Ηταν μια μαύρη εβδομάδα για τις εθνικές ομάδες του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ. Η μπασκετική «επίσημη αγαπημένη» αποκλείστηκε στη δεύτερη φάση του Μουντομπάσκετ πριν φτάσει στους «8»: είχε πάει στην Κίνα για να διεκδικήσει μετάλλιο.

Η εθνική του ποδοσφαίρου έχει ήδη αποκλειστεί από το τελικά του Εuro του 2020. Θα πρέπει να γίνουν απίθανα πράγματα για να φτάσει να διεκδικήσει την πρόκριση, τόσο παράδοξα που δεν υπάρχει λόγος καν να τα αναφέρουμε.

 

Δυσκολία

Οι δύο ομάδες έχουν μεγάλες διαφορές, αλλά και μία ομοιότητα: από τη στιγμή που σταμάτησαν οι συνεχόμενες επιτυχίες τους, έχουν τρομακτική δυσκολία να ξαναπλησιάσουν τους στόχους τους, που θυμίζω πως δεν είναι ίδιοι. Για την εθνική του μπάσκετ στόχος σε κάθε μεγάλη διοργάνωση είναι τουλάχιστον η παρουσία στους ημιτελικούς, ή έστω στους προημιτελικούς – αν μιλάμε για Ολυμπιακό τουρνουά ή για Μουντομπάσκετ π.χ. Η εθνική του ποδοσφαίρου αντιθέτως, θα ήταν ευχαριστημένη αν είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή της απλά στα τελικά του Euro. Οι διοργανώσεις στα δυο σπορ έχουν διαφορετική δυσκολία.

 

Πρωταθλήτρια

Το 1987 η εθνική ομάδα του μπάσκετ εκμεταλλεύτηκε την έδρα της, το καυτό Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, και με τον Γκάλη και τα άλλα παιδιά έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Αυτό το γεγονός βοήθησε ώστε να χτίσει η συγκεκριμένη ομάδα μία τεράστια αυτοπεποίθηση. Δύο χρόνια αργότερα στα τελικά του Πανευρωπαϊκού στη Γιουγκοσλαβία ήρθε δεύτερη πίσω από τους απλησίαστους τότε γηπεδούχους. Ακολούθησαν ένα σωρό συμμετοχές σε ημιτελικούς μεγάλων διοργανώσεων, ήττες σε μικρούς τελικούς και συμμετοχές σε Ολυμπιακούς Αγώνες – πράγμα που μέχρι το 1987 έμοιαζε όνειρο απαγορευμένο. Οταν κάποια χρόνια αργότερα, ο Διαμαντίδης, ο Σπανούλης, ο Παπαλουκάς και οι υπόλοιποι εμφανίστηκαν και αποδείχθηκαν άξιοι διάδοχοι του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Χριστοδουλου η Εθνική μας επέστρεψε στον θρόνο της κερδίζοντας ένα δεύτερο χρυσό σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, ενώ στη Σαϊτάμα στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας κέρδισε τους Αμερικανούς και έπαιξε στον τελικό με τους Ισπανούς από τους οποίους και έχασε.

Το 2009 στην Πολωνία κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο και κάπου εκεί είχαμε το τέλος του παραμυθιού: από τότε σε όλες τις διοργανώσεις που η ομάδα αυτή πήρε μέρος δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, που πάντα καλλιεργούνται.

Το 2011 μία ομάδα χωρίς αστέρια με προπονητή τον Ηλία Ζούρο κατάφερε στο Ευρωπαϊκό να τερματίσει 6η. Είναι το καλύτερο πλασάρισμα που έχει σε διοργάνωση μετά το χάλκινο μετάλλιο στην Πολωνία. Σε όλες τις άλλες διοργανώσεις που έχει πάρει μέρος τα τελευταία χρόνια τα έχει πάει χειρότερα.

 

Θαύμα

Η εθνική του ποδοσφαίρου έκανε κάτι που χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη έκπληξη όλων των εποχών το 2004: έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης στην Πορτογαλία. Μολονότι πολλοί μίλησαν για θαύμα η εθνική ομάδα κατάφερε να δώσει συνέχεια στα κατορθώματά της. Προκρίθηκε στα τελικά του Ευρωπαϊκού του 2008, προκρίθηκε στο Μουντιάλ του 2010, προκρίθηκε στο Ευρωπαϊκό του 2012 (όπου μάλιστα πέρασε και στον δεύτερο γύρο), προκρίθηκε στο Μουντιάλ του 2014, όπου έχασε στα πέναλτι από την Κόστα Ρίκα την ευκαιρία να αγωνιστεί στα προημιτελικά. Κι από εκεί και πέρα σκοτάδι πυκνό: μόνο στα προκριματικά του Μουντιάλ του 2018 η ομάδα αυτή έδειξε ότι έχει σφυγμό. Με προπονητή τον Μίκαελ Σκίμπε τότε, χωρίς να κάνει θεαματικά αποτελέσματα στη διάρκεια του τουρνουά, κατάφερε τουλάχιστον να πλασαριστεί δεύτερη πίσω από τους πανίσχυρους Βέλγους. Στα μπαράζ που ακολούθησαν όμως προέκυψαν οι Κροάτες και το ταξίδι της Εθνικής τελείωσε άδοξα. Ακολούθησαν αποτυχημένα αποτελέσματα στο UEFA Νations League και τραγικές εμφανίσεις στο Ευρωπαϊκό του 2020 που δεν έχει τελειώσει. Η παρουσία της ομάδας αυτής στα μπαράζ του Μουντιάλ του 2018 μοιάζει να είναι η εξαίρεση σε έναν κανόνα αποτυχημένων αποτελεσμάτων από το 2014 κι έπειτα.

 

Δυσκολία

Γιατί οι δύο αυτές εθνικές μας ομάδες έχουν τεράστια δυσκολία να ξαναβρούν τον δρόμο των καλών αποτελεσμάτων; Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις. Μία που ακούω είναι ότι οι αθλητές που τώρα είναι μέλη τους δεν έχουν την προσωπικότητα κάποιων που ξεχώριζαν στις ομάδες που έκαναν τους επιτυχημένους μεγάλους κύκλους. Μολονότι αυτό έχει μία βάση πρέπει να πω ότι συνήθως στην Ελλάδα οι επιτυχίες χρησιμοποιούνται ως απόδειξη του χαρακτήρα των αθλητών. Το 2002 η Εθνική του Οτο Ρεχάγκελ είχε ηττηθεί με 5-1 από τη Φινλανδία. Αν έλεγες τότε ότι η ομάδα αυτή θα κέρδιζε το Euro του 2004 θα σε περνούσαν για τρελό. Το 2013 η εθνική του μπάσκετ πήγε στο Ευρωπαϊκό με προπονητή τον Τρινκέρι. Επαιζαν ακόμα στην ομάδα αρκετοί από τους παίκτες που είχαν αγωνιστεί στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 2006. Κι όμως η ομάδα απέτυχε οικτρά. Το 2004 οι λούζερς του 2002 έγιναν στην Πορτογαλία ήρωες. Το 2013 οι ήρωες του 2006 έγιναν λούζερς: στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με τους ίδιους παίκτες.

 

Φαινόμενο

Νομίζω ότι περισσότερο και από τους παίκτες για να βρούμε εξήγηση στο φαινόμενο θα πρέπει να ασχοληθούμε με τη λειτουργία των ομοσπονδιών και τους παράγοντες. Η εθνική του μπάσκετ (το παρακολουθήσαμε στο Μουντομπάσκετ της Κίνας από την πρώτη στιγμή) προσπαθεί να ξορκίσει δομικές δυσκολίες που έχουν σχέση και με την κατασκευή της: είναι μια ομάδα χωρίς σουτέρ που δεν ξέρει να παίζει σωστά στην επίθεση γιατί το δόγμα του ελληνικού μπάσκετ είναι «άμυνα και τίποτα άλλο». Ας μην ξεχνάμε ότι άλλη ομάδα πήρε το εισιτήριο για τα τελικά και άλλη στην Κίνα αγωνίστηκε. Η Εθνική του ποδοσφαίρου, έχοντας αλλάξει τρεις προπονητές τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, θα ήταν αρκετά δύσκολο να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Μόνο που οι προπονητές ούτε έρχονται ούτε φεύγουν μόνοι τους: κάποιος για αυτό έχει την ευθύνη.

 

Σχεδιασμός

Αν προβληματίζεστε γιατί δεν έχουμε επιτυχίες αναρωτηθείτε για κάτι απλό: όταν είχαμε επιτυχίες είμαστε βέβαιοι ότι αυτές είχαν προκύψει με βάση κάποιο σχεδιασμό; Εγώ δεν είμαι. Πιστεύω ότι πολλά έγιναν κατά τύχη. Απλά στις ομάδες αυτές, όταν επιτυχίες υπήρχαν, είχαμε αθλητές που επειδή χάρηκαν με την επιτυχία έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποδείξουν ότι δεν ήταν τυχαία. Μετά την πρώτη επιτυχία αγωνίζονταν στις εθνικές κάθε φορά για να αποδείξουν (συχνά και στην εγχώρια ισοπεδωτική κριτική…) ότι οι νίκες αυτές δεν ήταν συμπτωματικές. Οταν οι νίκες σταμάτησαν χάθηκε το πιο μεγάλο κίνητρο των αθλητών. Και τώρα προσπαθούμε να τα κάνουμε όλα από την αρχή χωρίς να ξέρουμε πώς.

 

Σκοτάδι

Λένε ότι οι ήττες είναι διδακτικές: συγγνώμη αλλά εγώ δεν βλέπω να μαθαίνουμε τίποτα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μάθαμε και από τις νίκες. Και τώρα βρισκόμαστε στο απόλυτο σκοτάδι. Εγκλωβισμένοι κι ανήμποροι. Απλά θυμόμαστε τα παλιά…