Ο Dennis Kelly είναι ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της σύγχρονης βρετανικής σκηνής. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες στον κόσμο και έχουν μεταφραστεί σε περίπου 40 γλώσσες. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε μέσα από το “DNA”, που αυτή τη στιγμή διδάσκεται επισήμως στα λύκεια της Αγγλίας, τα «Ορφανά», που έχουν παρουσιαστεί τόσο από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, όσο και από το ΚΘΒΕ, αλλά και το μιούζικαλ «Ματίλντα», για το λιμπρέτο του οποίου ο Kelly βραβεύθηκε με Tony Award, το αντίστοιχο θεατρικό… Όσκαρ.

Το νέο του θεατρικό έργο – ένας συνταρακτικός μονόλογος για τη βία, την εξουσία και τη σχέση των δύο φύλων στη σύγχρονη πατριαρχική κοινωνία – έχει τίτλο “Girls & Boys” και έκανε πρεμιέρα τον Φεβρουάριο του 2018 στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου με πρωταγωνίστρια την Carey Mulligan.

Η ιστορία θέλει μία γυναίκα να γνωρίζει τυχαία τον μέλλοντα σύζυγό της σ’ ένα αεροδρόμιο. Ένας έντονος, παθιασμένος, τρελός έρωτας. Σύντομα αρχίζουν να φτιάχνουν την κοινή τους ζωή. Αγοράζουν σπίτι, χτίζουν καριέρες, κάνουν παιδιά – μία συνηθισμένη οικογένεια. Μέχρι που εκείνος αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με τη δουλειά του, ενώ εκείνη απολαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερη επαγγελματική αναγνώριση. Οι ισορροπίες ανατρέπονται. Τα πάντα αλλάζουν παίρνοντας μία απροσδόκητη και εφιαλτική τροπή…

Οι θεατές έβγαιναν από το θέατρο σε κατάσταση σοκ. Όπως εύστοχα έγραψαν οι New York Times, «το έργο ξεκινάει σαν ένα τρυφερό πορτρέτο μίας ερωτικής σχέσης για να καταλήξει σε μία ψυχρή αξιολόγηση μίας τραγωδίας, με τον θεατή να αναρωτιέται σιωπηλά πώς το ένα οδήγησε στο άλλο».

Τη φετινή χειμερινή σεζόν το θεατρόφιλο κοινό της Αθήνας θα έχει την ευκαιρία να μυηθεί κι αυτό στην ανατριχιαστική ιστορία του “Girls & Boys”. Από τις 7 Οκτωβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 το έργο θα παρουσιάζεται, σε μετάφραση – σκηνοθεσία της Άννας – Μαρίας Στεφαδούρου, στο Θέατρο 104. Την κεντρική ηρωίδα θα ερμηνεύσει η νεαρή, ταλαντούχα ηθοποιός Δώρα Παρδάλη.

Τα σκηνικά υπογράφει η Ηλέκτρα Σταμπούλου, τα κοστούμια η Βασιλική Σύρμα, ενώ τους φωτισμούς επιμελείται ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου.

Η σκηνοθέτιδα και η πρωταγωνίστρια της παράστασης μίλησαν στο www.in.gr για τα συναισθήματα που τους γεννάει το έργο, τις κοινωνικές του προεκτάσεις, αλλά και τη βία… μέσα μας.

Πώς ήρθατε σε επαφή με το έργο και ποια τα συναισθήματά σας όταν το διαβάσατε για πρώτη φορά;

Άννα-Μαρία: Μ’ ενδιαφέρουν πολύ οι επιλογές καλλιτεχνών που εκτιμώ και με συγκινούν, οπότε όταν είδα πως η Carey Mulligan παίζει αυτόν το μονόλογο, έπρεπε να τον διαβάσω. Ζήτησα τη βοήθεια κάποιων φίλων στο Λονδίνο και σε λίγες μέρες είχα το έργο. Δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Και με το που το τελείωσα, το ξαναδιάβασα επί τόπου. Γνωρίζοντας το τέλος, διαβάζεις άλλο έργο από την αρχή.

Δώρα: Όταν το διάβασα έπαθα σοκ. Θυμάμαι να σκέφτομαι τελειώνοντας το : «Πρέπει να το κάνουμε αυτό το έργο. Πρέπει να την πούμε αυτή την ιστορία. Θέλω τόσο πολύ να παίξω αυτή την ηρωίδα». Οπότε πήρα την Άννα Μαρία ενθουσιασμένη και της είπα πως είμαι μέσα με τα μπούνια, όπως θα έλεγε και η ηρωίδα μου.

Τι σας γοητεύει στον τρόπο γραφής του;

Άννα-Μαρία: Ξεκάθαρα το ότι είναι γραμμένο στιγμή-στιγμή και μας ταξιδεύει σε όλη την εμπειρία αυτής της γυναίκας όπως ακριβώς την έζησε, με όσες πληροφορίες και προσλαμβάνουσες είχε. Όπως ακριβώς ζούμε όλοι τη ζωή μας. Και σίγουρα δεν μπορώ να αφήσω απέξω το γεγονός ότι όλα τα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο έργο είναι αληθινά, πράγμα που του δίνει ακόμα μεγαλύτερη υπόσταση.

Δώρα: Νομίζω πως το πιο γοητευτικό στοιχείο του είναι η αμεσότητά του. Στα λεγόμενα «chats» του έργου δεν υπάρχει τέταρτος τοίχος, δεν υπάρχει κανενός είδους «κλασική» θεατρική σύμβαση. Η ηρωίδα και το κοινό βρίσκονται εκεί, μαζί, αντιμέτωποι μεν αλλά σύμμαχοι στη στιγμή, σύμμαχοι στην εξιστόρηση αυτής της ιστορίας.

Πώς θα σκιαγραφούσατε την ηρωίδα του;

Άννα-Μαρία: Δύσκολο να μιλήσουμε γι’ αυτή τη γυναίκα χωρίς να προδώσουμε το έργο και τις ανατροπές του. Θα έλεγα ότι έχει διανύσει πολλά πολλά χιλιόμετρα κι εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα του ταξιδιού αυτού.

Δώρα: Η ηρωίδα μου είναι μία εξαιρετικά δυνατή γυναίκα, είναι μια γυναίκα που ξέρει να επιβιώνει. Είναι μια γυναίκα που ξέρει – και το ξέρει βιωματικά πια- πως οι άνθρωποι είναι ικανοί για το υπέροχο και το αποτρόπαιο ταυτόχρονα,  αλλά που επιλέγει να συνεχίζει, παρ’ όλες τις πληγές της, να πιστεύει στην ανθρωπότητα και στην αγάπη. Η ηρωίδα μου πάντα συνεχίζει, βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και συνεχίζει. Τη θαυμάζω. Θαυμάζω τη γενναιοδωρία της και την τόλμη με την οποία μοιράζεται την ιστορία της. Α, και έχει χιούμορ. Το λατρεύει το χιούμορ, είναι το πιο σπουδαίο της όπλο απέναντι στη ζωή.

Τι ρόλο παίζει στο έργο η ίδια η κοινωνία και το πατριαρχικό της μοντέλο;

Άννα-Μαρία: Διακριτικότατο, αλλά εξαιρετικά καταλυτικό. Κι αυτό είναι κι ένα από τα πράγματα που λάτρεψα στο έργο. Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε ακέραιοι κι ελεύθεροι, μέσα σε μία κοινωνία μεγαλώνουμε κι αυτή μάς ορίζει κανόνες και αξίες.

Δώρα: Αναρωτιέμαι συχνά αν το έργο θα υπήρχε και αν η ιστορία αυτής της γυναίκας θα ήταν η ίδια σε μια κοινωνία που δεν είναι πατριαρχική. Και η απάντηση μου είναι πάντοτε όχι.

Θεωρείτε ότι η βία ενυπάρχει σε όλους μας ή έχει σχέση και με το φύλο του κάθε ανθρώπου;

Άννα-Μαρία: Νομίζω σε όλους μας ανεξάρτητα από το φύλο. Και συχνά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη αγάπη. Όταν μας παίρνουν κάτι που αγαπάμε, όταν κάποιος βλάπτει κάποιον που αγαπάμε ή όταν κάποιος που αγαπάμε μας βλάπτει, η βία έρχεται κάπως πιο εύκολα. Τουλάχιστον ως επιθυμία, αν όχι ως εφαρμογή.

Δώρα: Κι εγώ πιστεύω ότι η βία ενυπάρχει σε όλους μας, είναι συστατικό της ανθρώπινης φύσης. Δε μπορείς να το αγνοήσεις, ούτε να κάνεις πως δεν υπάρχει. Στο έργο αναφέρεται πως συνήθως η βία είναι έκφραση μιας ανδρικής παρόρμησης. Νομίζω πως περισσότερο έχει να κάνει με τον τρόπο που ανατρέφονται τα δύο φύλα και το πώς μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα θέματα εξουσίας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η έκφραση βίας από τους άνδρες χρησιμοποιείται ως στοιχείο ένδειξης του «ανδρισμού» τους ή ως στοιχείο επιβολής τους σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο. Επίσης δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις  που μια βίαιη συμπεριφορά αντιμετωπίζεται με περισσότερη αποδοχή και επιείκεια όταν εκφράζεται από έναν άνδρα παρά από μία γυναίκα. Πιθανότατα λοιπόν οι άνδρες να είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τέτοιες συμπεριφορές, γιατί το πιο τρυφερό και ευάλωτο κομμάτι τους καταπιέζεται από εκείνη την κοινωνική απαίτηση που τους θέλει ενεργητικούς, ανταγωνιστικούς, δραστικούς και κάπως «όχι συναισθηματικούς».

Γράψτε το σχόλιο σας