Τους ενώνει το πάθος τους για την ελληνική γλώσσα, αυτή που επέλεξαν συνειδητά να υπηρετήσουν στις πατρίδες τους.
Συμβάλλουν στην προώθηση της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας, για την οποία γίνεται τόσος λόγος, εδώ και χρόνια, χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της παγκοσμιότητας της γλώσσας μας, που πανθομολογουμένως, εμπεριέχει πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες.

Διακεκριμένοι Νεοελληνιστές, ελληνικής, και μη, καταγωγής, από την Ελλάδα, από χώρες της Ευρώπης, τις ΗΠΑ, την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, την Αυστραλία, ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ) να συμμετάσχουν στη διεθνή συνάντηση, που διοργάνωσε, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας, για να μεταφέρουν την πολύτιμη πείρα τους.

Οι εργασίες του συνεδρίου του ΚΕΓ αναπτέρωσαν τις προσδοκίες των συμμετεχόντων για ένα καλύτερο αύριο για τις ελληνικές σπουδές στο εξωτερικό. Τα μηνύματα υπήρξαν αισιόδοξα και όλοι δήλωσαν την ετοιμότητά τους να συνδράμουν τις προσπάθειες της Ελλάδας, που έχει βάλει τον πήχη των προσδοκιών ψηλά, ώστε η ελληνική γλώσσα, διαχρονικό φαινόμενο, να γίνει η πρώτη ξένη γλώσσα, που θα επιλέγεται, από άποψη.

Στόχος φιλόδοξος, αλλά όχι και ανέφικτος. Αρκεί η στρατηγική, που θα κληθεί να καλύψει το έλλειμμα που υπάρχει σήμερα, να συστρατεύσει τους καλύτερους για την προβολή της πατρίδας μας, ως ιδέας, στην οικουμενική της διάσταση. Με την ευκαιρία της παραμονής τους στη Θεσσαλονίκη, ορισμένοι από τους νεοελληνιστές και ο Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Σικάγο μίλησαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για το έργο τους και τη θέση που έχει η ελληνική γλώσσα στις χώρες, όπου ζουν.

Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton
Το όνομα της Ειρήνης Φιλιππάκη-Warburton, καθηγήτριας γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Reading, στην Αγγλία, έχει αναπόσπαστα συνδεθεί με την ανάλυση της Νέας Ελληνικής, μέσα από σύγχρονα θεωρητικά πρότυπα. Αυτό που της αναγνωρίζουν όλοι, είναι η ουσιαστική συμβολή του πρωτοποριακού, επιστημονικού και ερευνητικού της έργου στην εξέλιξη και περαιτέρω διαμόρφωση του προτύπου της Γενετικής-Μετασχηματιστικής θεωρίας του Noam Chomsky. Η πλούσια συγγραφική της δραστηριότητα περιλαμβάνει περισσότερα από 100 δημοσιεύματα σχετικά με τη δομή της ελληνικής γλώσσας και πολλά βιβλία.

Η διακεκριμένη γλωσσολόγος, με καταγωγή από το Ηράκλειο της Κρήτης, ζει και εργάζεται από το 1969 στην Αγγλία, προερχόμενη από τις ΗΠΑ, όπου πήγε για διδακτορικές σπουδές στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία, με υποτροφία του Ιδρύματος Φούλμπραϊτ.

Δικό της έργο είναι και το πρώτο συνέδριο γλωσσολογίας, που πραγματοποιήθηκε το 1983 στο Πανεπιστήμιο του Reading, και διοργανώνεται έως σήμερα, σε διάφορα πανεπιστήμια του εξωτερικού, με πιο πρόσφατο αυτό του 2009, στο Σικάγο. Στο συνέδριο του ΚΕΓ, όπου έλαβε μέρος με την ιδιότητα της συντονίστριας του Προγράμματος Παιδεία Ομογενών, στη Μεγάλη Βρετανία, η κ.Φιλιππάκη εξέφρασε την αισιοδοξία της για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας.

«Πιστεύω ότι πάμε μπροστά. Παλιά, δεν υπήρχε επίγνωση του τι είναι η γλώσσα μας», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Φιλιππάκη και πρόσθεσε: «Υπάρχουν πολλά προγράμματα σπουδών ελληνικής γλώσσας, που την αγαπάμε και θέλουμε να την προωθήσουμε, αλλιώς θα έχουμε αποτύχει ως Έλληνες της διασποράς». Για το συνέδριο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, η επιφανής γλωσσολόγος τονίζει ότι, εφόσον διατηρηθεί ο παλμός, με τη συνδρομή του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας, τότε «θα κάνουμε το επόμενο βήμα, που θα είναι και το πιο σημαντικό».

Νίκος Νικολιδάκης, Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Προξενείο του Σικάγου
Έχοντας διατελέσει, επί έξι θητείες, Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Προξενείο της Νέας Υόρκης, και άλλα τέσσερα χρόνια επιθεωρητής στα Ευρωπαϊκά Σχολεία στην ΕΕ, ο Νίκος Νικολιδάκης, σήμερα, ως Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Προξενείο του Σικάγου, έχει πολύτιμη εμπειρία στα εκπαιδευτικά πράγματα της αλλοδαπής, έχοντας συμβάλει σημαντικά στην προώθηση του θεσμού της ελληνομάθειας στις ΗΠΑ. Ήταν, άλλωστε, ο μόνος Συντονιστής Εκπαίδευσης που συμμετείχε στο συνέδριο του ΚΕΓ.

Ο ίδιος εργάστηκε συστηματικά για την προώθηση του πιστοποιητικού ελληνομάθειας στις ΗΠΑ. Μάλιστα, όπως λέει, η συμμετοχή στις εξετάσεις για την απόκτηση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού αυξάνεται συνεχώς. «Το πιστοποιητικό ελληνομάθειας, ο μόνος επίσημος κρατικός τίτλος επάρκειας της ελληνικής γλώσσας, αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να πείσει γονείς, μαθητές και δασκάλους, και να λειτουργήσει ως ‘μπούσουλας’ για όλους», τονίζει ο κ. Νικολιδάκης.

Και προσθέτει: «Στις εξετάσεις αυτές συμμετέχουν και πολλοί, μη ελληνικής καταγωγής, σπουδαστές, ο αριθμός των οποίων, ευελπιστώ πως θα αυξηθεί σημαντικά με τα οκτώ, υπάρχοντα, σήμερα, Charter Schools ελληνικού ενδιαφέροντος. Τα σχολεία αυτά είναι ένας επιτυχημένος θεσμός, όπου σε καθημερινή βάση οι μαθητές, στην πλειοψηφία τους αλλοεθνείς, διδάσκονται καθημερινά δύο ώρες την ελληνική γλώσσα και αποτελούν μία πολύ καλή ευκαιρία να επεκτείνουμε τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα».

Ο κ. Νικολιδάκης, σε αντίθεση με άλλους, είναι αισιόδοξος για τα Ελληνικά Γράμματα στην Αμερική, όπου το σύστημα ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης μετράει εκατό και πλέον χρόνια. Ιδιαίτερα το μοντέλο των δίγλωσσων ελληνο-αμερικανικών σχολείων, που έχουν επιβιώσει από το 1908, όπως μας είπε, δείχνει ότι οι ρίζες είναι γερές και ότι πέτυχε αυτό που προσδοκούσε η ομογένεια. Ο ίδιος σημειώνει ότι η Ελλάδα είναι αυτή που δημιούργησε, ειδικά τα τελευταία χρόνια, κάποιες επίπλαστες προσδοκίες, δημιουργώντας σύγχυση.

«Στην Αμερική, διδάσκοντες (προσοντούχοι ή μη), είναι περίπου 1.200, άρα η Ελλάδα είναι αδύνατον πρακτικά να μπορεί καλύψει την εκπαίδευση εκεί. Αυτό που σήμερα αναθεωρείται, και φάνηκε στη συνάντηση εργασίας του ΚΕΓ, είναι ότι θα πρέπει να ξαναδούμε με ρεαλισμό, ότι η ομογενειακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, αλλά θεωρώ και στις υπόλοιπες χώρες, όπου υπάρχει ελληνισμός, είναι υπόθεση των εκεί φορέων, με την Ελλάδα δίπλα τους να στηρίζει το θεσμό», επισημαίνει ο κ. Νικολιδάκης.

Ο ίδιος θυμίζει την περίοδο 1930-1935, όταν η ελληνο-αμερικανική κοινότητα δεν μπορούσε να βρει εκπαιδευτικούς από την Ελλάδα και δημιούργησε μία ακαδημία-φυτώριο εκπαιδευτικών, την ακαδημία Αγ. Βασιλείου στη Νέα Υόρκη. Από το 1943 έως το 1974, που λειτουργούσε η συγκεκριμένη ακαδημία, έβγαλε συνολικά 280 δασκάλες, θα πει. Αυτό επιτεύχθηκε με μια καμπάνια, που ονομάστηκε «μονοδόλαρο», καλώντας όλους τους ομογενείς να δώσουν ο καθένας από ένα δολάριο ετησίως για τον συγκεκριμένο σκοπό.

«Η ομογένεια στην Αμερική έχει τη δυνατότητα, κάθε φορά, να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της, χρειάζεται όμως να υπάρχει ο ομφάλιος λώρος με την Ελλάδα. Και η υπουργός Παιδείας, ʼννα Διαμαντοπούλου, έδωσε αυτό το στίγμα, η Ελλάδα θα είναι στην Αμερική, με μία νέα χάραξη πολιτικής, στηρίζοντας και ενισχύοντας τους ομογενειακούς θεσμούς», υπογραμμίζει ο συντονιστής εκπαίδευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, ευνοϊκά εξετάζεται από το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας η σύναψη μνημονίου συνεργασίας με το κρατικό πανεπιστήμιο του Ιλλινόις, για ένα πιλοτικό πρόγραμμα, που είναι ήδη έτοιμο εδώ και τρία χρόνια, έπειτα από ενέργειες του κ. Νικολιδάκη, για την επιμόρφωση και πιστοποίηση ομογενών εκπαιδευτικών.

«Αυτή θεωρείται και η πλέον ενδεδειγμένη λύση, που προωθείται και από τον Συντονιστή της Περιφέρειας ΣΑΕ ΗΠΑ, Θεόδωρο Σπυρόπουλο», σημειώνει ο κ. Νικολιδάκης, ενώ ενδιαφέρον επέδειξε και ο πρόεδρος του ΣΑΕ, Στέφανος Ταμβάκης, ο οποίος συμμετείχε στις εργασίες του συνεδρίου, στη Θεσσαλονίκη. Το πρόγραμμα μπορεί να λειτουργήσει ως μοντέλο και για άλλες χώρες.

«Θα μπορούμε από σήμερα, με ορίζοντα μιας πενταετίας, να έχουμε ανανεώσει το εκπαιδευτικό προσωπικό με ομογενείς εκπαιδευτικούς, καλύπτοντας της ανάγκες της ομογένειας», καταλήγει ο κ. Νικολιδάκης, αναφέροντας και μία ακόμη προοπτική, που θα συμβάλει στην αναζωογόνηση του ελληνικού στοιχείου – να δοθούν υποτροφίες σε φοιτητές στις ΗΠΑ για διατριβές με θέμα την ιστορία του απόδημου Ελληνισμού.

Έλσα Αμανατίδου, διευθύντρια του Κέντρου Ξένων Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ
Το ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ παραμένει σταθερό, επισημαίνει η Έλσα Αμανατίδου, διδάκτωρ νεοελληνικών και διευθύντρια του Κέντρου Ξένων Γλωσσών στο πανεπιστήμιο Brown, καθώς υπάρχει ενδιαφέρον για την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Στην Αμερική υπάρχουν περίπου 40 προγράμματα ελληνικών σπουδών, αλλά και μερικές έδρες, όπως αυτές στα πανεπιστήμια του Χάρβαρντ, του Σαν Φρανσίσκο, του Μίσιγκαν, του Κολούμπια κ.ά. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 στο πανεπιστήμιο Brown, της πολιτείας του Ροντ ʼιλάντ των ΗΠΑ, λειτουργεί πρόγραμμα νεοελληνικών σπουδών, που σήμερα έχει εμπλουτιστεί με διάφορα άλλα γνωστικά αντικείμενα, όπως ιστορία, ανθρωπολογία, λογοτεχνία και πρόσφατα, βυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία.

Όπως αναφέρει η κα Αμανατίδου, το πρόγραμμα, όπως και άλλα παρόμοια στις ΗΠΑ, δημιουργήθηκε με ένα κληροδότημα από την ομογένεια, ενώ αργότερα χρηματοδοτήθηκε από διάφορα ιδρύματα, όπως το Ωνάσειο, και χορηγίες φίλων των Ελληνικών Γραμμάτων.

«Το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 είχαμε συνολικά περίπου 200 φοιτητές, αριθμός σεβαστός, αν αναλογιστούμε ότι έχουμε συνολικά περίπου 4.000 προπτυχιακούς σπουδαστές», σημειώνει η κα Αμανατίδου.

Και καταλήγει: «Οι περισσότεροι από αυτούς είναι μη ελληνικής καταγωγής, που μαθαίνουν τη γλώσσα μας, ορμώμενοι από ένα αυθεντικό ενδιαφέρον για τον ελληνικό πολιτισμό».

Henri Tonnet, διευθυντής του Νεοελληνικού Ινστιτούτου της Σορβόννης
Η έδρα του Νεοελληνικο ύ Ινστιτούτου της Σορβόννης, που ίδρυσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τη σύσφιξη των πολιτισμικών σχέσεων Ελλάδος-Γαλλίας, με πρώτο καθηγητή τον γλωσσολόγο Hubert Pernot (1870-1946), έχει να επιδείξει αξιόλογη δράση.

«Το Ινστιτούτο έχει σημαντική πορεία. Σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα αξιόλογο πανεπιστημιακό πρόγραμμα, όπου οι σπουδαστές μας έχουν τη δυνατότητα να πάρουν μάστερ και διδακτορικό, στην ελληνική γλώσσα», επισημαίνει ο καθηγητής Henri Tonnet, ο οποίος διευθύνει εδώ και επτά χρόνια το Ινστιτούτο.

«Στη Γαλλία- προσθέτει- όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τα νεοελληνικά, δυστυχώς, δεν διδάσκονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρά μόνο τα αρχαία ελληνικά. Μόνο στο Παρίσι έχουμε τέσσερα Λύκεια, όπου διδάσκονται τα νεοελληνικά. Οπότε έχουμε πολλούς αρχαρίους φοιτητές, γι’ αυτό και τα πρώτα τρία επίπεδα σπουδών είναι αφιερωμένα στην εκμάθηση της γλώσσας. Παράλληλα, συνεργαζόμαστε με την Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών της Γαλλίας, με την οποία εκδίδουμε το περιοδικό ‘Επιθεώρηση των Νεοελληνικών Σπουδών’, με άρθρα στην ελληνική και στη γαλλική γλώσσα».

Ο πρώτος λόγος που οι φοιτητές επιλέγουν την ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τον κ. Tonnet, είναι συναισθηματικός, όπως άλλωστε και ο ίδιος ξεκίνησε την πορεία του στα Ελληνικά Γράμματα.

«Από αγάπη για την Ελλάδα, πολλοί από τους φοιτητές μας εγγράφονται στο Ινστιτούτο μας. Έχοντας επισκεφθεί την όμορφη χώρα σας, έχουν δημιουργήσει φιλίες και φυσικό είναι να θέλουν να μάθουν ελληνικά για να επικοινωνούν καλύτερα μαζί τους. Ο δεύτερος λόγος είναι επιστημονικός, καθώς έχουμε πολλούς φοιτητές, που επιλέγουν κλασικές σπουδές, και στη συνέχεια επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τα νεοελληνικά», υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Ο κ. Tonnet μας εξομολογείται ότι από μαθητής στο Μπορντό, όπου γεννήθηκε, είχε πάθος για τα αρχαία ελληνικά. Φοιτητής πια, τυχαία βρήκε σε κάποιο παλαιοπωλείο ένα δίγλωσσο βιβλίο του Ιωάννη Κονδυλάκη, με τίτλο ‘Όταν ήμουν δάσκαλος’. Πίστευε ότι, θα μπορούσε να το διαβάσει, αλλά έκπληκτος διαπίστωσε ότι οι γνώσεις των αρχαίων ελληνικών δεν επαρκούσαν. Έτσι, τού γεννήθηκε η επιθυμία να μάθει τη νεοελληνική και έπεισε τους γονείς του να ταξιδέψουν, το 1963, στην Ελλάδα. Οδικώς, από το Μπορντό κατέληξαν στην Θεσσαλονίκη. Αυτή ήταν και η αρχή του μαγικού ταξιδιού του στην ελληνική γλώσσα του σήμερα, που του έδωσε την ευκαιρία να κάνει προσωπικούς φίλους, Έλληνες, όπως ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, που ζει μόνιμα στο Παρίσι.

Για τη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις ελληνικές σπουδές στη Γαλλία, ο κ. Tonnet σημειώνει ότι, μπορεί να μην υπάρχει άνθιση, όπως στο παρελθόν, δεν είναι όμως και δραματική.

«Υπάρχουν επτά έδρες νεοελληνικών σπουδών στη Γαλλία, με τακτικούς καθηγητές, και εννέα πανεπιστήμια, με εστίες ελληνομάθειας. Συνολικά, στα πανεπιστήμιά μας έχουμε περισσότερους από 600 φοιτητές νεοελληνικών. Αυτό οφείλεται κυρίως στην κυριαρχία των αγγλικών, αλλά και στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που παρ΄ όλο που δηλώνει ότι στηρίζει τις λεγόμενες ‘μικρές’ γλώσσες, στην πραγματικότητα κυριαρχεί η αγγλική. Από την άλλη, είναι πια μακριά η εποχή της χούντας και της μεταπολίτευσης. Την εποχή εκείνη, στη Γαλλία, υπήρχε μεγάλο ρεύμα συμπάθειας για την Ελλάδα και στο Παρίσι είχαμε πολλούς Έλληνες αντιστασιακούς. Τότε, είχε αυξηθεί κατακόρυφα και ο αριθμός των φοιτητών που επέλεγαν τα νέα ελληνικά», τονίζει.

Προοπτική βελτίωσης της κατάστασης υπάρχει, σύμφωνα με τον κ. Tonnet, αρκεί να υφίσταται, πρωτίστως, η βούληση να εργαστεί κάποιος για τον σκοπό αυτό. Ο ίδιος άνοιξε κέντρα διδασκαλίας νεοελληνικής σε άλλα παραρτήματα του πανεπιστημίου της Σορβόννης, αποκαλύπτοντας νέους ορίζοντες. «Είναι θέμα προσφορά και ζήτησης», υπογραμμίζει και καταλήγει: «Είστε φορείς ενός πολιτισμού, με το γόητρο που ξέρουμε. Ως εκ τούτου, αποτελείτε μία εξαίρεση και αυτό κάνει τη χώρα σας ακόμα πιο ελκυστική».

Vicente Fernandez Gonzalez- διευθυντής του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας Νέων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Μάλαγα
Στην Ισπανία, αν και δεν υπάρχει έντονο ελληνικό στοιχείο, το ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα είναι δεδομένο στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως διαβεβαιώνει ο αναπληρωτής καθηγητής Μετάφρασης και Διερμηνείας Νέων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Μάλαγα, Vicente Fernandez Gonzalez, ο οποίος ηγείται του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας. Το Τμήμα δημιουργήθηκε το 1991 και έναν χρόνο μετά ξεκίνησαν τα μαθήματα νεοελληνικών.

«Πηγή έμπνευσης, ακόμα από τη δεκαετία του ΄70, αποτέλεσε στην Ισπανία η μορφή του Καβάφη, ένα στοιχείο ανανέωσης της ισπανικής ποίησης και του αυξανόμενου ενδιαφέροντος της ισπανικής διανόησης για τα νεοελληνικά γράμματα, αλλά και οι περιπτώσεις Σεφέρη και Καζαντζάκη», τονίζει ο κ. Gonzalez.

«Η ανακάλυψη αυτών των συγγραφέων -επισημαίνει – δικαιώνει το ενδιαφέρον για την εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας σε πανεπιστημιακά μεταφραστικά προγράμματα. Αργότερα, στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 δημιουργούνται σε πανεπιστήμια της Ισπανίας μεταφραστικά Τμήματα, όπως και σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης». Τρεις μόνιμοι διδάσκοντες, δύο Ισπανοί και μία Ελληνίδα, αποτελούν το μόνιμο προσωπικό του Τμήματος, συνεπικουρούμενοι από δύο επιστημονικούς συνεργάτες. Η Ιωάννα Νικολαΐδου, Αιγυπτιώτισσα στην καταγωγή, η οποία ειδικεύεται στο έργο του Τσίρκα, συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία του Τμήματος. Η Ελλάδα στηρίζει το Τμήμα με εκπαιδευτικό υλικό, υποτροφίες, και τα δύο τελευταία χρόνια με την απόσπαση μιας εκπαιδευτικού. Την τετραετή φοίτηση στο Τμήμα επιλέγουν περίπου είκοσι σπουδαστές, σημαντικός αριθμός, σύμφωνα με τα δεδομένα της Ισπανίας, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν προαιρετικά να μάθουν τα ελληνικά, ως μία ακόμη ξένη γλώσσα.

Ο κ. Gonzalez αντιλαμβάνεται το έργο του Τμήματος ως ένα ακόμη «παράθυρο» της Ελλάδας στην Ισπανία, όπως είναι και όλες οι εστίες ελληνικών σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αν και σπούδασε ισπανική φιλολογία, τα ελληνικά τον έχουν συνεπάρει τόσο πολύ, που εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στη μετάφραση Ελλήνων συγγραφέων και κυρίως ποιητών -Σεφέρη, Κώστα Μαυρουδή, Δημήτρη Καλοκύρη, Θανάση Χατζόπουλο κ.ά.

Τώρα, σε συνεργασία με την Ιωάννα Νικολαϊδου, ολοκληρώνει τη μετάφραση της τριλογίας του Τσίρκα, «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Στα σκαριά είναι και οι μεταφράσεις επιλογών του ποιητικού έργου του Εμπειρίκου, της Έρσης Σωτηροπούλου και της Βερονίκης Δαλακούρα.

«Δεν είναι απλά μία δουλειά, αυτό που κάνουμε. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι υπόθεση ζωής», τονίζει ο κ. Gonzalez.

Το σημαντικό, όπως αναφέρει, είναι οι μεταφράσεις σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, που έχουν αναλάβει απόφοιτοι του Τμήματος, οι οποίες καταλαμβάνουν ειδική θέση στον εκδοτικό-λογοτεχνικό χώρο της Ισπανίας. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η μετάφραση της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη στα ισπανικά, από τη Λάουρα Σάλας, που κυκλοφόρησε πριν από τρεις εβδομάδες. «Αυτό δικαιώνει το έργο μας και μας ικανοποιεί πλήρως, αφού έχουμε καταφέρει να βγει μία γενιά επαγγελματιών μεταφραστών επιπέδου. Αυτή είναι και η προοπτική του μέλλοντος, γι’ αυτό και τη θεωρώ πολύ σημαντική», τονίζει.

Το Τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας, στο Πανεπιστήμιο της Μάλαγα έχει στενή συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, ένα από τα σοβαρά επιστημονικά ιδρύματα στην Ευρώπη, όπως το χαρακτηρίζει ο Ισπανός καθηγητής. Εδώ και χρόνια, το Τμήμα του είναι ένα από τα αναγνωρισμένα εξεταστικά κέντρα της Ισπανίας για την παροχή πιστοποιητικού ελληνομάθειας.

Τα ελληνικά διδάσκονται στην Ισπανία σε πολλές πανεπιστημιακές εστίες: στη Γρανάδα, στα Κανάρια Νησιά κ.ά. Οι σημαντικότερες εστίες διδασκαλίας της γλώσσας μας, όμως, είναι η Μαδρίτη – στο Κέντρο Γλωσσών του Πανεπιστημίου και στην Κρατική Σχολή Ξένων Γλωσσών- όπως και η Βαρκελώνη, όπου, κατά μέσο όρο, τα μαθήματα παρακολουθούν περίπου 250 μαθητές, κάθε χρόνο.

«Δεν είναι και λίγοι, αλλά το σημαντικό δεν είναι ο αριθμός των φοιτητών, αλλά η ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών. Ποτέ δεν θα έχουμε πολλούς φοιτητές, γιατί δεν υπάρχει επαγγελματική προοπτική, αλλά το να υπάρχουν λίγοι καλοί, που να ολοκληρώνουν τις ελληνικές σπουδές, μέχρι και το διδακτορικό και στη συνέχεια να ενσωματώνονται σε κάποιο πλαίσιο υψηλών προδιαγραφών, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό. Είναι, άλλωστε και υπόθεση κύρους για την ελληνική παρουσία στα πανεπιστήμιά μας», καταλήγει ο κ. Gonzalez.

Lucia Marcheselli, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών
Η Lucia Marcheselli από την Τεργέστη της Ιταλίας, εκπροσώπησε στις εργασίες του συνεδρίου του ΚΕΓ, την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, της οποίας είναι αντιπρόεδρος. Σκοπός της Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1995 με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Δημάδη, είναι η προώθηση της έρευνας και της διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας, της λογοτεχνίας, της ιστορίας και γενικά του νεοελληνικού πολιτισμού.

Τον προσεχή Σεπτέμβριο, η Εταιρεία διοργανώνει, στο Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του πανεπιστημίου της Γρανάδας, το 4ο συνέδριο της, όπου αναμένεται μεγάλη συμμετοχή επιστημόνων.

Σε ό,τι αφορά την Ιταλία, η κ. Marcheselli αναφέρει ότι, το ενδιαφέρον των πανεπιστημίων για της νεοελληνικές σπουδές, όπως και για τις υπόλοιπες «μικρές γλώσσες», έχει μειωθεί, λόγω της οικονομικής κρίσης.

Οι περισσότερες έδρες νεοελληνικών δημιουργήθηκαν στη χώρα, τη δεκαετία του ‘70. Κάποιες είναι καλά στελεχωμένες, με πρώτη αυτή του Παλέρμο. Έδρες υπάρχουν, επίσης, στη Ρώμη, την Κατάνη, το Μπάρι, τη Νάπολη.

Από τα χέρια της Lucia Marcheselli, η οποία επί 40 χρόνια κι έως το 2009 δίδασκε την ελληνική γλώσσα ως επικεφαλής της Έδρας Νεοελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο της Τεργέστης, πέρασαν ουκ ολίγοι φοιτητές. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, αναγκάστηκε στα φοιτητικά της χρόνια για εργαστεί τα καλοκαίρια στο Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, την οποία και αγάπησε από την πρώτη στιγμή. «Η Ελλάδα, είναι για μένα αυτό που δεν ήταν υποχρεωτικό. Ανέκαθεν αγαπούσα τα αρχαία ελληνικά, που διδάχτηκα στο σχολείο, και σ’ αυτά ήμουν καλύτερη απ’ ό,τι στα λατινικά. Τα ελληνικά, σήμερα, είναι η δεύτερή μου γλώσσα», μας λέει.

Την περίοδο της χούντας γνώρισε στην Ιταλία και τον μετέπειτα σύζυγό της, Στάθη Λουκά, ο οποίος την προσέγγισε, ζητώντας της βοήθεια στη μετάφραση προκηρύξεων. Χρόνια έντονα και μεστά, όπως λέει η κα Marcheselli, η οποία βρίσκει πάντα χρόνο να ασχολείται ενεργά και με την ελληνική κοινότητα της Τεργέστης. Σημειώνει την έντονη παρουσία του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, όπου παραδίδονται μαθήματα ελληνικών, ενώ οργανώνονται μεγάλες εκδηλώσεις, όπως, για παράδειγμα, το αφιέρωμα για τα 100 χρόνια του Νίκου Καββαδία, τον περασμένο μήνα, που προσελκύουν πολλούς Ιταλούς φιλέλληνες.

Αντρί Σαβένκο, διδάκτωρ επιστημών, διευθυντής της Έδρας Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Ταράς Σεβτσένκο του Κιέβου
Δυναμική είναι η παρουσία των νεοελληνικών στην Ουκρανία, που έχει παράδοση στις νεοελληνικές σπουδές, η οποία οφείλεται σε δύο επιφανείς καθηγητές φιλέλληνες, τον Αντρεϊ Μπιλέτσκι και τη σύζυγό του Τσερνεσόβα, που ήταν πρωτοπόροι. Το όνομα του Μπιλέτσκι φέρει το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών και Πολιτισμού, που λειτουργεί στην Έδρα Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου Ταράς Σεβτσένκο, του Κιέβου.

«Η έδρα ιδρύθηκε το 1999, σε συνεργασία με μεγάλα ελληνικά πανεπιστήμια, μεταξύ αυτών και το Καποδιστριακό», αναφέρει ο διευθυντής της Αντρί Σαβένκο, προσθέτοντας: «Τα νέα ελληνικά άρχισαν για πρώτη φορά να διδάσκονται στο πανεπιστήμιο Ταράς Σεβτσένκο, του Κιέβου, από τους φλογερούς φιλέλληνες Μπιλέτσκι και Τσερνεσόβα, μέσα από πειραματικές ομάδες. Στη μνήμη του Μπιλέτσκι διοργανώνουμε το 2011 μεγάλο συνέδριο, με προσκεκλημένους νεοελληνιστές απ΄ όλη την Ευρώπη».

Στην Έδρα Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου Ταράς Σεβτσένκο φοιτούν, σήμερα, 60 φοιτητές. Τα ελληνικά διδάσκονται, επίσης, στο Ινστιτούτο Φιλολογίας, ως δεύτερη ξένη γλώσσα και στο Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας, του Κιέβου, ενώ ήδη έχει ξεκινήσει ο διάλογος για την ένταξη της γλώσσας μας στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων.

Σε όλη την Ουκρανία- εκτός από το Κίεβο- τα νεοελληνικά διδάσκονται στα Πανεπιστήμια της Συμφερούπολης, Ανθρωπιστικών Σπουδών της Μαριούπολης, της Οδησσού, στο Χάρκοφ, την πρώτη πρωτεύουσα της Ουκρανία, όπως και στο Λβοφ, όπου υπάρχει και το Πολιτιστικό Κέντρο που φέρει το όνομα του λόγιου Αρσένιου Ελασσόνα (1550-1526), ο οποίος έζησε κάποιο διάστημα στην πόλη.

Ο κ. Σαβένκο επισημαίνει ότι οι απόφοιτοι των εδρών ελληνικών σπουδών στην Ουκρανία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε σχολεία της χώρας του, κάτι που συζητήθηκε εκτενώς και στο συνέδριο του ΚΕΓ. Κλείνοντας, ο 33χρονος Αντρί, που αγάπησε την Ελλάδα από την αρχαιοελληνική μυθολογία, διαβάζοντας από μικρός σχετικά βιβλία, μας δήλωσε ότι η χώρα μας είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Μια δεύτερη πατρίδα, καθώς έχει εδώ φίλους αδελφικούς.

Μιχάλης Τσιανίκας, υπεύθυνος του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Flinders University, στην Αδελαϊδα της Αυστραλίας
Στην Αυστραλία, οι ομογενείς μας, αυτό τον καιρό δίνουν συντονισμένα μία δύσκολη «μάχη» για την ελληνική γλώσσα, ώστε να καταλάβει μία από τις επτά θέσεις των αναγνωρισμένων γλωσσών στη μέση εκπαίδευση της χώρας. «Πιστεύω ότι θα το πετύχουμε, αλλά αν στο μεταξύ δεν κινηθούμε προς τη σωστή κατεύθυνση, τότε σε δέκα χρόνια η μάχη αυτή θα χαθεί. Η ομογένεια πέτυχε πάρα πολλά στην Αυστραλία. Στο βαθμό, όμως, που δεν θα μπορέσει να αναπτύξει μία φιλοσοφία επενδυτικών πολιτικών, φοβάμαι ότι, πολύ σύντομα, ο ελληνισμός θα αφομοιωθεί», τονίζει ο καθηγητής Μιχάλης Τσιανίκας, υπεύθυνος του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Flinders University, στην Αδελαϊδα.

«Η λύση θα ήταν η δημιουργία Ελληνικών Ιδρυμάτων, με τη συνεισφορά επιφανών ομογενών, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως ισχυρό λόμπι, που θα συνομιλεί και με διάφορα πανεπιστήμια. Να λειτουργήσουν ως ένα σώμα που θα φυλάει, ως κόρη οφθαλμού, τα συμφέροντα του ελληνισμού», υπογραμμίζει ο κ. Τσιανίκας.

Τα ελληνικά διδάσκονται σε τρία πανεπιστήμια του Σίνδεϊ, στη Μελβούρνη, όπου έχει επιβιώσει μόνο ένα πρόγραμμα στο πανεπιστήμιο του Λα Τρομπ, στο πανεπιστήμιο της Αδελαίδας, σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Πέρθης και από το 2004 στο πανεπιστήμιο του Ντάργουιν, από όπου ξεκίνησε ο καθηγητής Τσιανίκας. Προσπάθειες καταβάλλονται για τη δημιουργία προγράμματος και στη Βρισβάνη. «Εκτός από τη διδασκαλία των ελληνικών, επιμορφώνουμε στο πανεπιστήμιο του Ντάργουιν ομογενείς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι στελεχώνουν προγράμματα ελληνικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η εισαγωγή της ελληνικής σε δημοτικά σχολεία της Βόρειας Επικράτειας της Αυστραλία, επιτεύχθηκε μετά την ισχυρή πίεση της ελληνικής ομογένειας. Σήμερα, είμαστε ευτυχείς που 1.000 παιδιά μαθαίνουν τα ελληνικά, χάρη στο πρόγραμμα. Αυτό που ζητάμε δεν είναι χρήματα, παρά η υπογραφή ενός μνημονίου συνεργασίας με το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας, που θα υποδηλώνει, εμπράκτως, το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας για τα προγράμματα αυτά. Ας μην ξεχνάμε ότι η πίεση που ασκείται από τις ασιατικές γλώσσες είναι μεγάλη», επισημαίνει ο κ. Τσιανίκας.

Εδώ και τρία χρόνια εκκρεμεί η δημιουργία ενός Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στην Αδελαϊδα, για το οποίο έχει υπογραφεί μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της πολιτείας της Ν. Αυστραλίας, του Flinders University και της Ελλάδας. Η δημιουργία του κέντρου αυτού, όπως αναφέρει ο κ. Τσιανίκας, αποσκοπεί στην επιμόρφωση ομογενών εκπαιδευτικών, και για τις τρεις βαθμίδες της μέσης εκπαίδευσης. Η τοπική κυβέρνηση, που αναμένει την εκδήλωση ενδιαφέροντος από ελληνικής πλευράς, έχει ήδη προσφέρει το ποσό των 600.000 δολαρίων.

«Αυτό το δώρο, που μας προσφέρεται από την πολιτεία της Ν. Αυστραλίας για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας δεν πρέπει να χαθεί. Κάτι πρέπει να γίνει», τονίζει ο κ. Τσιανίκας, ο οποίος ευελπιστεί ότι, η νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας θα δρομολογήσει την υλοποίηση του μνημονίου αυτού. Γεννημένος στην Ελλάδα, με καταγωγή από την Ανατολή, στο όρος Όσα, ο Μιχάλης Τσιανίκας σπούδασε φιλολογία στο ΑΠΘ και συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γαλλία, όπου δίδαξε γαλλικά στη μέση εκπαίδευση. Τα τελευταία 21 χρόνια ζει στην Αυστραλία, ενώ πάνω από 15 χρόνια ηγείται του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Flinders University, που θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα, όχι μόνο στην Αυστραλία, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Κάθε δύο χρόνια διοργανώνει, με μεγάλη απήχηση, επιστημονικά συνέδρια. Η Κύπρος και το Κυπριακό αποτελούν πάντα ένα σημαντικό μέρος των συνεδρίων αυτών. ʼλλωστε, ο κ Τσιανίκας διδάσκει στο πανεπιστήμιο και ένα μάθημα για την Κύπρο, που προσελκύει το ενδιαφέρον των σπουδαστών.

Τον Ιούλιο του 2011 διοργανώνεται το 9ο κατά σειρά συνέδριο. Ειδικό θέμα θα αποτελέσουν οι Έλληνες ομογενείς, τρίτης ηλικίας και στις εργασίες αναμένεται να λάβουν μέρος και εκπρόσωποι άλλων εθνικοτήτων, καθώς τα θέματα ατόμων τρίτης ηλικίας, απασχολούν ευρύτερα την τοπική κοινωνία.

Γράψτε το σχόλιο σας