Με τον γνωστό φλεγματικό τρόπο, ο Economist, σε πρόσφατο άρθρο του, κατατάσσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην ίδια κατηγορία ηγετών με τον Μοχάμεντ Μπιν Σάλμαν, τον Βίκτορ Ορμπαν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν και φυσικά τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Για την ακρίβεια, το εννοεί, αλλά με τόσο εκκωφαντικό τρόπο, ώστε σιγά – σιγά να γίνεται κτήμα ακόμα κι όποιου το αμφισβητεί. Τον αδικεί; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, αλλά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κανενός ότι τον κρίνει με βάση τα δικά του δυτικότροπα κριτήρια.

Το πιθανότερο είναι ότι αν είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει κανείς με τον τούρκο πρόεδρο σε μια πιο προσωπική βάση, θα αντιλαμβανόταν ότι είναι κι αυτός της άποψης ότι η ιστορία θα τον δικαιώσει γιατί… σκοπεύει να τη γράψει ο ίδιος. Και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το πετύχει. Προσοχή: Δεν υπάρχει διάθεση υπεράσπισης του Ερντογάν. Ο τούρκος πρόεδρος είναι αυτό που είναι και το γνωρίζουμε όλοι.

Ομως η αντίληψη του «θα γράψω μόνος μου την ιστορία» είναι κοινή σε όλους όσοι συγκεντρώνουν μεγάλη εξουσία κι από κάποια στιγμή και μετά κάνουν ό,τι μπορούν για να την κρατήσουν. Και κάπου εκεί γίνονται επικίνδυνοι.

Εχει φτάσει σε αυτό το «κόκκινο σημείο» ο Ερντογάν; Αν όχι, τότε κινείται επικίνδυνα στις παρυφές του. Αντιλαμβανόμενος ότι το ΑΚΡ, το κόμμα που ίδρυσε και κυριαρχεί στην Τουρκία την τελευταία εικοσαετία, εκλογικά μετράει αντίστροφα, αναζητά άλλα μονοπάτια που θα του επιτρέψουν να… γράψει ο ίδιος την ιστορία. Και διαλέγει το πιο επικίνδυνο, τον εθνικισμό. Κι αυτό γιατί, κυρίως, του εξασφαλίζει την αποδοχή του 70%, στις τελευταίες μετρήσεις της τουρκικής κοινής γνώμης, για να επέμβει στη Βόρεια Συρία. Ηδη, στην τουρκική Εθνοσυνέλευση έχει εκλείψει ο αντιπολιτευτικός λόγος, ενώ η εσωκομματική αντιπολίτευση, αν δεν διαλύθηκε, σώπασε.

Προς το παρόν, αυτή η πολιτική «του βγαίνει». Γι’ αυτό και θα τη συνεχίσει. Και γι’ αυτό, τώρα, στην ύστερη φάση του, ο Ερντογάν μπορεί τελικά να γίνει πραγματικά επικίνδυνος για την Ελλάδα και τα συμφέροντά της. Η αιτία, προφανής:

Ο τούρκος πρόεδρος, με κάποιον τρόπο, θα πρέπει να συνεχίσει να τροφοδοτεί τη δεξαμενή του εθνικισμού εμπράκτως. Για τα δικά του δεδομένα, του άκρατου μεγαλοϊδεατισμού, μια εμπλοκή με την Ελλάδα ή την Κύπρο, δεν θα κάλυπτε τα στάνταρ ούτε του «μισού» από τους «δυόμισι πολέμους» που επαίρεται ότι μπορεί να εμπλακούν παράλληλα οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Και το αποδεικνύει το γεγονός ότι επί των ημερών του τα νερά στο Αιγαίο ήταν ήσυχα. Τι θα γίνει όμως όταν το αδηφάγο 70% του ζητήσει νέα «πρώτη ύλη»; Σε αυτή την ύστερη φάση του;

Γράψτε το σχόλιο σας