Είναι γνωστό ότι ο Αλέξης Τσίπρας πάντα εντυπωσιάζεται από ανθρώπους που δίνουν την αίσθηση ότι έχουν μεγάλη παιδεία και κυρίως γνώση του διεθνούς χώρους.

Ίσως, να φταίει γι’ αυτό το γεγονός ότι η πολιτική πορεία του μελλοντικού πρωθυπουργού έγινε κυρίως μέσα στα πεπερασμένα όρια του «κομματικού σωλήνα» και σε κάθε περίπτωση της εσωτερικής πολιτικής ζωής.

Ίσως πάλι να είναι η παραδοσιακή «χειριστική» αντίληψη που είχαν τα στελέχη της κομμουνιστικής αριστεράς έναντι των διανοουμένων. Από τη μια να τους θέλουν να εξυπηρετούν το συνολικό πολιτικό σχέδιο, από την άλλη πάντα να τους βλέπουν με μια καχυποψία.

Άλλωστε, στην ελληνική αριστερά ιστορικά δεν είχαμε ηγετικά πολιτικά στελέχη που να αποπνέουν και την αίσθηση του διανοούμενου. Μπορεί η αριστερά να απέπνεε πάντα την αγάπη για την παιδεία (ποιος ξεχνάει τις φωτογραφίες του Λεωνίδα Κύρκου στο γεμάτο βιβλία μικρό διαμέρισμά του), αλλά τα στελέχη της συνήθως δεν ήταν διανοούμενοι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν εξαίρεση, συμπεριλαμβανομένης και της νέας γενιάς συνεργατών του Αλέξη Τσίπρα, ορισμένοι εκ των οποίων προτίμησαν να μην συνεχίσουν ή ολοκληρώσουν τις διδακτορικές σπουδές τους για να «ριχτούν» στην ενεργό πολιτική.

Αυτό μπορεί επομένως να εξηγήσει γιατί η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ αναζητούσε ως προς τη διακυβέρνηση μορφές που να αποπνέουν μεγαλύτερη διανοητική εμβέλεια.

Σε κάποιες περιπτώσεις τέτοιες επιλογές δεν είχαν ακριβώς τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο Γιάνης Βαρουφάκης φάνταξε κάποια στιγμή μια ιδανική επιλογή ακριβώς επειδή απέπνεε «βαθιά γνώση» του αντικειμένου και «διαύλους επικοινωνίας» με το διεθνές οικονομικό σύστημα. Αποδείχτηκε, φυσικά, ότι όλα αυτά ίσχυαν σε μικρό βαθμό και αντίθετα ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, χρεώθηκε τους 6 χαμένους μήνες της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα.

Η ξεχωριστή περίπτωση του Νίκου Κοτζιά

Με τον Νίκο Κοτζιά, όμως, τα πράγματα ήταν εξαρχής διαφορετικά. Αυτό πρώτα από όλα αφορούσε την ίδια την προσωπικότητα του. Γόνος καλής οικογένειας και με ζηλευτές σπουδές, ο Νίκος Κοτζιάς ανήκει στη γενιά εκείνη των νέων που εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα από την εφηβική ηλικία και αργότερα συμμετείχε ενεργά στην «εποποιία» της οικοδόμησης της ΚΝΕ, που από μια χούφτα στελεχών μέσα στη δικτατορία, στη μεταπολίτευση ήταν η μαζικότερη οργάνωση νεολαίας.

Εξαρχής προσανατολισμένος προς ζητήματα θεωρίας και γνωστός για χρόνια ως υποστηριχτής μιας αντίληψης «ιδεολογικής καθαρότητας», θα έχει ενεργό ρόλο στο ΚΚΕ μέχρι και το 1989, όταν θα διαφωνήσει με τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη, αν και δεν θα ακολουθήσει για πολύ τη διαδρομή των συντρόφων του που θα φτιάξουν το Νέο Αριστερό Ρεύμα.

Θα είναι τότε που ουσιαστικά θα εγκαταλείψει την ενεργό πολιτική, θα στραφεί πλήρως στη θεωρία και λίγο αργότερα θα βρεθεί στο υπουργείο Εξωτερικών ως εμπειρογνώμονας. Ιδεολογικά ο Κοτζιάς θα έχει αρχίσει να μετατοπίζεται από την αρχική του κομμουνιστική τοποθέτηση προς μια νεοσοσιαλδημοκρατική προσέγγιση, που θα αποτυπωθεί και στο συγγραφικό του έργο.

Η πρόσδεση στον Γ. Παπανδρέου

Η συνεργασία του με το Γ. Παπανδρέου και τον χώρο του ΠΑΣΟΚ θα είναι έτσι μια ώριμη επιλογή που θα αντιστοιχεί στη θεωρητική του μετατόπιση. Για ένα μεγάλο διάστημα ο Κοτζιάς δεν θα έχει ιδιαίτερες «διπλωματικές σχέσεις» με το χώρο της αριστεράς και κυρίως θα αναφέρεται στο χώρο του ΠΑΣΟΚ. Ο Κοτζιάς δεν είναι απλώς εμπειρογνώμονας αλλά στο πλευρό του Παπανδρέου θα διαχειριστεί κρίσιμες διεργασίες όπως ήταν η ενταξιακή διαδικασία της Κύπρου.

Το 2008 θα αποκτήσει επιτέλους ακαδημαϊκή θέση, στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και θα εγκαταλείψει το υπουργείο Εξωτερικών. Για ένα διάστημα θα βρεθεί μάλιστα και επικεφαλής του ΙΣΤΑΜΕ, του επίσημου δηλαδή think tank του ΠΑΣΟΚ.

Βέβαια στο τελευταίο θα υπάρξουν διάφορες προστριβές με τον κόσμο που εργάζονταν εκεί και οι οποίες τότε είχαν αποδοθεί και στην κάπως συγκεντρωτική αντίληψή του για τη διοίκηση.

Τότε πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε δει ιδιαίτερα αρνητικά το γεγονός ότι ο Γ. Παπανδρέου είχε προκρίνει τον Δημήτρη Δρούτσα για υπουργό Εξωτερικών, παρότι γνώριζε από χρόνια τις ικανότητες του ιδίου.

Η επαναπροσέγγιση με την αριστερά

Όμως, μέσα στην οικονομική και κοινωνική κρίση και τα μνημόνια αλλά και την αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ, ο Κοτζιάς θα προσεγγίσει την αριστερά.

Άλλωστε, τότε εμφανίζεται και μια ιδιότυπη μετατόπιση του. Από την νεοσοσιαλδημοκρατική υπεράσπιση της παγκοσμιοποίησης (έστω και με «ανθρώπινο πρόσωπο») θα γίνει έντονος πολέμιος του ρόλου της Γερμανίας στην Ευρώπη, θα χαρακτηρίσει την ΕΕ μια ιδιότυπη «αυτοκρατορία» και δεν θα διστάσει να χαρακτηρίσει την Ελλάδα «αποικία χρέους».

Σε αυτό το κλίμα θα προσεγγίσει το ΣΥΡΙΖΑ, που ούτως ή άλλως έκανε ένα μεγάλο άνοιγμα προς στελέχη που είχαν προέλευση το ΠΑΣΟΚ, έστω και εάν στην περίπτωση του Κοτζιά ενεργοποιήθηκαν και δίκτυα που κρατούσαν από τον αντιδικτατορική ΚΝΕ.

Είναι σαφές ότι ο Κοτζιάς εντυπωσίασε την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Ας μην ξεχνάμε ότι συνδύαζε ταυτόχρονα τη βαθιά γνώση της διπλωματίας μέσα από την μακρόχρονη θητεία του στο υπουργείο Εξωτερικών, με θεωρητική συγκρότηση αλλά και σημαντική πολιτική εμπειρία και αντίληψη. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είχε στελέχη με γνώση των διεθνών πραγμάτων αλλά πολλά στελέχη με βαθιά γνώση όχι μόνο των διεθνών αλλά και της διπλωματίας δεν είχε. Ο Αλέξης Τσίπρας χρειαζόταν και αυτός τον Πέτρο Μολυβιάτη  του και πίστεψε ότι τον είχε βρει στον Νίκο Κοτζιά που ήδη από το 2012 τον σύμβουλο για τέτοια ζητήματα που έψαχνε.

Ο ΥΠΕΞ που αναζητούσε ο Τσίπρας

Στην πραγματικότητα ο Κοτζιάς ταίριαξε γάντι στον Τσίπρα. Ως προς την πολιτική γραμμή, δηλαδή το πέρασμα από τη «συγκρουσιακή» ρητορική στην πλήρη συμμόρφωση προς του δανειστές και κυρίως την φιλοαμερικανική στροφή και τη διπλωματία των αξόνων με  Ισραήλ και Αίγυπτο, ο Κοτζιάς όχι μόνο δεν είχε καμία αντίρρηση αλλά και εργάστηκε σκληρά σε αυτή την κατεύθυνση.

Επιπλέον, μπόρεσε να συνεννοηθεί αποτελεσματικά με την Κυπριακή κυβέρνηση ως προς τον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, κατορθώνοντας να προταχθούν τα ζητήματα αποχώρησης στρατευμάτων, έτσι ώστε η αναπόφευκτη κατάρρευση των συνομιλιών να αποτυπώνει πραγματικά επίδικα και όχι προσχήματα.

Ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων ο συγκεντρωτισμός του Κοτζιά και η διάθεσή του να ελέγχει τα πάντα, διευκόλυναν τον Τσίπρα, μια που υπήρχε πάντα και ο φόβος εσωτερικής υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου.

Πάνω από όλα Κοτζιάς και Τσίπρας συμφώνησαν για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Σε μια διαδικασία, τις πλήρεις πτυχές της οποίας δεν έχουμε ακόμη μάθει, η ελληνική κυβέρνηση, προφανώς και με υπερατλαντική ενθάρρυνση, ξεκίνησε πρώτα μυστικές και μετά ανακοινωμένες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Ζάεφ.

Ο συνδυασμός διπλωματικής κατάρτισης, «ρεαλισμού» αλλά «πατριωτισμού» του Κοτζιά του επέτρεψε να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση, έστω και εάν δεν μπόρεσε ούτε αυτός να αποτρέψει τη συνολικότερη δυσπιστία και αποδοκιμασία της κοινής γνώμης για τις κυβερνητικές επιλογές.

Ο Νίκος Κοτζιάς είναι πάντα ο Νίκος Κοτζιάς

Παρότι γνώστης των τρόπων που συχνά παίζονται αυτά τα παιχνίδια, στην περίπτωση των αναπόφευκτων ρωσικών παρεμβάσεων σε σχέση με το ζήτημα της ΠΓΔΜ ο Κοτζιάς επέλεξε να φερθεί με τρόπο στα όρια του αψυχολόγητου, επιλέγοντας να κλιμακώσει την αντιπαράθεση, να επιλέξει ρητορικές που ακύρωναν δεκαετίες ελληνικής διπλωματίας και να φέρει συνολικά την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.

Ωστόσο, ακόμη και τότε, στο βαθμό που ούτως ή άλλως η στροφή της κυβέρνησης Τσίπρα σε πιο φιλοαμερικανική κατεύθυνση ήταν δεδομένη, το ζήτημα δεν πήρε συνέχεια, έστω και εάν το γραφείο πρωθυπουργού θα κάνει συνεννοήσεις για την επίσκεψη Τσίπρα στη Μόσχα χωρίς τη συμμετοχή του υπουργείο Εξωτερικών, κίνηση αρκετά ανοίκεια.

Η αποτυχία της συμφωνίας των Πρεσπών και η ρήξη

Εκεί που πραγματικά διακυβεύτηκε η σχέση ήταν όταν φάνηκε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν πιθανό να μην περάσει στη γειτονική χώρα, οπότε και έμπαινε το θέμα της διαχείρισης μιας σχετικής αποτυχίας. Εκεί ο Κοτζιάς είναι πιθανό να άρχισε να σκέφτεται πώς θα έκανε ηρωική έξοδο χωρίς να γίνει αποδιοπομπαίος τράγος. Από την άλλη μεριά, ο Αλέξης Τσίπρας είναι σαφές ότι παρότι γενικά δεν αποπέμπει βιαστικά τους υπουργούς του εξέταζε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η… καταλυτική παρέμβαση του Πάνου Καμμένου, που ούτως ή άλλως ήταν σε αντιπαράθεση με τον Κοτζιά, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Το Μαξίμου κράτησε μια στάση που μόνο ως εξώθηση μπορούσε να αναγνωσθεί, ιδίως με δεδομένη τη στάση των υπουργών μέσα στο υπουργικό συμβούλιο που δεν «άδειασαν» τον Κοτζιά και ο τελευταίος δεν ήθελε πολλά για να προχωρήσει στην έξοδο.

Μια προβληματική αντίληψη για τη διακυβέρνηση

Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή για άλλη μια φορά αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα για το πώς βλέπει τη διακυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Η παραίτηση ή η αποπομπή ενός υπουργού είναι ένα στοιχείο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και αντιστοιχεί στο πώς η κύρια ευθύνη είναι τελικά του πρωθυπουργού.

Όμως, το να αναδεικνύεται ένα στέλεχος, που δεν είχε οργανική σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, σε αμετακίνητο διαχειριστή της ελληνικής διπλωματίας, με περιθώρια κινήσεων που λίγοι προκατοχοί του είχαν και με διακηρυγμένη την απόλυτη εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού, και μετά να καταλήγουμε στην πιο ηχηρή απομάκρυνση από την κυβέρνηση και μάλιστα με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι επιμένει απαρέγκλιτα στη γραμμή του παραιτηθέντος ΥΠΕΞ και τον τελευταίο να προκαλεί τον πρωθυπουργό να δώσει στη δημοσιότητα την επιστολή παραίτησης, όπως και να το περιγράψει κανείς δεν αποτυπώνει και την πιο ορθολογική εκδοχή διακυβέρνησης.

Θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αβροφροσύνες το Σάββατο το πρωί στην τελετή παραλαβής – παράδοσης στο υπουργείο Εξωτερικών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο