Στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα» ο βασιλιάς της χώρας ζητάει συνεχώς από τους ράφτες τους να του φτιάχνουν καινούργια ρούχα διότι πιστεύει ότι έτσι, μαζί με τον θαυμασμό, θα κερδίσει και την υποταγή των υπηκόων του.

Οι ραφτάδες όμως δεν προλαβαίνουν και έτσι κάθε τόσο, προσλαμβάνονται καινούργιοι. Ανάμεσά τους και δύο απατεώνες που τον πείθουν ότι θα του ράψουν ρούχα από ένα μαγικό ύφασμα το οποίο θα μπορούν να δουν μόνο οι έξυπνοι.

Προσποιούνται ότι κόβουν, ράβουν και κεντάνε αόρατες φορεσιές. Κανείς δεν τις βλέπει – του βασιλιά συμπεριλαμβανομένου – αλλά κανείς δεν το ομολογεί για να μη θεωρηθεί βλάκας.

Ολοι προσποιούνται ότι θαυμάζουν τις υπέροχες ενδυμασίες και σιγά σιγά αυθυποβάλλονται (όπως θα λέγαμε στη γλώσσα των ενηλίκων) ότι όντως υπάρχουν.

 

Την ημέρα που γίνεται η μεγάλη παρέλαση για να θαυμάσουν οι υπήκοοι την καινούργια γκαρνταρόμπα του αυτοκράτορα – που εννοείται ότι παρελαύνει ολόγυμνος – ένα παιδί, μακριά ακόμη από τέτοιου είδους συμβάσεις, αποκαθιστά την αλήθεια φωνάζοντας «Ο βασιλιάς είναι γυμνός».

 

Και όλοι τότε, ακόμη και ο ίδιος, συνειδητοποιούν τη βασιλική «γύμνια» που κουκούλωνε η απατηλή λάμψη της εξουσίας.

 

Ολο και πιο συχνά τελευταία έρχεται στο μυαλό μου η ιστορία του δανού παραμυθά. Αφορμή ο μετεκλογικός Αλέξης Τσίπρας. Οχι σαν αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή σαν πολιτική μονάδα αλλά σαν «ανθρωπομονάδα» – ένας όρος που χρησιμοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης.

 

Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, πριν από πέντε χρόνια, κάλπασε προς την κορυφή καβάλα στο άτι μίας ιδεολογίας που συγκινούσε και ξεσήκωνε. Η εγκατάσταση στην εξουσία «σκότωσε» την ιδεολογία (όπως πίστευε άλλωστε και το είδωλό του, ο Τσε Γκεβάρα).

 

Τον έντυσε όμως με τα λαμπερά ρούχα του «βασιλιά». Αυτά που, αν και άυλα, κρύβουν με τα πλουμίδια τους τις γύμνιες και κάνουν ακόμη και τις ατέλειες να μοιάζουν με αντικομφορμιστικές επικοινωνιακές υπερβάσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας παθιάστηκε με την εξουσία – όχι μόνο για να την ασκεί αλλά και για να την περιφέρει. Και έχω την εντύπωση ότι και η εξουσία τον αγάπησε.

 

Τον μεταμόρφωσε έτσι ώστε να μαγεύει τους δικούς του και να φοβίζει τους απέναντι – τις παραμονές των εκλογών ακόμη και οι αντίπαλοί του ανησυχούσαν μήπως τελικά «το γυρίσει το ματσάκι».

 

Και ύστερα ήρθε η 7η Ιουλίου. Για να επιβεβαιώσει το υπό του Ταλεϋράνδου ρηθέν ότι κανένας αποχαιρετισμός δεν είναι τόσο βαρύς όσο ο αποχαιρετισμός της εξουσίας.

 

Ο «βασιλιάς» έμεινε γυμνός. Τα «ρούχα» της αξιωματικής αντιπολίτευσης – που, ούτως ή άλλως έχουν θεσμική εξουσία, δεν του κάνουν πλέον αφού ο ίδιος επέλεξε να εγκλωβιστεί σε εκείνο το αυτοαναφορικό «Τώρα μιλάει ο πρωθυπουργός της χώρας». Εκανε το λάθος να αφήσει την εξουσία να τον εξουσιάσει. Και τώρα να μην έχει από πού να πιαστεί. Στη ΔΕΘ είδαμε τον πιο αμήχανο Τσίπρα ever.

«Αρχή άνδρα δείκνυσι» έλεγαν οι αρχαίοι μας. Νομίζω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη περισσότερο η απώλειά της.