Ένα βιβλίο που συνέγραψε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Παναγιωτόπουλος και ένας τόμος τον οποίο διηύθυνε, έρχονται να δώσουν μια εικόνα της ελληνικής κοινωνίας που συνήθως απουσιάζει από τη δημόσια σφαίρα. Το πρώτο, με τίτλο «Οι αφανείς», αποπειράται μια κοινωνιολογία των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα. Ο δεύτερος που έχει πραγματοποιηθεί με τη συμμετοχή μιας ομάδας ερευνητών, υπό τη διεύθυνση του Παναγιωτόπουλου, έχει τίτλο «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα» και περιλαμβάνει ένα σύνολο σχολιασμένων συνεντεύξεων με ανθρώπους από ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα. Και τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν το 2021 από τις εκδόσεις Πεδίο.

Όπως συμβαίνει και με άλλα βιβλία και έρευνες που έχει συντονίσει ο Παναγιωτόπουλος ο αναγνώστης συναντά εδώ μια ερευνητική προσέγγιση που πατώντας πάνω στις θεωρητικές κατευθύνσεις που πρώτος επεξεργάστηκε ο Πιέρ Μπουρντιέ συνδυάζει τη θεωρητική διάσταση, τη στατιστική ανάλυση, την αναστοχαστική προσέγγιση και τη μεγάλη έμφαση στη μαρτυρία και καταγραφή του λόγου των ίδιων των  υποκειμένων. Ειδικά το τελευταίο στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί ανοίγει ουσιαστικά ένα παράθυρο στο πώς όντως ζουν και κυρίως σκέφτονται τα κοινωνικά υποκείμενα με έναν τρόπο που συνήθως δεν το συναντούμε στη σχετική συζήτηση. Αυτό που προκύπτει είναι μια εντυπωσιακή όσο και οδυνηρή τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας σε μια  περίοδο βαθιάς κρίσης.

 

Προσεγγίζοντας την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων 

Από τη μια ο Παναγιωτόπουλος προσεγγίζει την κατάσταση των λαϊκών τάξεων, αποτυπώνοντας τα χαρακτηριστικά μιας περιόδου όπου η σταδιακή εξάντληση των δυναμικών ανοδικής κοινωνικότητας και η εμπέδωση νεοφιλελεύθερων πολιτικών διαμόρφωσαν μια συνθήκη αυξημένης επισφάλειας και κοινωνικής υποβάθμισης που συνδυάστηκε με στοιχεία διάσπασης, εσωτερικής διαίρεσης και αυτό που περιγράφει ως διαδικασία αποπολιτισμού. Στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με μια προηγούμενη συνθήκη των λαϊκών τάξεων στη μεταπολεμική περίοδο όπου είχαν διαμορφώσει ένα σύνολο στοιχείων μιας «τέχνης του ζην» που συνδύαζε μια βαθύτερη ηθική και αλληλεγγύη, ένα σύνολο δεξιοτήτων για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, που ταυτόχρονα αποτύπωνε και μια ουσιώδη αγωνιστικότητα.

Από την άλλη, στον δεύτερο τόμο, έχουμε μια πολύ ευρεία αποτύπωση του τρόπου σκέφτονται άνθρωποι, από διαφορετικές ταξικές τοποθετήσεις, στη μεταβατική συγκυρία που διαμορφώνει το κλείσιμο του κύκλου της δεκαετίας του 2010 και η δομική αβεβαιότητα που γεννά η εμπειρία της πανδημίας.

Αυτό που προκύπτει είναι ατομικές και συλλογικές εμπειρίες που είναι μακράν των στερεοτυπικών τοποθετήσεων που διαπερνούν και τον πολιτικό και τον δημοσιογραφικό λόγο. Γιατί πίσω από τις γενικεύσεις που αφορούν είτε την ανάπτυξη, είτε την κρίση, υπάρχει ένα τεράστιο φάσμα από εμπειρίες. Από ανθρώπους που αλλάζουν διαρκώς δουλειές, που υφίστανται εκμετάλλευση, που βιώνουν την επισφάλεια και τις μεγάλες ανατροπές της προηγούμενης περιόδου, που βλέπουν όνειρα να διαψεύδονται και προσδοκίες να αναιρούνται, που υφίστανται τη βία της ανεργίας ή τον εγκλωβισμό στις δεσμεύσεις των «οικογενειακών βαρών» (και των έμφυλων στερεότυπων που αυτά αποκρυσταλλώνουν και αναπαράγουν), που περιθωριοποιούνται στη δημόσια σφαίρα παρότι η εργασία τους είναι σημαντική και καθοριστική, που αγανακτούν αλλά και φοβούνται, που εξεγείρονται ενάντια στην όποια εκδοχή της κυρίαρχης πολιτικής, την ίδια ώρα που μπορεί να αναπαράγουν, ασύνειδα ίσως κομβικές πλευρές της, και που τελικά αδυνατούν να διαμορφώσουν εκείνη την καθοριστική λαϊκότητα, με τον συνδυασμό ανάμεσα σε ρεαλισμό αλλά και αντιστασιακό σθένος, που σφράγισε την μεταπολεμική νεοελληνική ταυτότητα, κάτι που εκτός όλων των άλλων αποτυπώνει και ένα στοιχείο βαθύτερης πολιτιστικής κρίσης.

Την ίδια στιγμή μπορεί κανείς να δει πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι, είτε μιλάμε για τα λαϊκά στρώματα είτε για τα μεσαία στρώματα, είτε για έλληνες είτε για μετανάστες, μέσα στην υπαρκτή πολυφωνικότητα μιας κοινωνίας σε μετάβαση, μιας κοινωνίας που διαπερνάται από ένα ευρύ φάσμα αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Αυτή η προσπάθεια να δοθεί ο λόγος στα ίδια τα υποκείμενα, αυτός ο λόγος που συχνά αποσιωπάται από τον επικοινωνιακό θόρυβο των τελετουργιών της δημόσια σφαίρας, συμπεριλαμβανομένης της «πολιτικής αντιπαράθεσης» έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί αποδεικνύει ένα ευρύ φάσμα μορφών δυσαρέσκειας, οδύνης, ανασφάλειας που συνδυάζονται με μια διάχυτη απομάγευση από την πολιτική, που υπερβαίνει την απλή απογοήτευση από το ένα ή το άλλο κόμμα ή κυβέρνηση και αφορά μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στη δυνατότητα της οργανωμένης πολιτικής να παράγει λύσεις που να βελτιώνουν τα πράγματα. Ειδικά αυτό το τελευταίο αποτελεί και μια διάσταση που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ιδιότυπη αυτάρκεια, ενίοτε και αυταρέσκεια που διαπερνά ένα πολιτικό και κομματικό σύστημα που διαβάζει εκλογικά αποτελέσματα και δημοσκοπικές ενδείξεις ως απόδειξη μιας σχέσης εκπροσώπησης ή, πολύ περισσότερο, εμπιστοσύνης που στην πραγματικότητα απέχει πάρα πολύ από το να θεωρηθεί δεδομένη.

 

Η καταστατική ανισότητα

Μια κρίσιμη διάσταση είναι ότι η ελληνική κοινωνία γίνεται διαρκώς πιο άνιση ως προς τον τρόπο που κατανέμεται οικονομικό, μορφωτικό και συμβολικό κεφάλαιο. Αυτό γεννά πραγματικά εμπόδια και αξεπέραστα όρια ως προς τη δυνατότητα των υποκειμένων να κάνουν πράξη τις όποιες επιδιώξεις τους και επιτείνει  τα αισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Από αυτό προκύπτει και ένα ουσιώδες αίτημα για αυξημένη κρατική παρέμβαση που έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική του «λιγότερου κράτους».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο