Δεν μας έφταναν όλα, έχουμε και τις… αγορές να μας θυμίζουν πως το κλίμα μπορεί να γυρίσει όποια στιγμή το επιθυμούν. Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται μία σημαντική αύξηση των αποδόσεων στους κρατικούς τίτλους της ευρωζώνης, με την μεγαλύτερη, συγκριτικά, πίεση να δέχονται οι χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Από τα χαμηλά επιτόκια, κυρίως λόγω του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, περνάμε σε περίεργη φάση. Οι αποδόσεις έχουν αρχίσει να “τσιμπάνε” και τα κράτη ακούνε καμπανάκια.

Ο Ντε Γκίντος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωσε πως η ΕΚΤ έχει τα «πυρομαχικά» για να αντιμετωπίσει τα αυξημένα yields στέλνοντας μήνυμα πως “είμαστε ανοιχτοί στην αναδιάρθρωση του προγράμματός μας, συμπεριλαμβανομένου του έκτακτου προγράμματος για την αντιμετώπιση της πανδημίας (PEPP), εάν είναι απαραίτητο».

Δεν είναι τυχαία η παρέμβαση του Έλληνα κεντρικού τραπεζίτη  Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος πριν λίγα 24ωρα τάχθηκε, μιλώντας στο Reuters, υπέρ της αύξησης των αγορών ομολόγων από την ΕΚΤ και μάλιστα έκανε λόγο για αδικαιολόγητη αύξηση των αποδόσεων και πως πρέπει να ανακοπεί η αύξηση του κόστους δανεισμού.

Έτσι, το ελληνικό δεκαετές ομόλογο βρίσκεται άνω του 1% -λόγω της οικονομικής κάμψης που έχει επιφέρει η υγειονομική κρίση σε διεθνές επίπεδο- με την απόδοση να επιστρέφει στα επίπεδα του Ιουλίου 2020. Παραμένει στο διπλάσιο σε σχέση με τα ιστορικά χαμηλά προ 2-3 μηνών, όταν τον Δεκέμβριο είχε υποχωρήσει στο 0,55-58%,

Τι σημαίνει αυτό; Τα απόνερα του αναβρασμού στις αγορές μπορεί να φτάσουν στους ελληνικούς τίτλους δημιουργώντας ένα παράλληλο προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο. Προστίθενται ακόμα ένας βραχνάς δεδομένου του σχεδιασμού της Ελλάδας να αντλήσει φέτος 10 – 12 δισ. ευρώ. Τα κρατικά ταμεία έχουν πιεστεί από το παρατεταμένο αυστηρό lockdown και η οικονομία αποζητά ανάσα εξόδου από τα περιοριστικά μέτρα.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιχειρεί να χαράξει το δρόμο προς την απελευθέρωση και το υπουργείο Οικονομικών αναζητά τρόπο να ζωντανέψουν τα κρατικά έσοδα. Δεν θέλει πολύ σκέψη για να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί με κλειστές τις δραστηριότητες. Πόσο μάλλον όταν ταυτόχρονα οι αγορές «σηκώνουν» το κόστος δανεισμού. Η χώρα διανύει ένα κρίσιμο τρίμηνο και η κυβέρνηση μπορεί να έχει δημιουργήσει ένα μαξιλάρι ρευστότητας από τις προηγούμενες εξόδους στις αγορές (και από τα μικρά διαστήματα ανοίγματος του εμπορίου) όμως οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι.

Οι αριθμοί ζαλίζουν: Μέσα σε 12 μήνες η κυβέρνηση έχει ρίξει στην οικονομία και στις επιχειρήσεις 27 δισ. ευρώ και για το 2021 προβλέπονται μέτρα στήριξης ύψους 11 δισ. ευρώ ( από 7,5 δισ. Ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός). Το πρωτογενές έλλειμμα τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε σε 1,473 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 1,031 δισ. ευρώ και πρωτογενούς πλεονάσματος 495 εκατ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2020. Το ύψος των καθαρών εσόδων ήταν στα 3,847 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 812 εκατ. ευρώ ή 17,4% σε σχέση με το στόχο.

Αυτά τα τερτίπια λοιπόν των αγορών μπορεί να σηματοδοτήσει καθυστέρηση ή και πάγωμα του σχεδίου άντλησης ρευστότητας της χώρας. Το μέχρι πρότινος βαρομετρικό χαμηλό στις αποδόσεις των ομολόγων – αν και δανεισμός – είχε πάρει τη μορφή ευκαιρίας μέσα στη θύελλα της κρίσης. Καλύπτει το κράτος τις ανάγκες δανεισμού με χαμηλό κόστος και δημιουργούνται μακροπρόθεσμα- παρά την εκτίναξη του χρέους- οι συνθήκες βιώσιμης εξυπηρέτησης. Το ενδεχόμενο οι αγορές να φέρουν τα πάνω – κάτω εγκυμονεί σοβαρούς δημοσιονομικούς κινδύνους για την Ευρωζώνη και ειδικά για την περιφέρεια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο