Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017, 18:24

in.gr » Ψυχαγωγία » Θέατρο -Χορός

Ο Β.Παπαδάκης μιλά στο in.gr για «Μια πορνογραφική σχέση»

Ένας άνδρας και μία γυναίκα συναντιούνται στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου για να εκπληρώσουν μία σεξουαλική φαντασίωση. Δεν ξέρουν ο ένας το όνομα του άλλου. Το μόνο που επιθυμούν είναι μία καθαρά σαρκική σχέση. Όμως η μία συνάντηση διαδέχεται την άλλη. Τώρα πια τους ενώνει κάτι πέρα από το σεξ. Τι είναι πιο τρομακτικό; Το να πραγματοποιήσεις μία ανομολόγητη ερωτική φαντασίωση ή το να τολμήσεις να «απογυμνωθείς» στα μάτια του άλλου;

Το 1999 η ταινία «Μία πορνογραφική σχέση» του Φρεντερίκ Φοντέιν έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες αποσπώντας βραβεία και διθυραμβικές κριτικές. Λίγα χρόνια αργότερα ο σεναριογράφος της, Φιλίπ Μπλασμπάντ, διασκεύασε ο ίδιος το σενάριο του για τη θεατρική σκηνή κερδίζοντας πάλι κοινό και κριτικούς μέσα από μία ερωτική ιστορία που με αφορμή το σώμα μιλάει για την ψυχή.

Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Παπαδάκη, προτείνει μία νέα φόρμα που συνδυάζει κινηματογραφικά και θεατρικά στοιχεία χωρίς την ευκολία της χρήσης του βίντεο. Η Χριστίνα Δενδρινού και ο Βαγγέλης Παπαδάκης παίζουν στη σκηνή του Από Μηχανής Θεάτρου κάθε Τετάρτη και Πέμπτη και με μινιμαλιστική αισθητική, κινηματογραφικές ερμηνείες και ένα αμιγώς ρεαλιστικό, υποβλητικό ηχητικό περιβάλλον παρουσιάζουν μίας παράστασης που μιλάει για τον έρωτα και την αγάπη με τον πιο αναπάντεχο τρόπο.

Ζητήσαμε από το Βαγγέλη Παπαδάκη να μας εξηγήσει τη διαφορά πορνογραφικής και σεξουαλικής σχέσης, καθώς τι είναι αυτό που οδηγεί τους ήρωες σε μια πιο βαθιά σχέση.


Οι δύο ήρωες του έργου γνωρίζονται εξαιτίας μίας αγγελίας σεξουαλικού περιεχομένου. Τι είναι όμως αυτό που πιστεύετε ότι αναζητούν πραγματικά; Τι τους λείπει;
Καλή ερώτηση. Δεν υπεισέρχομαι σε ψυχολογικά κίνητρα καθώς ότι και να πω θα είναι μάλλον, λάθος. Αυτό όμως που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι είχαν ανάγκη να ικανοποιήσουν μια τεράστια επιθυμία. Ήθελαν να τολμήσουν κάτι που ακόμα κι αν το περιβάλλον κατακρίνει σφόδρα, οι ίδιοι θα το έκαναν. Για την προσωπική τους ευχαρίστηση και μόνο. Μια υπέρβαση λοιπόν. Μια διεκδίκηση αρχικά της ελευθερίας να επιθυμούν και να το δηλώνουν και στην συνέχεια της ικανοποίησης αυτής της επιθυμίας.

Γιατί μία «πορνογραφική» σχέση και όχι μία «σεξουαλική» σχέση; Πού έγκειται η διαφορά, αν υπάρχει;
Η πορνογραφία είναι επί της ουσίας, το σεξ, μια ιδιωτική πράξη εκτεθειμένη δημοσίως. Και μάλιστα στην πιο ωμή εκδοχή του. Είναι γυμνό. Διείσδυση. Ξέσκισμα. Κάτω από τους προβολείς. Στο φως. Απενοχοποιημένα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο έργο. Παρακολουθούμε πώς μια σχέση ξεκινάει από μια πράξη σεξουαλικής απελευθέρωσης καθότι υλοποιούν μια τρελή φαντασίωση, διανύουν το στάδιο της εσωτερικής αναταραχής που προκαλεί η ψυχική διείσδυση του ενός στον άλλον, για να βγουν λυτρωμένοι, και ολοκληρωτικά πλέον απελευθερωμένοι να μιλήσουν για όλο αυτό το μεγαλειώδες που έχουν βιώσει μεταξύ τους. Απενοχοποιημένα. Πορνογραφικά.

Τι είναι αυτό που κάνει τους δύο ήρωες να περάσουν από το σεξ σε κάτι πιο βαθύ, ίσως και σ’ αυτό που λέμε αγάπη; Υπάρχει κάποια σκηνή στο έργο που θεωρείτε κομβική γι’ αυτή τη μετάβαση;
Αυτοί οι δύο ήρωες πραγματοποιούν μια ακραία σεξουαλική φαντασίωση χωρίς τίποτα σκοτεινό και με μεγάλη αθωότητα. Δεν γνωρίζει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Ούτε καν το όνομα τους. Υπάρχει λοιπόν μία στιγμή, στην μέση του έργου, όπου Εκείνη προτείνει σε Εκείνον να κάνουν έρωτα «φυσιολογικά». Αυτό ξαφνικά φαντάζει κάτι αμήχανο. Κάτι έξω από την νόρμα τους. Δύσκολο. Ενώ όμως κάνουν έρωτα φυσιολογικά, βιώνουν την ώσμωση. Την απόλυτη συνένωση δύο όντων. Σωματικά, Ψυχικά Πνευματικά. Και εδώ διαφοροποιούμαστε από οτιδήποτε ζωώδες. Ότι δηλαδή βιώνουμε την απόλαυση όχι μόνο μέσα από το κορμί, αλλά μέσα από αυτό που εδρεύει κάτω από το δέρμα. Την ψυχή. Το μυαλό. Έχει μπει πλέον ο ένας μέσα στον άλλον με κάθε μορφή. Τρόμος. Αγωνία. Το μέγεθος τεράστιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απρόβλεπτα. Από την στιγμή που δύο άνθρωποι εκτεθειμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, ευάλωτοι απέναντι στους φόβους τους, όχι μόνο αποδέχονται ο ένας την γύμνια του άλλου αλλά και την αγκαλιάζουν, τότε αυτοί οι δύο άνθρωποι αγαπιούνται.

Στην ταινία, φαντάζομαι και στο θεατρικό έργο, οι δύο αυτοί άνθρωποι δεν μένουν μαζί στο τέλος, χωρίζουν. Γιατί συμβαίνει αυτό, αφού έρχονται τόσο κοντά;
Ακριβώς για αυτό. Ήρθαν πολύ κοντά. Το έζησαν. Γίναν ένα. Η κοινή αποστολή τους επετεύχθη. Όμως στην πραγματικότητα, δύο άνθρωποι που έχουν συνδεθεί με αυτό τον τρόπο δεν χωρίζουν ποτέ.

«Μινιμαλιστική αισθητική, κινηματογραφικές ερμηνείες και ένα αμιγώς ρεαλιστικό, υποβλητικό ηχητικό περιβάλλον» διαβάζουμε στο δελτίο τύπου όσον αφορά τη σκηνοθεσία σας. Πώς μεταφράζονται όλα αυτά σκηνικά; Δώστε μας λίγο μία εικόνα της παράστασης.
Η σκηνοθεσία όντως, στηρίζεται σε αυτό το παιχνίδι που έχουμε στήσει με τους συντελεστές της παράστασης -και είναι όλοι τους υπέροχοι και μοναδικοί ο καθένας στο αντικείμενο του και τους ευχαριστώ πολύ για αυτό- μεταξύ κινηματογράφου και θεάτρου. Το κοινό είναι μάρτυρας των εξομολογήσεων των δύο ηρώων οι οποίοι αφηγούνται την πορεία της σχέσης τους. Αυτό συμβαίνει μέσα από την θεατρική σύμβαση και τον θεατρικό χρόνο. Παράλληλα, οι ήρωες ανασύρουν και μπαίνουν μέσα στις αναμνήσεις τους σαν να τις βλέπουμε μέσα από μια οθόνη. Εκεί στήνουμε καρέ καρέ την ταινία της ζωής τους. Ρεαλιστικά ηχοτοπία καφέ, δρόμων και εστιατορίων και ένα εξαιρετικό μουσικό σάουντρακ από την Σίσσυ Βλαχογιάννη. Μινιμαλιστική αισθητική από την Δήμητρα Λιάκουρα που αναδεικνύει το απροσδιόριστο του χρόνου που συνέβησαν τα πράγματα με την ίδια λογική που λειτουργεί ο χώρος της μνήμης, η οποία εστιάζει σε μεμονωμένες λεπτομέρειες. Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα ενισχύουν την χρονική και ατμοσφαιρική απόσταση από τις αναμνήσεις. Οι ερμηνείες μας απαλλαγμένες από θεατρικό εξπρεσιονισμό.

Υπάρχει κάτι που σας αποκαλύφθηκε κατά τη διαδικασία δημιουργίας αυτής της παράστασης και θεωρείτε ότι σας μετακίνησε λίγο ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τα πράγματα;
Με κάνει να αγαπήσω ακόμα πιο βαθιά. Να ισοπεδώσω κάθε φόβο μου. Να υπερβώ κι άλλο τα ατομικά μου όρια.
Τι παίζει τώρα Ταινίες της ημέρας