα» χρειάζονται οι σωστές αναλογίες. Σε μια θεατρική παράσταση πιστεύω ότι η μουσική και τα τραγούδια πρέπει να υπάρχουν για να βοηθούν μέσω της αρμονίας να καταγραφεί η πληροφορία στο ασυνείδητο του θεατή. Γι’ αυτό αποφάσισα να εντάξω επί σκηνής τον μουσικό. Να τον χρησιμοποιήσω ως μελωδό του βρασμού και τη φωνή της αλήθειας. Ο ρόλος του είναι να προσφέρει τη μυσταγωγία μέσα απ’ τη ρευστή του κίνηση, την πρωτότυπη μουσική του και τους εμπνευσμεύνους από τη «Σούπα» στίχους του.

Σε τι θέατρο πιστεύετε; Ή για να το θέσω αλλιώς, ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η λειτουργία του θεάτρου;

Το θέατρο που πιστεύω δεν είναι εκείνο το «για την ψυχή μας» μήτε το «ελεύθερο» της ελευθεριότητας. Πιστεύω στο θέατρο που προκύπτει, που επιβάλει η εποχή μας. Μικρές σκηνές που σβήνουν την απόσταση μεταξύ θεατή – υποκριτή. Χρήση της περφόρμανς, του βίντεο αρτ, του ινσταλέισον, των νέων τεχνολογιών. Αλήθεια και μόνο αλήθεια στο κείμενο και καμιά φορά και ωμή. Με  θεματικές που αφορούν, που τις κάνει η εποχή να μας αφορούν. Θέατρο που ξεφεύγει από το θέαμα, τις σκηνοθεσίες και την ποίηση ήθους μα στέκει δίπλα στον θεατή. Δεν τον κάνει να νιώθει χαζός αν δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει ο ποιητής μα του προσφέρει νέες θεατρικές εμπειρίες και τον βοηθά να αγαπήσει τη ζωή.

«Η Σούπα» σας τι γεύση πιστεύετε ότι θα αφήσει στους θεατές φεύγοντας; Ή τουλάχιστον τι θα θέλατε εσείς;

Πιστεύω θα τη νιώσουν. Θα τις νιώσουν αυτές τις δύο γυναίκες και μέσα από τις ταυτίσεις θα ‘ρθούνε και οι συγκρίσεις. Κι όταν φτάσουμε στην προσφορά της σούπας της ζεστής στα χέρια του θεατή και τη στιγμή της γεύση της, θα είναι το καλύτερό μου. Αυτό το «φυσάω για να κρυώσει», τη σιωπή για να φάνε οι θεατές τη σούπα, τα περιμένω πώς και πώς. Προσωπικά «Η Σούπα» μου θέλω να τους «κάψει» πρώτα τον εγκέφαλο, κατόπιν να τους γλυκάνει την καρδιά και στο τέλος να τους αφήσει μια εύγευστη νότα.

Γράψτε το σχόλιο σας