Στην υπόθεση με την απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα η συζήτηση έχει μετατοπιστεί στην αντιπαράθεση ανάμεσα στη θέση ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται» και τη θέση ότι «η δημοκρατία δεν εκβιάζεται». Παρότι αντιλαμβάνομαι πλήρως το νόημα και των δύο θέσεων, το πραγματικό ερώτημα είναι: «τι δημοκρατία θέλουμε».

Ο κίνδυνος της «μαχητικής δημοκρατίας»

Με αυτό θέλω να πω ότι έχουν υπάρξει «μαχητικές» δημοκρατίες που και εκδίκηση θέλησαν να πάρουν – μια ματιά στο πώς συμπεριφέρεται ακόμη το αμερικανικό κράτος στους πολιτικούς κρατούμενους από υποθέσεις της δεκαετίας του 1970 αρκεί να το αποδείξει, για να μην αναφερθούμε στην επίσημη θεσμοποίηση της «κατάστασης εξαίρεσης» στο Γκουαντάναμο –, που ενίοτε και τα όρια ακόμη και μιας εκδοχής «νομιμότητας» επέλεξαν να υπερβούν – το «Γερμανικό Φθινόπωρο» της δεκαετίας του 1970 είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, η Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ ένα άλλο –, που δεν είχαν πρόβλημα να συνυπάρχουν με πρακτικές αποικιοκρατικής βαναυσότητας – η Γαλλική εμπειρία στην Αλγερία έχει πολλά να πει για αυτό.

Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αυτές οι πρακτικές μιας «μαχητικής» δημοκρατίας άφησαν –ή ακόμη και συνεχίζουν να αφήνουν– βαθειά τραύματα και ουσιώδη «δημοκρατικά ελλείμματα». Ακόμη περισσότερο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παραπέμπουν σε ένα «στένεμα» της δημοκρατίας στα όρια ενός «εντός πλαισίου» κοινοβουλευτισμού, με παράλληλη στεγανοποίηση απέναντι σε ένα μεγάλο φάσμα διαμαρτυριών και διεκδικήσεων. Προφανώς όχι πάντα και παντού στον ίδιο βαθμό αλλά το χνάρι είναι κοινό.

Εντός μια τέτοιας εκδοχής δημοκρατίας είναι απόλυτα δόκιμη μια «σκληρή» γραμμή ακόμη στην οριακή εκδοχή της ανοχής σε έναν νεκρό απεργό πείνας, με όλο τον κίνδυνο αυτό να οδηγήσει σε μια έκρηξη αντιδράσεων. Με αυτή την έννοια αυτή η γραμμή δεν είναι «παραλογισμός», είναι πολιτική επιλογή. Και γνωρίζω καλά ότι μια τέτοια εκδοχή δημοκρατίας σήμερα έχει μια αρκετά ευρεία αποδοχή. Με αυτό εννοώ ότι υπάρχει μια σαφώς διατυπωμένη από καιρό θέση ότι το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ήταν ότι ο ριζοσπαστισμός της Μεταπολίτευσης  τροφοδότησε ένα φάσμα συμπεριφορών «ανομικών» και «παραβατικών» που οριακή εκδοχή τους είχαν και τα φαινόμενα της ένοπλης βίας. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντα με αυτή την άποψη, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εμπέδωση της «νομιμότητας» αλλά και μιας αναγκαίας «πειθάρχησης» που να κάνει σαφές ότι το ρεπερτόριο των μορφών διεκδίκησης που σφράγισε μια προηγούμενη περίοδο είναι εκτός πλαισίου. Σε μια τέτοια κατεύθυνση μια έμφαση στον «νόμο και την τάξη» γίνεται αναγκαίο συμπλήρωμα μιας συνολικότερης προσπάθειας αναδιάρθρωσης του παραγωγικού αλλά τελικά και του πολιτικού υποδείγματος.

Δημοκρατία και κοινωνική σύγκρουση

Δεν θέλω να αμφισβητήσω τη συνεκτικότητα αυτής της στρατηγικής, που μπορεί να περιγραφτεί ως μια εκδοχή αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού που έχει ως πολιτική μορφή ια πολύ πιο «θωρακισμένη» κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Μπορώ, όμως, να αμφισβητήσω τη λυσιτέλειά της και κατά πόσο από ένα σημείο και μετά μιλούμε όντως για δημοκρατία ή μια θωρακισμένη «μεταδημοκρατία». Και δεν αναφέρομαι μόνο στον διαρκή κίνδυνο μια τέτοια κατεύθυνση να πυροδοτεί κοινωνικές εκρήξεις, ακριβώς επειδή βλέπει μόνο «παραβατικότητα» και δυνάμει «επικίνδυνες τάξεις».

Κυρίως στέκομαι στο ότι παραβλέπει ότι η δημοκρατία, εάν μπόρεσε να είναι μια σχετικά αποτελεσματική πολιτική μορφή και στοιχείο κοινωνικής και πολιτικής προόδου, είναι γιατί διαχειρίζεται τη δομική συγκρουσιακότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Ή για να το πω διαφορετικά: η δημοκρατία είναι μια πολιτική μορφή που καλείται να χειριστεί έναν διαρκή και πολυεπίπεδο «εμφύλιο πόλεμο», ακόμη και εάν προφανώς απέχουμε πολύ από τη συγκυρία του ελληνικού Εμφυλίου (χωρίς αυτό να αναιρεί την επίμονη επιβίωση ορισμένων εκ των διαχωριστικών γραμμών του). Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι σύγχρονες δημοκρατικές μορφές προϋπέθεσαν εκτεταμένες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις και διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων χωρίς αναγνώριση και ότι η σύγκρουση με την προσπάθεια περιορισμού αυτή της δημοκρατικής δυναμικής καταγράφηκε εξαρχής, με ένα μεγάλο φάσμα «ειδικών νομοθεσιών» από τους γερμανικούς «αντισοσιαλιστικούς νόμους» στον 19ο αιώνα έως τις σύγχρονες αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες.

Ποια είναι η δημοκρατία που δεν εκδικείται

Με αυτή την έννοια, τολμώ να πω ότι η «δημοκρατία που δεν θα εκδικείται» αναφέρεται περισσότερο σε μια δεύτερη στρατηγική εκδοχή της δημοκρατίας που παραδέχεται την καταστατική συγκρουσιακότητα των σύγχρονων κοινωνιών και προσπαθεί να της προσδώσει πολιτική μορφή. Αυτό θα αποτύπωνε η αναγνώριση ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως παραβατικά τα κοινωνικά κινήματα, ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη επένδυση στη αναγνώριση των αιτημάτων των υποτελών τάξεων παρά στην κατασταλτική αντιμετώπισή τους, ότι το βάθεμα της δημοκρατικής συζήτησης αναγορεύεται σε παράμετρο πιο σημαντική από την «επίδειξη πυγμής». Είναι μια εκδοχή δημοκρατίας από πολλές απόψεις ανεύρετη σήμερα, αλλά και πολλαπλά αναγκαία εάν δούμε όλα τα σημάδια μιας βαθύτερης πολιτικής αλλά και πολιτισμικής κρίσης στις σύγχρονες κοινωνίες.

Το πραγματικό διακύβευμα

Αυτό ακριβώς είναι και το διακύβευμα σε σχέση με το πώς θα αντιμετωπιστεί η απεργία πείνας και το αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα. Δεν αφορά απλώς την τήρηση ενός κανόνα «κράτους δικαίου», ακόμη και εάν πλευρές του όντως παραβιάζονται μέσα σε έναν ορισμένο ζήλο εκδικητικότητας. Αφορά το εάν θα επιταχυνθεί η μετάβαση από μια δημοκρατία που θα ολισθαίνει στην «εκδικητικότητα» σε μια δημοκρατία που θα θεωρεί ότι μπορεί να διαγράψει τον κοινωνικό ανταγωνισμό, κοινώς να αυτοαναιρείται. Και τα σημάδια αυτής της συνολικότερης μετάλλαξης της δημοκρατίας είναι αρκετά, ιδίως σε μια εποχή όπου ενίοτε η αγορά θεωρείται ορθολογικότερος μηχανισμός από τη βούληση των ψηφοφόρων ως προς τη χάραξη πολιτικής και όπου οι «καταστάσεις εξαίρεσης» πολλαπλασιάζονται (πιο πρόσφατο γενικευμένο πρόβλημα η αντιμετώπιση των μεταναστών και των προσφύγων ως ανθρώπων ουσιαστικά άνευ δικαιωμάτων).

Γιατί είναι προφανές ότι μια δημοκρατία που είναι σε θέση να κατανοήσει τη σημασία της συμμετοχής, που αντιλαμβάνεται ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις συνιστούν στοιχείο ιστορικής δυναμικής, που δεν φοβάται την κοινωνική διεκδίκηση και διαμαρτυρία αλλά τη θεωρεί καταστατική συνθήκη της, που αντιλαμβάνεται τη διαλεκτική πολιτικής ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι μια δημοκρατία που επίσης αναγνωρίζει ότι ο ποινικός κολασμός δεν συνιστά εκδίκηση, που αντιλαμβάνεται ότι φαινόμενα όπως η ένοπλη πολιτική βία απαιτούν και πολιτική αντιμετώπιση και που προφανώς κατανοεί ότι πίσω από μια πολυήμερη απεργία πείνας που οδηγεί κάποιον στα πρόθυρα του θανάτου δεν κρύβεται κάποια διάθεση εκβιασμού, ούτε κάποιος «ατομικός υπολογισμός», αλλά πολύ περισσότερο η επιμονή στην διεκδίκηση ενός αιτήματος που υπερβαίνει την ατομική περίπτωση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο