Η συνταγματική αναθεώρηση ήδη από το 2016 ήταν στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών. Μέσα από αυτήν η κυβέρνηση διεκδικεί να δώσει την εικόνα ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει σε κάποιες από τις μεγάλες θεσμικές τομές και ανατροπές που είχε υποσχεθεί ήδη από το 2012 ουσιαστικά.

Μόνο που για ένα διάστημα η όλη διαδικασία κινήθηκε σε μάλλον αργούς ρυθμούς. Αυτό είχε να κάνει με την απροθυμία των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων να εμπλακούν με την όλη διαδικασία, αλλά και με το γεγονός ότι εν μέσω μνημονίων και «αξιολογήσεων», η όλη διαδικασία φάνταζε έως και περιττή πολυτέλεια.

Καθόλου τυχαίο, επομένως, ότι κάποια στιγμή κυριάρχησε η γραμμή «πρώτα έξοδος από τα μνημόνια μετά εκκίνηση της συνταγματικής αναθεώρησης».

Τώρα, όμως, η συνταγματική αναθεώρηση γίνεται βασική αιχμή στην τελική ευθεία προς τις εκλογές. Άλλωστε, από όλες τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες η εκκίνηση της αναθεώρησης του συντάγματος είναι αυτή που κοιτάζει στην επόμενη Βουλή, εφόσον τώρα μεν αποφασίζεται η εκκίνηση, άρα και ο χαρακτηρισμός της επόμενης Βουλής ως αναθεωρητικής, όμως η κύρια συζήτηση θα γίνει στην επόμενη Βουλή.

Γι’ αυτό το λόγο και η αναθεώρηση του συντάγματος είναι μια διαδικασία που αποτελεί κυβερνητική πρωτοβουλία, όμως ταυτόχρονα αποτελεί και μια πρόκληση για την αντιπολίτευση, αφού είναι πιθανό να είναι αυτή που θα διαχειριστεί την ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Η διαδικασία αναθεώρησης είναι μια διαδικασία που αναγκαστικά περνάει και μέσα ένα βαθμό διακομματικής συναίνεσης αφού για να αναθεωρηθεί ένα άρθρο του Συντάγματος χρειάζεται η ενισχυμένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών είτε κατά την αρχική ψηφοφορία για την εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας είτε κατά τη συζήτηση των συγκεκριμένων αναθεωρήσεων.

Ποιοι οι άξονες της κυβερνητικής πρότασης

Η κυβερνητική πρόταση για την επικείμενη αναθεώρηση φαίνεται ότι πλέον έχει αποκρυσταλλωθεί και αυτό αποτυπώθηκε και από την παρουσίαση που έκανε ο πρωθυπουργός κατά τη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη εβδομάδα.

Ο πρώτος άξονας αφορά τη «διεύρυνση της δημοκρατίας και την ενίσχυση του κοινοβουλευτισμού»:

-Συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής, που σημαίνει ότι για πρώτη φορά ο εκλογικός νόμος ανάγεται σε συνταγματική πρόβλεψη.

-Εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας, που σημαίνει η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να συνοδεύεται και από πρόταση για νέο πρωθυπουργό, κίνηση που θεωρείται ότι εντάσσεται στη διεκδίκηση μεγαλύτερης σταθερότητας.

– Αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής, είτε μέσω προσφυγής στο εκλογικό σώμα σε περίπτωση που δεν συγκεντρώνεται η αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είτε μέσω παράτασης της θητείας του απερχόμενου προέδρου και διαρκείς επαναλήψεις της ψηφοφορίας.

– Μερική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, χωρίς όμως ανατροπή των δεδομένων που διαμόρφωσε η αναθεώρηση του 1985.

-Περιορισμός των βουλευτικών θητειών σε δύο συνεχόμενες, ώστε να αποφεύγεται η «επαγγελματοποίηση» της πολιτικής

– Υποχρέωση να είναι βουλευτής ο πρωθυπουργός.

Ο δεύτερος άξονας είναι η καθιέρωση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, μέσα από ενίσχυση των δημοψηφισμάτων, είτε υποχρεωτικών για την κύρωση διεθνών συνθηκών, είτε με λαϊκή πρωτοβουλία, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας με λαϊκή πρωτοβουλία να κατατίθενται νόμοι προς συζήτηση.

Ο τρίτος άξονας αφορά την «ενίσχυση του κράτους δικαίου». Εδώ περιλαμβάνονται μια σειρά από μέτρα που αφορούν:

-Τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας μόνο σε ό,τι αφορά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.

– Την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών ώστε ακόμη περισσότερα αδικήματα να τα χειρίζεται η τακτική δικαιοσύνη με παράλληλη κατάργηση των στενών χρονικών προθεσμιών για την άσκηση δίωξης, ώστε αυτές να εξισωθούν με τον κανονικό χρόνο παραγραφής των αδικημάτων.

– Την πρόβλεψη οι ανεξάρτητες αρχές να ιδρύονται μόνο με νόμο που θα έχει αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής.

Ο τέταρτος άξονας αφορά τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους. Εδώ περιλαμβάνονται οι προβλέψεις για τη γενίκευση του πολιτικού όρκου στην ανάληψη καθηκόντων αλλά και για μια ορισμένη διατύπωση περί «ουδετερότητας» του κράτους χωρίς όμως τροποποίηση του χαρακτήρα «επικρατούσας θρησκείας» για την Ορθοδοξία, για τον οποίο απλώς θα υπάρξει ερμηνευτική δήλωση που θα αποσαφηνίζει ότι δεν είναι σε βάρος άλλων θρησκειών.

Ο πέμπτος άξονας αφορά την προστασία των κοινωνικών και συλλογικών δικαιωμάτων και των κοινών αγαθών. Εδώ περιλαμβάνεται αφενός η περιγραφή του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας ως δημόσιων αγαθών και αφετέρου η κατοχύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία.

Ποιες οι  επιδιώξεις των κυβερνητικών προτάσεων

Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση έχει μια γκάμα επιδιώξεων με αυτή την πρόταση αναθεώρησης.

Κάποιες από τις προτάσεις όπως είναι αυτές που περιορίζουν τη βουλευτική ασυλία και επιτρέπουν την ευκολότερη δίωξη και παραπομπή υπουργών αναλογούν σε ένα «κοινό περί δικαίου αίσθημα» και έχουν διατυπωθεί και από την αντιπολίτευση.

Κάποιες άλλες ορίζουν τη μετάβαση σε πρακτικές που ήδη δοκιμάζονται σε άλλες χώρες όπως είναι τα δημοψηφίσματα.

Ορισμένες αποτελούν τμήμα μιας ενεργού συζήτησης πάνω στο πώς θα μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα και να αποφεύγεται η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, όπως είναι αυτές που αφορούν την διαδικασία εκλογής του ΠτΔ, με την κυβέρνηση να αποφεύγει να ακολουθήσει τις διάφορες φωνές στο εσωτερικό της που ήθελαν ένα πιο «προεδρικό» σύστημα διακυβέρνησης.

Άλλες πάλι περισσότερο συμβολικές παρά ουσιαστικές κινήσεις. Για παράδειγμα είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται πραγματικά να προχωρήσει σε χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εφόσον αυτό θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερες τομές. Συμβολικός θα είναι επίσης και ο χαρακτηρισμός του νερού ή της ηλεκτρικής ενέργειας ως «δημοσίων αγαθών», παρά την απήχηση που θα έχει στο στενό ακροατήριο της κυβέρνησης, μια που αυτό δεν θα ακυρώνει την ισχύουσα δυνατότητα να προσφέρονται και από ιδιώτες παρόχους.

Αντίστοιχα προσανατολισμένες προς ένα αριστερό πολιτικό ακροατήριο είναι και προστάσεις όπως αυτή για την κατοχύρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος.

Το συνολικό τόνο τον έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός που τόνισε στη συνεδρίαση της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ ότι: «Θέλουμε να ενισχύσουμε τη λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του πολιτεύματος. Και να ενδυναμώσουμε τους θεσμούς του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος απέναντι σε εξωθεσμικά και παραθεσμικά κέντρα εξουσίας. Θέλουμε η πρότασή μας να βάζει φρένο στην ελιτίστικη, νεοφιλελεύθερη ή τεχνοκρατική απαξίωση της πολιτικής».

Πάντως έχει ενδιαφέρον ότι ήδη έχουν υπάρξει οι πρώτες αντιδράσεις μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίζουν ότι η μεταρρύθμιση αυτή σε κρίσιμα σημεία δεν είναι όσο ριζοσπαστική χρειάζεται. Ο Νίκος Φίλης υποστήριξε ότι «πρέπει να είμαστε τολμηροί» και τόνισε ότι δεν μπορεί «να δημιουργείται δεύτερο συμβολικό θεμέλιο δίπλα στη λαϊκή κυριαρχία. Το Σύνταγμα θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία, στο όνομα του λαού, δεν χρειάζεται το «Eις τo όνoμα της Aγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς». Αυτή η συμβολική διατύπωση παράγει αποτελέσματα, συνδυάζεται με την «επικρατούσα θρησκεία» του άρ. 3 […] όπως στην πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ ότι το Σύνταγμα δεν διαπιστώνει πλειοψηφούσα αλλά αποδέχεται επικρατούσα θρησκεία έναντι των υπολοίπων. Αυτά δεν λύνονται με μεσοβέζικες λύσεις, γιατί ξανά πάμε σε δικαστήρια, εκεί λειτουργεί η «μακριά χειρ» της Εκκλησίας, λαμβάνονται αποφάσεις[…] πρέπει το Σύνταγμα να κρίνει το θέμα καθαρά, με βάση και την κοινωνική ωρίμανση επί του θέματος».

Μάλιστα, ο κ. Φίλης απέρριψε την λύση της ερμηνευτικής δήλωσης στο Σύνταγμα που θα διευκρίνιζε ότι «όταν λέμε ότι υπάρχει αυτό το καθεστώς στην Ελλάδα δεν εννοούμε εις βάρος άλλων», υποστηρίζοντας ότι είναι «λύση που καλύπτει την Εκκλησία, γιατί δεν λύνει τον γόρδιο δεσμό, που είναι ουσιαστικός και αφορά την δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας».

Ο πολιτικός σχεδιασμός της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση είναι προφανές ότι θα αξιοποιήσει την αναθεωρητική διαδικασία στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας. Θα προβάλει τις θεσμικές αλλαγές που θέλει να φέρει ως λόγο να υπερψηφιστεί, ιδίως σε ένα αριστερών ή προοδευτικών αναφορών ακροατήριο.

Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι κατά κάποιο τρόπο η κυβέρνηση θέλει να αναπληρώσει την αδυναμία να κάνει «κοινωνική πολιτική» εξαιτίας των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει έναντι των δανειστών σε βάθος χρόνου, με το να προσφέρει μεγάλες «θεσμικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις».

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει την αναθεώρηση για να πιέσει την αντιπολίτευση να συναινέσει στην εκκίνηση της αναθεώρησης και στις προς αναθεώρηση διατάξεις, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα την κατηγορήσει ότι δεν επιθυμεί τη «συναίνεση».

Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε και εδώ με μια προσπάθεια να αλλάξει η πολιτική ατζέντα και να δείξει η κυβέρνηση και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ ότι εξακολουθεί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην πολιτική ζωή του τόπου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστολή Τσίπρα επιδιώκει να δώσει την εικόνα ότι η κυβέρνηση θέλει να είναι διακομματική η διαδικασία και όχι απλώς μια κυβερνητική πρωτοβουλία, σε αντίθεση με την αρχική αναγγελία της εκκίνησης της αναθεώρησης που είχε έντονα κομματικό χαρακτήρα.

 

Η στάση της αντιπολίτευσης

Όμως, όλα αυτά θα εξαρτηθούν και από τη στάση της αντιπολίτευσης που μέχρι τώρα δεν δείχνει διατεθειμένη να διευκολύνει την κυβέρνηση σε πολιτικά παίγνια.

Η ΝΔ, που από το 2016 έχει δημοσιοποίηση τους δικούς τους άξονες για μια ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν συναινεί σε αναθεώρηση του Συντάγματος που θα ξεκινήσει σε αυτή τη Βουλή, υποστηρίζοντας ότι χρειάζεται πρώτα να υπάρξει η αναγκαία προσφυγή στις κάλπες, καθώς δεν υπάρχει τώρα περιθώριο συνεννόησης με την κυβέρνηση. Μάλιστα, η ΝΔ είχε απαντήσει αρνητικά στην πρόταση της Φώφης Γεννηματά εκ μέρους του ΚΙΝΑΛ τον περασμένο Μάρτη προς τα κόμματα της Βουλής (πλην ΧΑ) να ξεκινήσει από αυτή τη Βουλή η διαδικασία αναθεώρησης.

Σ’ αυτό το μήκος κύματος κινήθηκε και η ανακοίνωση της ΝΔ: «Την ώρα που ο κυνικός συνεταιρισμός των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ παραπαίει και ο κ. Τσίπρας αναζητεί εναγωνίως ευκαιριακές πλειοψηφίες επιβίωσης για λίγους ακόμη μήνες στην εξουσία, θυμήθηκε ξαφνικά την -ξεχασμένη και από τον ίδιο- Συνταγματική Αναθεώρηση. Ζητεί μάλιστα τη συναίνεση της αντιπολίτευσης, την ώρα που καθημερινά την υβρίζει, τη συκοφαντεί και την απειλεί ακόμη και με διώξεις».

Ακολούθως επαναλαμβάνει τη θέση της: «Η θέση της ΝΔ για τη Συνταγματική αναθεώρηση ήταν και παραμένει ξεκάθαρη. Η χώρα χρειάζεται μια ευρεία και τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη. Γι αυτό και ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται κυβέρνηση και αντιπολίτευση και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές».