Τη Δευτέρα που μας πέρασε κηδεύτηκε η πολύτιμη και πάντα αναγκαία στις διανομές Αφροδίτη Γρηγοριάδου. Επειδή η συγκυρία μας συνέδεσε σε δύσκολες εποχές, θα μου επιτραπεί, εκτός από τη γόνιμη θεατρική και τηλεοπτική της παρουσία να μιλήσω για μια εποχή που εργάτες, επιστήμονες και καλλιτέχνες έδιναν μάχες χαρακωμάτων και, βέβαια, επιβίωναν, όχι οι καπάτσοι, αλλά οι ταλαντούχοι, οι ιδεολόγοι και οι διά βίου ενημερωμένοι στις διεθνείς και στις επικίνδυνες ελλαδικές πολιτικές και πνευματικές συνθήκες.

Το 1958 φοιτούσα στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον μεγάλο Ροντήρη και τον μοναδικό ιστορικό του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Τη χρονιά που εισαχθήκαμε εμείς τέλειωναν μια σειρά μεγαλύτερων και για τη Σχολή μαθητών που είχε διδάξει ο Ροντήρης να προέρχονται από την Κοκκινιά. Μερικοί απ’ αυτούς, το 1955, μόλις είχαν επιστρέψει από τη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη. Ενας από τους εκλεκτούς μαθητές του Ροντήρη, παλιός εξόριστος και συνάμα τραγικός αδελφός, αφού, μαζί με τη μητέρα του, είχε υποχρεωθεί να παρακολουθήσει στο Μπλόκο της Κοκκινιάς την εκτέλεση του αδελφού του, ήταν ο Γιάννης Κοντούλης που, για να αντιμετωπίσει τα δίδακτρα της Σχολής, είχε προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος στον αριστερό Δήμο της Κοκκινιάς και είχε καθήκον να καταγράφει στους μετρητές του νερού την κατανάλωση των νοικοκυριών, ενόσω στη βάρδια του έλεγε μονολόγους του Σαίξπηρ και του Σοφοκλή.

Αυτός ο χαρισματικός άνθρωπος αποφάσισε, σε συνεργασία και με τον Δήμο, και δημιούργησε ημιεπαγγελματικό θέατρο (επαγγελματίες και μαθητές, κυρίως του Ροντήρη) στην Ποντιακή Λέσχη της Κοκκινιάς, έναν ωραίο χώρο με σκηνή, παρασκήνια, αυλαία και, φυσικά, καθίσματα. Αποφασίστηκε να αρχίσουμε με τον «Ρήγα Βελεστινλή» του Βασίλη Ρώτα, άλλου «ύποπτου» πνευματικού ανθρώπου, και τη δεύτερη χρονιά ανεβάσαμε τον «Φον Δημητράκη» του Ψαθά, την πρώτη παράσταση, μετά την πρεμιέρα του το 1946, του έργου με τον Βεάκη και τον Γιαννίδη, με αριστερό θίασο ηθοποιών. Ο Ψαθάς έβαλε τα κλάματα, όταν έμαθε πως ανέβασαν το έργο του κάτι νέοι καλλιτέχνες, σε εποχές διωγμών, όπως και στην εποχή που πρωτοπαρουσιάστηκε από τους «Ενωμένους Καλλιτέχνες» (Βεάκης, Ασπασία Παπαθανασίου, Τζόγιας κ.λπ.).

Σε αυτήν την παράσταση τον Φον Δημητράκη έπαιζε ο Κοκκινιώτης, μακαρίτης πια φίλος, Γιάννης Κανδήλας και τον αδελφό του (ρόλο του Βεάκη!) η ταπεινότης μου. Στη διανομή ήταν η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ο Κοντούλης, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης, ο Γιώργος Μάζης, ο Κατσάρας, η Γκάρυ Βοσκοπούλου και τρεις ερασιτέχνες: η Αφροδίτη Γρηγοριάδου, ο Τόλης Βοσκόπουλος και ένας υπάλληλος που εξελίχθηκε σε θεατρικό επιχειρηματία.

Κατά τη διάρκεια των δοκιμών Γρηγοριάδου και Βοσκόπουλος αποκάλυψαν πως ήθελαν να σπουδάσουν υποκριτική, αλλά δεν είχαν τα μέσα να προετοιμαστούν. Μετά το τέλος των δοκιμών τους κρατούσα και τους δίδασκα μονολόγους και ποιήματα (αναγκαία ύλη εισαγωγικών) από τον κατάλογο των έργων που είχα κι εγώ διδαχθεί από τον Ροντήρη.

Η Αφροδίτη έγινε δεκτή με υποτροφία στο Ωδείο Αθηνών, με δάσκαλο τον Ροντήρη, κι όταν εκείνος παραιτήθηκε, ύστερα από 35 χρόνια, η Αφροδίτη έγινε δεκτή στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Και ο Τόλης έγινε δεκτός σε Σχολή και ευδοκίμησε, πριν αφοσιωθεί στο τραγούδι.

Μετά τις σπουδές της η Αφροδίτη Γρηγοριάδου πρωτοεμφανίστηκε στη μυθική έκτοτε παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο, με σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μυράτ και την αριστουργηματική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Εκτοτε η Γρηγοριάδου εξελίχθηκε σε πρώτης επιλογής ηθοποιός και διακρίθηκε στον θεατρικό τύπο Ντάμα και Καρατερίστα.

Την παρακολούθησα στην ανθηρή της πορεία, περίπου 50 χρόνια, ως επαγγελματίας θεατής και δεν θυμάμαι να βρέθηκα στην ανάγκη να την κρίνω αρνητικά. Πάντα πειθαρχούσε στο σχέδιο, το πρόγραμμα και τους στόχους της σκηνοθεσίας, ακόμα κι αν διαφωνούσε προσωπικά στο σκεπτικό ή στη σύνθεση που δίδασκε ο σκηνοθέτης. Το πόσο πολύτιμη ήταν στη σύνθεση των θιάσων φαίνεται κι από το βιογραφικό της μνημόνιο, αφού συνεργάστηκε με τον Μινωτή, την Παξινού, τον Χορν, τη Δανδουλάκη. Συγκρότησε θίασο με τον σύζυγό της Βύρωνα Πάλλη και διακρίθηκε σε δύσκολους ρόλους (στον «Βυσσινόκηπο» – Βάρια – με τη Λαμπέτη και στον «Γλάρο» με τη Δανδουλάκη).

Μετά τον θάνατο της Καρέζη συμπρωταγωνίστησε με τον Κώστα Καζάκο στο έξοχο έργο «Κοπεγχάγη» του Φρέιν και στο αριστούργημα του Αρθουρ Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου», στον τραγικό ρόλο της συζύγου. Διακρίθηκε και στο ελληνικό δραματολόγιο και σημειώνω το έργο της Κωνσταντίνας Βέργου, που ανέβασε ο Βουτέρης στο Θέατρο του Πειραιά, με συμπρωταγωνίστρια την Αννίτα Δεκαβάλλα.

Στο Θέατρο Αλάμπρα, δίπλα στον Γιάννη Βούρο και τη μεγάλη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, έλαμψε στο περίφημο «Χάρολντ και Μωντ». Από τις τελευταίες παραστάσεις που διέπρεψε είναι οι «Εκατομμυριούχοι της Νάπολης» του Εντουάρντο ντε Φιλίπο στο Εθνικό Θέατρο (με σκηνοθέτη τον Στέφανο Ληναίο, 1997) και η τελευταία εμφάνισή της στο Θέατρο Ανεσις στο «Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ», δίπλα στον Στέφανο Κυριακίδη (2011).

Στην εποχή του μπότοξ λείπουν από τη σκηνή ηθοποιοί μέσης ηλικίας και μεγαλύτερες ντάμες, καρατερίστες και τυπίστες που αποτέλεσαν πάντα στο θέατρο τη ραχοκοκκαλιά.

Η Αφροδίτη Γρηγοριάδου, φεύγοντας από τη ζωή και τη σκηνή, θα επανέρχεται κάθε φορά, όταν οι σκηνοθέτες θα λένε: «Ο ρόλος θέλει Γρηγοριάδου»!

Γράψτε το σχόλιό σας