Ο Κώστας Μουσούρης (1903-1976) ήταν συσπουδαστής και φίλος με τον Δημήτρη Ροντήρη. Μαθήτευσαν και οι δύο ως μαθητές του μεγάλου Θωμά Οικονόμου και του Φώτου Πολίτη, που τον διαδέχθηκε. Ο πρώτος δίδαξε στο «Ωδείο Αθηνών» και ο δεύτερος στη Σχολή της «Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων».

Ως μαθητές του Φώτου Πολίτη επιστρατεύτηκαν από τον σημαντικό εκείνο κριτικό και θεατράνθρωπο, γιο του λαογράφου Νικολάου Πολίτη, να παίξουν στον Χορό του «Οιδίποδα Τυράννου» που σκηνοθέτησε το 1919, με πρωταγωνιστή τον Βεάκη, μια παράσταση που έμεινε ιστορική, σχεδόν μυθική.

Εκτοτε χωρίστηκαν οι δρόμοι τους και η φιλία τους. Ο Ροντήρης προσελήφθη στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και ο Μουσούρης συνεργάστηκε με τον «Θίασο των Νέων», τον πρώτο αποκεντρωμένο θίασο (στο Παγκράτι – προάστιο τότε!), το 1924. Το 1925 έγινε πρωταγωνιστής στο «Θέατρο Τέχνης» του Σπύρου Μελά. Ο Μελάς είχε μελετήσει επιτόπου τη θεατρική πρωτοπορία στο Παρίσι και μεταφύτευσε στην Αθήνα και τεχνικές, ρεπερτόριο και μοντερνισμό. Επαιξε στην Ελλάδα και τα πρώτα ψυχαναλυτικά στην προσέγγιση και τεχνολογικά (με ρομπότ!) έργα.

Ο Μουσούρης, ανήσυχο πνεύμα, δεν διστάζει να μεταπηδήσει και να μυηθεί στο επίσημο θεατρικό σύστημα και συνεργάζεται με την Κυβέλη, ενώ το 1929 γίνεται πλέον συνθιασάρχης με την Αλίκη Θεοδωρίδη, κόρη της Κυβέλης. Εκτοτε, και μετά την αναχώρηση της Αλίκης (Νορ πλέον) στην Αμερική, και για πολλά χρόνια, όταν πήρε το όνομά του το θέατρο, είχε την επωνυμία «Θέατρο ΑΛΙΚΗΣ». Το γνωστό έως σήμερα στην Πλατεία Καρύτση.

Ο Μουσούρης, μαζί αργότερα με τη μεγάλη Κυρία Κατερίνα, ήταν, παράλληλα με τον εξαίσιο κωμικό Βασίλη Αργυρόπουλο, οι μόνοι νεότεροι που ανταγωνίστηκαν τους θεσμικούς θιάσους της Κοτοπούλη και της Κυβέλης στο ταμείο και το Εθνικό Θέατρο (1932) που, χωρίς άγχος, χαιρόταν την κρατική επιχορήγηση.

Ο Μουσούρης, όταν βρέθηκε χωρίς την μόνιμη συμπρωταγωνίστριά του Αλίκη Θεοδωρίδη (Νορ), προχώρησε σε συνεργασίες με νέες και παλαιότερες γυναίκες ταλαντούχες ηθοποιούς. Ετσι σκηνοθέτησε και συμπρωταγωνίστησε με την Ελλη Λαμπέτη, τη Βάσω Μανωλίδου, την Ελένη Χατζηαργύρη, την Αντιγόνη Βαλάκου, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Αλεξάνδρα Λαδικού, την Τζένη Ρουσσέα.

Το ελληνικό θέατρο, κατ’ αρχάς, οφείλει στον Μουσούρη την αναζήτηση και την ανάδειξη ελλήνων δραματουργών και, παρ’ όλο το κόστος ενός θιάσου, στηριζόταν στο ταμείο στο κλασικό ρεπερτόριο. Στο Θέατρο ΑΛΙΚΗΣ και στον θίασο Αλίκης – Μουσούρη παίχθηκε, γραμμένο κατά παραγγελία, το έργο του Μελά «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», με πρωταγωνιστή τον Λογοθετίδη (1934).

Ο Μουσούρης, μαζί με τον Βεάκη και τον Ροντήρη, δίδαξε υποκριτική στο «Ωδείο Αθηνών», με καθηγητή Ιστορίας Θεάτρου τον Γιάννη Σιδέρη, διαδεχόμενοι τον μεγάλο Θωμά Οικονόμου. Μετά το 1949, ως αποκλειστικός πλέον πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης, παρουσίασε μια γκάμα από έργα που, πλην αρχαίου δράματος, κάλυπταν την ευρωπαϊκή ιστορία των νεότερων χρόνων. Μάλιστα, ο Μουσούρης, που δεν εργαζόταν τη θερινή περίοδο, ταξίδευε με υπερωκεάνιο στις ΗΠΑ για να ενημερωθεί στις διεθνείς τάσεις του θεάτρου και, συχνά, περιελάμβανε στο ρεπερτόριό του διεθνείς επιτυχίες.

Για να αντιληφθεί κανείς την ακομπλεξάριστη επαγγελματικότητά του, θα σημειώσω πως ήταν ο πρώτος που ανέθεσε σκηνοθεσίες στον Αλέξη Σολομό, μόλις γύρισε από το εξωτερικό. Ετσι ανέβηκε το «Λίλιομ» και η «Κληρονόμος», μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του μεταπολέμου. Χωρίς να αγνοεί το παλιό, καλό ελληνικό έργο, αφού σκηνοθέτησε τον «Ποπολάρο» του Ξενόπουλου, απογείωσε τους θεατές του με τρεις μεγάλες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες. Το 1957 σκηνοθετεί το αμερικανικό αριστούργημα «Σκηνές του δρόμου» του Ελμερ Ράις και το «Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ», με μιαν εκπληκτική Βαλάκου, το μιούζικαλ που στόχευε στους χαρακτήρες, «Ωραία μου Κυρία» του Μπέρναρ Σω, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, πρώτη φορά πρωταγωνίστρια, και τον «Ανθρωπο για όλες τις εποχές». Συνεργάστηκε με τον Χορν και τη Λαμπέτη, ανέβασε μιαν έξοχη «Λουίζα Μίλλερ» του Σίλλερ, με Μανωλίδου και Χατζηαργύρη, με την Καρέζη σκηνοθέτησε την «Φανή» του Πανιόλ. Επίσης, ανέβασε τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ.

Σκοπός μου δεν είναι να εξαντλήσω το πλήθος και την ποιότητα των παραστάσεων του Μουσούρη. Τελειώνοντας, οφείλω να τονίσω ότι ήταν, εκτός από ανοιχτός στο νέο θέατρο και τους νέους καλλιτέχνες, και ένας, για τα ελληνικά μέτρα, σπουδαίος εργοδότης, αφού για χρόνια ήταν αναντικατάστατος Πρόεδρος του «Σωματείου Ελευθέρου Θεάτρου», όργανο των ελλήνων θεατρικών επιχειρηματιών.

Ο Μήτσος Λυγίζος (1912-1993) υπήρξε μια προσωπικότητα των γραμμάτων και των τεχνών που, δυστυχώς, δεν έγινε, και μετά τον θάνατό του, η πολύτιμη προσφορά του κοινό κτήμα. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω, όταν στρατιώτης, μαζί με άλλους γνωστούς, αργότερα, ανθρώπους του θεάτρου, υπηρετούσαμε στην ΥΕΝΕΔ και στις θεατρικές εκπομπές και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις ο Λυγίζος ήταν ο σημαντικότερος και πνευματικότερος ραδιοσκηνοθέτης. Ηταν δύσκολος άνθρωπος, συχνά εκρηκτικός, ιδιαίτερα, όταν η δουλειά του προσέκρουε σε απροετοίμαστους ηθοποιούς ή αδιάφορους μεροκαματιάρηδες.

Προσωπικά τον γνώριζα ήδη στην επαρχία μου, μαθητής Γυμνασίου, όταν ανθολογήθηκαν έξοχα ποιήματά του στην «Ανθολογία» Γεωργούδη – Γεννατά. Αργότερα που είχε γυρίσει από τις σπουδές του στο εξωτερικό ήταν αυτός που πρώτος έφερε τα νέα μοντέλα σκηνικού χώρου. Πρώτος αυτός δημιούργησε στην κεντρική αίθουσα του «Παρνασσού» το «Κυκλικό Θέατρο», μια αρένα του μποξ, θα έλεγα, με το κοινό να παρακολουθεί και από τις τέσσερις πλευρές. Εκεί σκηνοθέτησε Χορν και Λαμπέτη. Ο Χορν, ήδη μέγας πρωταγωνιστής, τον εμπιστεύτηκε, διότι ο Λυγίζος υπήρξε μαθητής και βοηθός του Ροντήρη, δασκάλου, επίσης, του Χορν. Ο Λυγίζος ήταν ο κορυφαίος του Χορού στην τραγωδία «Πέρσες» του Αισχύλου που ανέβασε ο Ροντήρης κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλβανία (1939-1940) και στην Ευρώπη, με σαφές πολιτικό μήνυμα.

Εκτός από το «Κυκλικό Θέατρο» ο καινοτόμος αυτός σκηνοθέτης δημιούργησε το «Θέατρο στο Πράσινο» και ανέβασε στον Εθνικό Κήπο τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», με σκηνικό το περιβάλλον του κήπου. Ως ελεύθερος σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τον Κατράκη, τη Βεργή, την Καρέζη, τη Βουγιουκλάκη, τον Χατζίσκο, τον Παπαμιχαήλ.

Εκεί, όμως, που καινοτόμησε ήταν το θέατρο στο ραδιόφωνο που, μαζί με τον αείμνηστο Κώστα Κροντηρά, δημιούργησαν, όχι μόνον παράδοση, αλλά και αξεπέραστο ποιοτικό επίπεδο. Ο Λυγίζος, πριν μπουν οι ηθοποιοί στο στούντιο, έκανε, όπως στο άλλο θέατρο, αναγνώσεις γύρω από το τραπέζι, διδάσκοντας σωστή τονική και μελωδική προφορά του κειμένου, δεδομένου πως το ράδιο δεν έχει κίνηση σωμάτων, παρά μόνον φωνή και συναίσθημα.

Κρίνοντας τις σκηνοθετικές του επαναστάσεις, αναφέρω πως έπεισε την Αρχαιολογική Υπηρεσία και σκηνοθέτησε τη βυζαντινή τραγωδία του Τερζάκη «Θεοφανώ» μέσα στον ναό της ροτόντας στη Θεσσαλονίκη.

Αλλά ο Λυγίζος υπήρξε και έξοχος θεατρολόγος. Πέρα από το πρωτοπόρο βιβλίο του «Τομή στο σύγχρονο θέατρο», όπου παρουσιάζει το πανόραμα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού και αμερικανικού θεάτρου, το θεμελιώδες έργο του είναι οι δύο τόμοι του βιβλίου «Το νεοελληνικό πλάι στο παγκόσμιο θέατρο» (Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, 1982). Αν υπήρχε μέριμνα για τις θεατρικές σπουδές, θα έπρεπε το έργο αυτό να είναι υποχρεωτικό μάθημα και στις δραματικές σχολές και στις θεατρολογικές.

Γράψτε το σχόλιό σας