Θα μπορούσε να είναι κι αυτό ένα δείγμα της πολυτραγουδισμένης επιστροφής στην κανονικότητα. Μετά από μια μικρή θητεία ως Αριστερά του Κυρίου, η Εκκλησία έγινε και πάλι η Δεξιά του. Επέστρεψε, θα μπορούσε να πει κανείς, στον φυσικό της χώρο. Εκεί όπου ένας πρωθυπουργός σκύβει ευλαβικά για να φιλήσει το χέρι του αρχιεπισκόπου την ημέρα της ορκωμοσίας του και επαναλαμβάνει τη γονυκλισία την ημέρα της ορκωμοσίας των υπουργών του. Αλλά κι εκεί, όπως στην ορκωμοσία στη Βουλή, όπου η πίστη στο Σύνταγμα δηλώνεται από τη νέα πλειοψηφία του Σώματος με ικανές δόσεις θρησκευτικού συναισθήματος.

Είναι ένα ερώτημα όμως εάν μπορεί να είναι κανονική η εικόνα ενός κοινοβουλίου που παραπέμπει σε θεοκρατικό καθεστώς. Ενα μέρος της απάντησης δίνει το γεγονός πως η Εκκλησία, ή τουλάχιστον η ιεραρχία της, δεν θήτευσε μόνο ως Αριστερά του Κυρίου αλλά και πως, όταν θεώρησε πως χρειάστηκε, καρατόμησε έναν υπουργό Παιδείας.

Κάτι που σημαίνει πως ακόμη και την περίοδο που τίποτε δεν ήταν κανονικό, η εκκλησιαστική ιεραρχία δεν έχασε την κανονικότητά της. Πως εξακολούθησε να επιβάλλεται με αιματηρές, όπως στο Μαξίμου, ή συμβολικές, όπως στη Βουλή, επιδείξεις εξουσίας και πως η χριστιανική της αγάπη προς τους αλλήλους εκφράζεται με έναν μάλλον υστερόβουλο τρόπο. Η εκκλησιαστική εξουσία αγαπά τους φορείς της πολιτικής εξουσίας όσο την αγαπούν κι εκείνοι.

Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συγκρούστηκε με τους πάντες εντός κι εκτός συνόρων αλλά μόνο απέναντι στην Εκκλησία εξαντλήθηκε τόσο γρήγορα η συγκρουσιακή της διάθεση, τότε είναι βέβαιο πως η κυβέρνηση της ΝΔ δεν πρόκειται να συγκρουστεί για τίποτε απολύτως. Και πως η σύγκρουση για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες θα παραμείνει η μοναδική νίκη της πολιτικής εξουσίας επί της εκκλησιαστικής για τα χρόνια που έρχονται. Θα μπορούσε να ορκιστεί κανείς γι’ αυτό. Θα μπορούσε, εάν ένας τέτοιος όρκος στην εποχή της κανονικότητας δεν ισοδυναμούσε με επίκληση του ονόματος του Θεού επί ματαίω. Με κανονική, δηλαδή, ασέβεια.

Γράψτε το σχόλιο σας