του Νίκου Κουρμουλή

Ο Αύγουστος Κορτώ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Πολυγραφότατος συγγραφέας με πιστούς αναγνώστες τα τελευταία χρόνια. Ενας άνθρωπος που δεν κρύβεται και ξέρει να συγκινεί με τις ιστορίες του. Στην εκ βαθέων συνέντευξη που ακολουθεί μας μιλάει για τα βιώματα, τις σκέψεις του και πώς αντιδρά κάθε φορά που ξεκινούν στα social media οι νέοι «πολιτισμικοί πόλεμοι» της εποχής – ορισμένοι από αυτούς με τον ίδιο στο στόχαστρο. Το νέο του βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Μισό παιδί» (Πατάκης) είναι κατά βάση μια αστυνομική ιστορία. Το χρονικό μιας μαζικής δολοφονίας που κρύβει ανομολόγητα μυστικά. Ενα μυθιστόρημα για τα πολλά πρόσωπα της βίας. Ακόμη μία λέξη – αφορμή για τη δική μας συζήτηση.

Τα τελευταία χρόνια κυριαρχούν οι λέξεις «φόβος», «οργή» και η φράση «να είσαι ο εαυτός σου». Εκφράζουν άραγε μια βαθύτερη αγωνία για το πώς είμαστε και τι θέλουμε;

Το κοινό, περιρρέον συναίσθημα είναι σαν τον ίδιο αέρα που ανασαίνουμε – πανίσχυρο. Η πανδημία, φέρ’ ειπείν, έχει φέρει στην επιφάνεια ένα σωρό κοινά αισθήματα: φόβο, ανασφάλεια, θυμό, απελπισία, ψυχικό κάματο. Βέβαια, το ότι τα συναισθήματά μας απέναντι σε μια συνθήκη μοιάζουν, δεν μας κάνει ίδιους – ευτυχώς. Τώρα, το «να είσαι ο εαυτός σου» είναι μια New Age ταυτολογία. Δεν μπορείς να είσαι τίποτα άλλο.

Πώς βιώνετε την περίοδο της πανδημίας; Τι χνάρια αφήνει αυτός ο «μικροβιακός» χρόνος τόσο σε ψυχικό επίπεδο, πολιτικό, αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον δημόσιο χώρο;

Είναι μεγάλο ζόρι, με ένα σωρό άγχη – βιοποριστικά, προσωπικά. Η απειλή στην υγεία σου, το θανατικό ανά την υφήλιο – μιλάμε για επίπεδα δυσφορίας δύσκολης στη διαχείρισή της. Και, φυσικά, το στρες θολώνει το τοπίο, τις αντιλήψεις, δημιουργεί έριδες κι εχθροπάθειες, δίκαιη οργή και πεισματική αδυναμία συνεννόησης. Αν μου ζητούσες να περιγράψω αυτό που ζούμε με δύο λέξεις, θα σου έλεγα, κατόπιν μεγάλης περίσκεψης: Χέσε μέσα.

Τι σας ανησυχεί περισσότερο αυτό τον καιρό;

Το να επιβιώσουμε κυριολεκτικά και σε οικονομικό επίπεδο: να ‘χουμε για νοίκι, φαΐ, τροφή για τον Τζέρι, τσιγάρα. Η αγορά – και ιδίως η ευάλωτη αγορά του βιβλίου – αγκομαχά. Και μόνο το θέαμα της φόρμας του ΕΦΚΑ θέλει πολύ κουράγιο.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να προσεγγίσετε τη γραφή; Φτιάχνατε ιστορίες από μικρός, ήρθε σε μια κομβική στιγμή της ζωής σας;

Στα δεκαεφτά έγραψα έξι διηγήματα, επηρεασμένα απ’ τον Σαντ – αυτό υπήρξε η αφετηρία. Κατόπιν εκδόθηκαν, κι έγινα συγγραφέας. Δεν επρόκειτο για παιδικό όνειρο, ωστόσο.

Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες ομολογήσατε στον εαυτό σας ότι θα ακολουθήσετε τις λέξεις ως καριέρα ζωής;

Νομίζω μετά το τρίτο βιβλίο κατάλαβα ότι αυτό μ’ αρέσει να κάνω, και θα συνεχίσω να το κάνω ασχέτως κόστους. Εξού και μέχρι τα τριάντα πέντε βιοποριζόμουν από συγγραφικά πάρεργα.

Πώς θα περιγράφατε ένα τυπικό σας 24ωρο;

Τρεις ώρες μετάφραση το πρωί, διάλειμμα το μεσημέρι για διάβασμα, τέσσερις ώρες γράψιμο το απόγευμα, φαΐ, σειρές, διάβασμα, νάνι. Και βέβαια παρεμβάλλονται οι ώρες που αφιερώνω στον Τζέρι – για χάδια, παιχνίδι, βόλτες.

Αν σας ζητούσαν να αλλάξατε μερικά πράγματα που σας εκνευρίζουν χρόνια από την Ελλάδα σήμερα, ποια θα ήταν;

Θα μου αρκούσε ο απογαλακτισμός του Κράτους απ’ τον κακό μαστό της Εκκλησίας.

Η αναζήτηση μιας απούσας μητέρας, όπως και άλλα ζητήματα σαν την αυτοκτονία, την τρέλα, την ερωτική διαφορετικότητα σας έχουν απασχολήσει συχνά. Με τι τρόπο πλησιάζετε αυτές τις περιοχές;

Με προσοχή, ψυχική οδύνη, νηφαλιότητα. Η αναψηλάφηση του παρελθόντος στο πλαίσιο της γραφής είναι μεγάλη φθορά, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν γίνεται αλλιώς: το βιβλίο απαιτεί να γραφτεί.

Στην ευρεία κουβέντα που γίνεται για την ταυτότητα των φύλων, την γκέι ετερότητα, έχουν γίνει βήματα προόδου; Και πού έχουμε καθηλωθεί;

Σαφώς κι έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά δεν αρκεί. Πέρα απ’ τα αιτήματα ισονομίας, που το κράτος αρνείται να μας παραχωρήσει – γάμο, τεκνοθεσία – υπάρχει ακόμα πολλή εγκυστωμένη ομοφοβία στην Ελλάδα. Αλλά κι αυτό θα αλλάξει με τα χρόνια – και τους αγώνες.

Εχετε δεχθεί ρατσιστικές επιθέσεις και πώς τις αντιμετωπίσατε;

Εχω δεχθεί κάθε λογής επίθεση, κι είναι λογικό, με τόση προβολή. Μπλοκάρω και τελειώνω – όπως λέει κι η λατρεμένη Μαριανίνα Κριεζή «δεν έχω χρόνο για άλλο πόνο».

Το Ιντερνετ εκτός από ένας πλούσιος χώρος πληροφορίας, θυμίζει ολοένα και περισσότερο αιματοβαμμένη αρένα του Κολοσσαίου, λαϊκό δικαστήριο κ.λπ. Τι συμβαίνει κατά τη γνώμη σας και τα πράγματα έχουν εκτραχυνθεί τόσο;

Ελα μωρέ, οι άνθρωποι ανέκαθεν γούσταραν εχθροπάθειες και μίση. Απλώς τώρα το τερέν είναι πολύ πιο πρόσφορο, άμεσο, διάχυτο. Δεν έχουμε γίνει αγρίμια – πάντα αγρίμια ήμασταν.

Ποιες είναι οι διαχρονικές επιρροές σας από τη λογοτεχνία και πέρα από αυτή;

Ουου, κάμποσοι… Κούντερα, Προυστ, Ναμπόκοφ, Φλάνερι Ο’Κόνορ, Ρουθ Ρέντελ, Μάργκαρετ Ατγουντ, Τζόναθαν Φράνζεν, και πολλοί ακόμα.

Ο φανατισμός και ο διχασμός είναι το αγαπημένο μας σπορ;

Από γενέσεως Ελλάδας αυτό ήταν. Δεν πάθαμε κάτι – αυτοί ήμασταν.

Η λέξη διαφορετικότητα τι περιέχει για εσάς;

Είναι προϊόν της θαυμαστής ποικιλομορφίας του ανθρωπίνου γένους – κι ως τέτοιου, οφείλει να χαίρει σεβασμού και αποδοχής.

Δεν πρέπει να μιλήσουμε κάποτε σοβαρά για την κατάθλιψη; Δεν είναι μια κακή διάθεση όπως νομίζουν πολλοί.

Λίγο λίγο, η δαιμονοποίηση της ψυχικής νόσου και της ψυχοθεραπείας – ακόμα και της ψυχοφαρμακολογίας – μπαίνει στο χρονοντούλαπο. Το στίγμα υπάρχει ακόμα, βέβαια, αλλά δεν είναι τόσο κραταιό όσο πριν από είκοσι χρόνια.

Πώς είναι να μεγαλώνετε μέσα από τα βιβλία που γράφετε;

Η γραφή, αρδεύοντας τα ίδια ψυχικά ύδατα, σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως είσαι αμετάβλητος, αγέραστος. Αλλά ο χρόνος είναι αμείλικτος, δεν χαμπαριάζει από σχήματα λόγου.

Αν θα σας ζητούσαν να μεταπλάσσετε κάτι πάνω σας, ποιο θα διαλέγατε;

Θα ήθελα να μην ήμουν άρρωστος, αλλά το ‘χω αποδεχτεί.

Αν είναι η ζωή αγρίως απίθανη όπως λέγεται, τι σας έχει επιφυλάξει μέχρι σήμερα;

Θα μεταχειριστώ για χιλιοστή φορά τον αφορισμό του Σιοράν: «Ζούμε στον πάτο μιας Κόλασης, όπου κάθε στιγμή είναι κι ένα θαύμα».

«Πάντα κάποιος φυτεύει τη βία»

Τι σημαίνει ή τι περιέχει για εσάς η λογοτεχνική πράξη; Πώς αναπτύσσεται μέσα σας; Δεδομένου ότι είστε και από τους συγγραφείς που γράφουν καθημερινά.

Είναι δουλειά σκληρή, που ζητά αφοσίωση, κομμάτι απ’ την ψυχή σου κάθε μέρα. Ακολουθώ αυστηρό πρόγραμμα: μία ώρα επιμέλεια της χθεσινής σοδειάς και τρεις με τέσσερις ώρες γράψιμο της συνέχειας. Δεν έχω γιορτές, Σαββατοκύριακα – γράφω κάθε μέρα, όλο τον χρόνο.

Με ποιους τρόπους αναδύονται τα ερεθίσματα μέσα σας για να ξεκινήσετε ένα βιβλίο; Πηγάζουν από το βίωμα, το συναισθηματικό σύμπαν, μια εικόνα ή και από αλλού;

Η πηγή είναι μέσα – γι’ αυτό και δεν πιστεύω στην ουρανόπεμπτη έμπνευση. Ο,τι γράφεις είναι κομμάτι του ψυχισμού σου, επηρεασμένο απ’ το θυμικό της στιγμής, τις αναμνήσεις, τα αισθήματα, φανερά κι αφανή. Οσο για ιδέες, όλοι έχουν, οι συγγραφείς είναι απλώς αυτοί που τις κάνουν βιβλία.

Βρίσκεστε για πολλά χρόνια σταθερά ψηλά στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Πώς εισπράττετε εσείς αυτή την αποδοχή και ποια αφηγηματικά στοιχεία σας πιστεύετε ότι συγκινούν;

Από την «Κατερίνα» και μετά δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες με ανακάλυψαν και βρήκαν κάτι στα βιβλία μου, στη γραφή, στις ιστορίες που αφηγούμαι, που τους κρατά δεμένους με τα βιβλία μου. Είναι ένα θαύμα, κι είμαι απέραντα ευγνώμων για την αναγνωστική τους αφοσίωση και προσπαθώ, κάθε φορά, να τους χαρίζω όσο γίνεται καλύτερα βιβλία.

Στο νέο σας μυθιστόρημα «Μισό Παιδί» κυριαρχεί μια μαζική δολοφονία από έναν 17χρονο και μερικά ανομολόγητα μυστικά. Μπορείτε να μας πείτε για τα υλικά της έμπνευσής σας;

Η αφορμή ήταν τα μακελειά σε σχολεία των ΗΠΑ, κι απλώς μετέθεσα τη δράση σε ένα ακριτικό χωριό. Ηθελα την κλειστοφοβία του μικρού τόπου, τη μικρογραφία κοινωνίας που πενθεί κι ασφυκτιά, κι έναν παράξενο, παρείσακτο πρωταγωνιστή που ψάχνει την αλήθεια πίσω απ’ την επίσημη εκδοχή του φονικού. Είναι μια διασταύρωση αστυνομικού και θρίλερ, με τις σταθερές εμμονές μου: βία, σκληρότητα, άρρωστες οικογένειες.

Τον Φίλιππο Σέξτο, αυτόν τον άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, πώς τον εμπνευστήκατε;

Δεν ήθελα – δεν μπορούσα να φτιάξω – έναν μπλαζέ έλληνα επιθεωρητή, που εξιχνιάζει υποθέσεις επειδή είναι μεγαλοφυΐα. Προτίμησα έναν μεσόκοπο άντρα που ανακατεύεται στην πλοκή από απλή, αγαθή περιέργεια.

Είναι ενδιαφέρον που με αυτό το βιβλίο εξερευνάτε τις ρίζες της βίας. Η βία που δεν είναι ποτέ αυτοφυής. Πώς μπορούμε να την κατανοήσουμε;

Η βία είναι Πρωτέας, έχει αμέτρητα πρόσωπα: φτώχεια, πείνα, κακοποίηση, εκφοβισμός, περιθωριοποίηση, μισαλλοδοξία, ο φόνος είναι η πλέον ακραία έκφανσή της. Ομως πάντοτε υπάρχει σπορέας, κάποιος φυτεύει τη βία σ’ αυτούς που μεθαύριο θα την ασκήσουν σε άλλους.

Πόσα πρόσωπα έχετε ως συγγραφέας; Δηλαδή ο Κορτώ της «Κατερίνας» είναι ίδιος με σήμερα ή με το αμέσως προηγούμενό σας, «Οταν κοιμούνται οι φίλοι μου»;
Τα βιβλία μου διαφέρουν πολύ αναμεταξύ τους, αλλά είναι επόμενο, κάθε φορά ακολουθώ την ιστορία που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον και τη γράφω με τον τρόπο, το ύφος, τους χαρακτήρες που χρειάζεται.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr