Η απουσία του από τη φιέστα στο Ζάππειο σχολιάστηκε από όλους. Παρότι ήταν αυτός που ανέλαβε το μεγαλύτερο βάρος της διαπραγμάτευσης που κατέληξε στη συμφωνία του Eurogroup, επέλεξε να μην πάει στην «πανηγυρική» εκδήλωση, επικαλούμενος την κούρασή του, αν και ήταν παραπάνω από προφανές ότι απλώς δεν ήθελε να συμμετάσχει σε μια φιέστα που δεν αναλογούσε στα πραγματικά δεδομένα.

Με αυτό δεν εννοούμε ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διαφωνεί με τη συμφωνία. Άλλωστε, είναι ο υπουργός που έχει επωμιστεί το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς και έχει κάνει σαφές ότι ήδη από το 2015 ότι εφόσον παραμείναμε εντός των μνημονίων, οι όροι τους θα τηρηθούν και οι δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτευχθούν, γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Η διαφορά του Τσακαλώτου από την υπόλοιπη κυβέρνηση είναι ότι έχει επίγνωση του τι περιλαμβάνει αυτή η συμφωνία. Αυτό φάνηκε και στην περιγραφή που έδωσε των θετικών στοιχείων της στη Βουλή, περιγραφή που διέφερε από τους θριαμβολογικούς τόνους άλλων κυβερνητικών συναδέλφων του.

Για τον Τσακαλώτο δύο ήταν τα θετικά: Πρώτον, ότι έγινε δεκτή θετικά από το διεθνή οικονομικό Τύπο και δη τους Financial Times. Δεύτερον, ότι εμφανίζεται πλέον στους επενδυτές ένας «καθαρός διάδρομος» για το ελληνικό χρέος για «δέκα-δεκαπέντε χρόνια με την επιμήκυνση των ωριμάνσεων του EFSF, με το σπρώξιμο πίσω των επιτοκίων, με τη δυνατότητα να αλλάξουμε ακριβό και βραχυπρόθεσμο χρέος με χρέος που είναι μακροπρόθεσμο και φθηνό».

 

Tι δεν πήραμε

Από την άλλη, ο υπουργός Οικονομικών έσπευσε να παραδεχτεί ότι  «ήταν ένα κόστος το ότι δεν πήραμε τον γαλλικό μηχανισμό», αναφερόμενος στο γεγονός ότι η απόφαση του Eurogroup δεν συμπεριέλαβε ένα μηχανισμό που θα συνέδεε τους όρους αποπληρωμής του χρέους με τους ρυθμούς ανάπτυξης, όπως είχε προτείνει η Γαλλία και όπως επιθυμούσε διακαώς η ελληνική πλευρά.

«Δεν πήραμε όλα αυτά που θέλαμε για το μακροπρόθεσμο», υπογράμμισε, για να συμπληρώσει ότι «πήραμε μια υπόσχεση, που είναι διαφορετική από την υπόσχεση του 2012. Η υπόσχεση που πήραμε είναι ότι θα ξανακοιτάξουμε το χρέος το 2032, μετά από δεκαπέντε χρόνια, αλλά με επιστημονικό τρόπο. Δεν  θα κοιτάξουμε πώς θα αισθάνονται οι Υπουργοί Οικονομικών στο Eurogroup τότε, αλλά θα ληφθεί η απόφαση με βάση την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Θα πρέπει το χρέος να μην είναι παραπάνω από το 20% του ΑΕΠ.»

Η εκτίμηση κάνει σαφές ότι δεν μιλάμε ούτε για τη διαβόητη έξοδο από τη μνημόνια και την επιτροπεία, φράσεις που απουσίαζαν από την ομιλία του υπουργού Οικονομικών, αλλά για θετικές πλευράς μιας συμφωνίας που υπό έναν άλλο συσχετισμό στην Ευρώπη θα μπορούσε να είναι καλύτερη.

Επιπλέον, ο Τσακαλώτος δεν είχε πρόβλημα να παραδεχτεί ότι η κυβέρνηση ανέλαβε σαφώς τη δέσμευση να «συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, στη Δικαιοσύνη και στο επενδυτικό κλίμα μέσω της αδειοδότησης των επενδύσεων», προσθέτοντας απλώς ότι μέσα από μέτρα όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων θα γίνει προσπάθεια η ανάπτυξη να είναι πιο δίκαιη.

 

Ανησυχία για τα πλεονάσματα

Με ανάλογο τρόπο είχε μιλήσει μερικές μέρες νωρίτερα και στη συνέντευξή του στο πρακτορείο Reuters. «Έχουμε όλα τα κομμάτια του πάζλ για το χρέος και νομίζω ότι μπορεί να δώσουν την εμπιστοσύνη που χρειάζονται οι επενδυτές», είπε. «Θέλω να τους συναντήσω, να ακούσω τις απόψεις τους, να τους πω τις απόψεις μου, και γιατί θα πρέπει να είναι πολύ περισσότερο σίγουροι για την Ελλάδα μετά την 21η Αυγούστου όταν θα έχουμε βγει από το πρόγραμμα», είπε στη συνέντευξή του.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη συνέντευξη αυτή ο Τσακαλώτος δεν έκρυψε τα προβλήματα που υπάρχουν με τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη διχογνωμία ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΔΝΤ ως προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

«Εάν με ρωτάτε ως οικονομολόγο, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι πολύ υψηλό», είπε. «Οι ευρωπαϊκές οικονομίες γενικά, έχουν ένα πλαίσιο που δίνει μεγάλη έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία».

«Η ελληνική κυβέρνηση θα το εξετάσει και το ίδιο θα κάνουν και οι υπουργοί Οικονομικών, για να δουν αν η άποψη του ΔΝΤ είναι σωστή, και αν υπάρχει πρόβλημα με την διατηρησιμότητα του (στόχος πλεονάσματος μακροπρόθεσμα)».

Ούτε είχε πρόβλημα σε αυτή τη συνέντευξη ο υπουργός Οικονομικών να παραδεχτεί τα προβλήματα που υπάρχουν με το τρέχον μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής. Ερωτώμενος εάν θα προχωρήσει σε μείωση της φορολογίας, διαπίστωσε ότι ο καταμερισμός της φορολόγησης χρειάζεται επανεξέταση. Εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης μαζί με την αύξηση του κατώτατου μισθού. «Το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ποιος πληρώνει αυτούς τους φόρους, σε αυτό επικεντρωνόμαστε, γι’ αυτό είπα ότι σκεφτόμαστε ίσως να μειώσουμε τις ασφαλιστικές εισφορές».

«Γιατί υπάρχουν ξεκάθαρα πολλοί αυτοαπασχολούμενοι και μικρές επιχειρήσεις που έχουν πληγεί και από την αύξηση της φορολόγησης και από τις ασφαλιστικές εισφορές», συνέχισε.

Όλα αυτά συγκλίνουν στην εικόνα όχι ενός θριάμβου, αλλά ενός επώδυνου συμβιβασμού, ο οποίος σε κανένα βαθμό δεν σημαίνει πλήρη ανάκτηση του ελέγχου ως προς τις οικονομικές αποφάσεις, όπως υποστήριξε ο πρωθυπουργός, και όπου υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα και ως προς τη βιωσιμότητα του χρέους και ως προς την δυναμική της ανάπτυξης (και κατά συνέπεια της όποιας αναδιανομής).

 

Οι παροχές

Ομως, ένα ακόμη μέτωπο φαίνεται να διαμορφώνεται το επόμενο διάστημα. Η παροχολογία και τι τελικά μπορεί να μοιράσει η κυβέρνηση. Ασφαλώς και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, και ως μέλος των «53» θα ήθελε μια πιο κοινωνική πολιτική, ωστόσο, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο λαϊκίστικος τρόπος με τον οποίον πάει να γίνει, δεν τον βρίσκει σύμφωνο. Η λογική να ανοίξουν τα ταμεία προεκλογικά και να μοιραστούν χρήματα σε όλους είναι για τον υπουργό Οικονομικών μη αποδεκτό γεγονός καθώς βλέπει με ρεαλισμό τα οικονομικά στοιχεία κι εκτιμά ότι δεν μπορεί στην παρούσα φάση να επικρατήσει ο λαϊκισμός της λογικής.

Δεν αποκλείεται μάλιστα το φθινόπωρο, όπου παραδοσιακά η ΔΕΘ είναι το «μπαλκόνι» των παροχών, να υπάρξουν εξελίξεις και σε σχέση με τη θέση του υπουργού Οικονομικών και τις ενστάσεις που θα διατυπώσει. Αλλωστε, όλοι περιμένουν έναν ευρύ ανασχηματισμό και μια κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές.