Ο Χρήστος Τσαγανέας, λόγω του αριστοκρατικού του παραστήματος και της επιβλητικής ομιλίας του, έπαιζε ρόλους που εξέπεμπαν κύρος. Αν και στον κινηματογράφο ενσάρκωνε χαρακτήρες που ήταν κοινωνικά συμβατοί, ο ίδιος στην προσωπική του ζωή ήταν επαναστάτης και μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε ρήξη με την οικογένειά του όταν ερωτεύτηκε.

Γεννήθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας το 1906. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και έτσι όταν τελειώνει το γυμνάσιο ο πατέρας του τον έστειλε στην Ελλάδα για να σπουδάσει Ιατρική. Ο ίδιος εγγράφεται στη Νομική την οποία εγκαταλείπει εξαιτίας μιας γυναίκας.

Τη δεκαετία του ’20 γνωρίζει την καλλονή της εποχής εκείνης Νίτσα Βιτσώρη (Ελένη Λάσκαρη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα) και μαγεύεται.

Ο έρωτάς τους ήταν αμοιβαίος και κεραυνοβόλος και έτσι οι δυο τους προκειμένου να ζήσουν μαζί ανατρέπουν τις έως τότε ζωές τους.

Η Νίτσα Βιτσώρη χωρίζει από τον σύζυγό της Γιώργο Βιτσώρη προκειμένου να παντρευτεί τον Χρήστο Τσαγανέα και αλλάζει το όνομά της σε Νίτσα Τσαγανέα.

Ο Χρήστος Τσαγανέας ανακοινώνει στους γονείς του ότι παρατάει τις σπουδές του προκειμένου να ασχοληθεί με την υποκριτική και να ακολουθήσει τη γυναίκα της ζωής του.

‘Οταν ο πατέρας του Τσαγανέα πληροφορείται για την απόφασή του γιού του, να εγκαταλείψει τις πανεπιστημιακές σπουδές, τον αποκληρώνει και παύει να τον στηρίζει οικονομικά.

Ο νεαρός τότε Χρήστος αναγκάζεται να ζει σε ένα πλοιάριο στο λιμάνι του Πειραιά και προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν, λαμβάνει μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων, τα μπουλούκια, που ήταν ιδιαίτερα υποτιμημένα εκείνη την εποχή.

Αιτία για την αποκλήρωση του Τσαγανέα , δεν ήταν τόσο η ενασχόλησή του με το θέατρο αλλά και η σχέση του με την Βιτσώρη και ο ασπασμός της αριστερής ιδεολογίας που η ίδια έφερε.

 

Το «Βιτσώρης» όνομα του πρώτου συζύγου της, την εποχή εκείνη ήταν συνώνυμο με τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, και ο ίδιος ήταν διωκόμενος άγρια από το μεταξικό καθεστώς.

Η Νίτσα Τσαγανέα ήταν ενεργό μέλος της εθνικής αντίστασης μέσω του ΕΑΜ, όπως και ο Χρήστος Τσαγανέας.

Το 1944, κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, το όνομα του Χρήστου Τσαγανέα σχετίστηκε με το γεγονός της εκτέλεσης της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη από την Εθνική Πολιτοφυλακή.

Σε βιογραφίες τους, αναφέρεται πως μετά τη δολοφονία του Τρότσκι από άνθρωπο του Στάλιν, όταν το αρχείο του πρώτου πέρασε από την Ελλάδα, το ζεύγος Τσαγανέα το έκρυψε κάτω από άκρα μυστικότητα.

Ο Τσαγανέας παρόλο που εγκαταλείφθηκε από την οικογένειά του κατάφερε τελικά να ανελιχθεί χάρη στο ταλέντο του και μάλιστα καθιερώθηκε ως ηθοποιός με μια καριέρα που διήρκεσε για 30 χρόνια.

Από το 1933 μέχρι το 1971 έπαιξε σε συνολικά 30 ταινίες με πιο γνωστές: «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Μια ζωή την έχουμε», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Ο Θόδωρος και το δίκαννο», «Κάτι να καίει», «Επιχείρησις Απόλλων» και «Ένας μάγκας στα σαλόνια».

Ωστόσο το θέατρο ήταν αυτό που ανέδειξε το πολύπλευρο ταλέντο του. Ο ίδιος έπαιξε κυρίως σε κλασικά έργα, ενώ τη δεκαετία του ’60 στράφηκε στην κωμωδία, συνεργαζόμενος με τον Μίμη Φωτόπουλο. Για αρκετά χρόνια υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές του Εθνικού Θεάτρου, σε σημαντικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Συνεργάστηκε κατά κόρον και με τον Θίασο της κυρίας Κατερίνας, ήδη από τα χρόνια της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, ταυτόχρονα με την αντιστασιακή του δράση: Από κοινού με τη Νίτσα Τσαγανέα ήταν ενταγμένοι στις τάξεις του ΕΑΜ.

Για τις πράξεις του υπέρ της πατρίδας, ο Τσαγανέας τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Τσαγανέας συμμετείχε στη δημιουργία του θιάσου «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» (Γιώργος Παππάς, Τζόλυ Γαρμπή, Γιώργος Σεβαστίκογλου κ.α.), υπηρετώντας ένα κατεξοχήν λαϊκό είδος θεάτρου, με το οποίο γνώρισε την απήχηση στο πλατύ κοινό της Αθήνας.

Έφυγε από τη ζωή το 1976.

Η Νίτσα Τσαγανέα άφησε την τελευταία της πνοή το 2002 έχοντας κλείσει 100 χρόνια ζωής. Ετάφη δίπλα στην κόρη που είχε από τον πρώτο της γάμο, η οποία είχε φύγει από τη ζωή το 1997 σε ηλικία 73 ετών.