Τα παλαιότερα χρόνια χρησιμοποιούνταν στη γραφή της ελληνικής γλώσσας τρία τονικά σημάδια (οξεία, βαρεία και περισπωμένη) και δύο πνεύματα (δασεία και ψιλή).

Από το 1982 και μετά, δηλαδή μετά την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος τονισμού, χρησιμοποιείται αντί όλων αυτών μόνον η οξεία.

Το τονικό σημάδι σημειώνεται:

  • Πάνω στο τονιζόμενο μικρογράμματο φωνήεν: μέγεθος, λεπίδι, ζωή.
  • Έμπροσθεν (στα αριστερά) του τονιζόμενου κεφαλαίου φωνήεντος: Ήπειρος, Ήφαιστος, Άδανα.
  • Πάνω στο φωνήεν της διφθόγγου που προφέρεται δυνατότερα: νεράιδα, κορόιδο, τσάι.
  • Πάνω στο δεύτερο φωνήεν των δίψηφων φωνηέντων (αι, ει, οι, ου και υι), των ακολουθιών (συνδυασμών) αυ – ευ και των καταχρηστικών διφθόγγων (τα ι, υ, ει και οι συνδυάζονται με το ακόλουθο φωνήεν και προφέρονται μαζί του σε μία συλλαβή): πούλησα, είμαι, αύριο, εύλογος, πιάνω, μοιάζω.

 

Οι σημαντικότεροι κανόνες τονισμού που πρέπει να έχουμε κατά νουν είναι οι εξής:

  • Σε κάθε λέξη που αποτελείται από δύο τουλάχιστον συλλαβές μία συλλαβή τονίζεται, με άλλα λόγια προφέρεται δυνατότερα από τις άλλες: παιδί, μήλο, άνθρωπος, σταθερός, τελευταίος, ανήσυχος, τραγουδώ, καμαρώνω, παραφέρομαι.
  • Σε μια λέξη μπορεί να τονιστεί μόνο μία από τις τρεις τελευταίες συλλαβές (οξύτονη λέγεται μια λέξη όταν τονίζεται στη λήγουσα, παροξύτονη όταν τονίζεται στην παραλήγουσα και προπαροξύτονη όταν τονίζεται στην προπαραλήγουσα): σιδηρόδρομος, ευφρόσυνος, κάμαρα, καμάρα, κάλος, καλός, θόλος, θολός.
  • Στις λέξεις που κλίνονται ο τόνος δε μένει πάντα στην ίδια συλλαβή: ο άνθρωπος – του ανθρώπου – τον άνθρωπο, οι θορυβώδεις – των θορυβωδών – τους θορυβώδεις, λύνω – έλυνα – θα λυθώ.