Μολονότι η τεχνική του βρήκε αναρίθμητους μιμητές, ανάμεσα στους οποίους και συγγραφείς που σήμερα θεωρούνται από «αξιοσέβαστοι» έως «κλασικοί» (τον Εμίλ Ζολά, τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ, τον Βίκτορα Ουγκώ, ακόμη και τον δικό μας Ιωάννη Κονδυλάκη), ο ίδιος πέρασε προ πολλού και μάλλον αμετάκλητα στη λήθη. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι, στον καιρό του, σχηματίζονταν ουρές έξω από τα βιβλιοπωλεία για χάρη του και στρατιές από αναλφάβητους ζητούσαν από τους αριθμητικά λιγότερους εγγράμματους να τους διαβάσουν την πιο πρόσφατη συνέχεια από το νέο του μυθιστόρημα. Βλέπετε, ο γιατρός Μαρί-Ζοζέφ Συ (1804-1857), ευρύτερα γνωστός ως Εζέν Συ κι εξελληνισμένος ως Ευγένιος Σύης, ήταν ένας από τους πλέον δημοφιλείς εκπροσώπους του επιφυλλιδικού και, κατ’ επέκτασιν, του μαζικού μυθιστορήματος -προπάτορας, ούτως ειπείν, της σύγχρονης παραλογοτεχνίας, των «βιβλίων που διαβάζουν», σύμφωνα με το περίφημο παράδοξο του Πέτρου Μάρκαρη, «εκείνοι που δεν διαβάζουν βιβλία». Το πιο διάσημο πόνημά του, τα «Μυστήρια των Παρισίων», κατακερματισμένο σε 90 συνέχειες στην εφημερίδα  Journal des débats από τον Ιούνιο του 1842 έως τον Οκτώβριο του 1843, ενέπνευσε δεκάδες κλώνους σε όλη την Ευρώπη – τα «Μυστήρια της Μασσαλίας», τα «Μυστήρια του Λονδίνου», τα «Μυστήρια του Βερολίνου» κ.ο.κ. -, έστω και αν οι περισσότεροι δημιουργοί τους περιφρονούσαν κατά βάθος την πηγή της έμπνευσής τους.

Ωστόσο, ας μη βιαστούμε να προσπεράσουμε το βασικό… μυστήριο γύρω από την απήχηση των «Μυστηρίων»: γιατί εκείνοι που «δεν διάβαζαν βιβλία», αποφάσιζαν να διαβάσουν ή, πιο συχνά, να αγγαρέψουν άλλους να τους διαβάσουν τα βιβλία του Συ; Ηταν σίγουρα βιβλία προχειρογραμμένα κι ευκολοδιάβαστα, δεν απαιτούσαν παρά το μίνιμουμ της προσοχής σου – αυτή, άλλωστε, ήταν και η παρακαταθήκη που άφησε ο συγγραφέας τους στις μελλοντικές γενιές, όσες γαλουχήθηκαν με ρομάντζα και σαπουνόπερες. Η κύρια αιτία της επιτυχίας τους, όμως, ήταν άλλη. Στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια εποχή που αστοί συγγραφείς απευθύνονται σε αστούς αναγνώστες, ο Συ στρέφει την προσοχή του προς τους «αόρατους»: τους λούμπεν, τους περιθωριακούς, τους παρίες. Ενα σύμπαν εξαθλιωμένων που ζει κάτω από τον κόσμο των αστών, κυριολεκτικά – στις υπόγειες στοές, στους υπονόμους – και πέρα από τις δαγκάνες του νόμου, κυριολεκτικά επίσης: καθώς διαπιστώνουμε, κοινόχρηστες σήμερα λέξεις, όπως «υπό-κοσμος» ή «παρά-νομοι» έχουν μικρότερη συμβολική καταγωγή από εκείνην που υποθέτουμε.

Η κληρονομιά του Εζέν Συ – τα μυστικά κάθε πολιτείας, τα μυστήρια – ήρθε πάλι στο μυαλό μου πριν από λίγες ημέρες με μια, ως συνήθως, άσχετη αφορμή. Την ίδια περίπου χρονική περίοδο – με μια εβδομάδα διαφορά, για την ακρίβεια – που ο μητροπολίτης Μόρφου, στην Κύπρο, διέψευδε αγανακτισμένος όσους συκοφάντες διέδιδαν ότι έχει εμβολιαστεί κατά του κορωνοϊού (είναι πραγματικά εξοργιστικό, σεβασμιότατε, σε ποιο σημείο διαβολής κατρακυλούν οι αντίχριστοι προκειμένου να σε αποξενώσουν από το ποίμνιό σου), ένας άλλος μητροπολίτης, στην ακριτική Ανατολική Μακεδονία, εμβολιαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Δράμας. Η εκ διαμέτρου αντίθετη στάση και το συνεπαγόμενο αντίθετο μήνυμα προς το χριστεπώνυμο πλήρωμα των δύο μητροπολιτών θα αντικαθρέφτιζε απλώς τη διάσταση απόψεων στους  κόλπους της ορθοδόξου Εκκλησίας, εάν ο μητροπολίτης Δράμας δεν ένιωθε την ανάγκη να ενημερώσει τους δημοσιογράφους, έξω από το εμβολιαστικό κέντρο, ότι σκοπεύει να μεταβεί κατόπιν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών και να καταγγείλει ενέργειες ιερέων που έθεσαν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία κατά την περίοδο του Πάσχα. Παρότι δεν ήθελε αρχικά να δημοσιοποιήσει τον εμβολιασμό του, αποφάσισε τελικά να το πράξει, διότι «αισθάνομαι βάρος εις τη συνείδησή μου και δεν θέλω έμμεσα να είμαι υπεύθυνος ασθένειας ή πολύ περισσότερο θανάτου για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος πιθανώς να ακούσει την ανεύθυνη προτροπή ή απαγόρευση του α ή β ιερωμένου».

Ετσι είναι. Ανεξιχνίαστη η συνείδηση καθενός μητροπολίτη χωριστά. Αλλος νιώθει την ανάγκη να διαφυλάξει την υγεία του ποιμνίου του και άλλος να ανακαλύψει τη συνωμοτική προαναγγελία της πανδημίας σε κάποιο παλιό τεύχος του Αστερίξ. Εντούτοις, ούτε αυτό το συνειδησιακό χάντικαπ θα μας ξένιζε (έχουμε καταντήσει πολύ χοντρόπετσοι, ιδίως οι εμβολιασμένοι), εάν η ευθύτητα και η παρρησία του μητροπολίτη Δράμας δεν πυροδοτούσε μια ομοβροντία ύβρεων εναντίον του, με υποκινητές ιερωμένους που κατονόμασε. «Γίνονται αρχηγοί συμμορίας», επανήλθε με νέο κύκλο δηλώσεων, «και μέσα από το Facebook καθοδηγούν αυτά τα πρόσωπα (που με υβρίζουν)». Αναρωτήθηκε «γιατί μέσα στην Εκκλησία να υπεισέρχεται οργανωτισμός τύπου εγκληματικής οργανώσεως Χρυσής Αυγής» και πρόσθεσε: «Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό το πράγμα στη Μητρόπολη Δράμας, σε μια δημοκρατική περιοχή, με ιδιαίτερες ευαισθησίες». Κάλεσε τέλος «τους ενορίτες των τριών ναών να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς στις συγκεκριμένες εκκλησίες συγκεντρώνονται αρνητές της πανδημίας χωρίς να λαμβάνουν προστατευτικά μέτρα». Σοφόν το σαφές.

Είναι αλήθεια πως, όσοι σχολιαστές επισημάναμε από την πρώτη στιγμή τα παζαρέματα, τις αντιφάσεις, τις υπαναχωρήσεις και τις παλινδρομήσεις στη με «μισή καρδιά» συμμόρφωση της Ιεράς Συνόδου στα μέτρα της πολιτείας για την καταπολέμηση της πανδημίας (ο ίδιος ο μητροπολίτης Δράμας ομολογεί ευθαρσώς ότι θα προτιμούσε να μη βρεθεί η Εκκλησία στη δεινή θέση να μεταθέσει, λόγου χάριν, την ώρα εορτασμού της Ανάστασης), ποτέ δεν χάψαμε αμάσητη την άποψη ότι η αντιδικία στο εσωτερικό της περιορίζεται σε αυστηρά ακαδημαϊκά επίπεδα. Κάτι τέτοιο θα αντιστοιχούσε εκ μέρους μας με μια εκούσια λοβοτομή ευθυκρισίας, ανάλογη με το να δεχτούμε ότι το διαχρονικά ισχυρότερο και ανθεκτικότερο πελατειακό «λόμπι» της πατρίδας μας δεν θα μετερχόταν κάθε μέσου πίεσης, θεμιτού ή αθέμιτου. Τα διάσπαρτα τοπικά «αντάρτικα» -πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το Πάσχα – μας έπειθαν ότι οι κατά φαντασίαν «αντάρτες» ρασοφόροι έψαχναν μια τόση δα αφορμή προκειμένου να ανεμίσουν το μπαϊράκι της κατά φαντασίαν «εξέγερσης» εναντίον ενός κράτους που τους έχει θέσει κατά φαντασίαν «υπό διωγμόν». Οχι. Δεν πιστέψαμε πως όλοι αυτοί δέχτηκαν ξαφνικά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος και κατέθεσαν τα φαντασιακά τους «όπλα» στη φαντασιακή τους «Βάρκιζα». Τόσο αφελείς δεν είμαστε. Δεν μπορούμε καν να προσποιηθούμε ότι είμαστε.

Από εκεί κι έπειτα, άλλο να το εικάζεις και άλλο να το ακούς από τα πιο αρμόδια χείλη. Ο θαρραλέος μητροπολίτης, με προσωπικό κόστος και δύο μέχρι στιγμής δημόσιες παρεμβάσεις, που οι συντοπίτες του ιδίως – εχθροί και φίλοι – αλλά και όλοι εμείς οι υπόλοιποι θα τις θυμόμαστε για καιρό, αποτύπωσε τα «μυστήρια της Δράμας» με τόση ενάργεια κι ευκρίνεια, όπως δεν θα τα αποτύπωνε καμία νταγκεροτυπία, την εποχή του Εζέν Συ. Και αυτό, μια κοινωνία σε λήθαργο, κάποτε θα του το αναγνωρίσει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο