Του Θανάση Μαχιά 

Η δημοσίευση της έκθεσης Πισσαρίδη συγκέντρωσε, όπως ήταν αναμενόμενο, τα φώτα της δημοσιότητα στα δημοφιλέστερα σημεία της, αφήνοντας άλλα στο περιθώριο των συζητήσεων. Η έρευνα είναι ένα από αυτά, που αν και δεν αποτελούν αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης καθορίζουν συχνά την πορεία μας στο μέλλον.

Τί λέει, προτείνει η έκθεση για την έρευνα:

-Δημιουργία μιας δομής που θα υποστηρίζει την έρευνα μακροπρόθεσμα
-Σταθερή στρατηγική, στρατηγικός σχεδιασμός σε εθνικό επίπεδο
-Συντονισμό των ερευνητικών χρηματοδοτήσεων σε ΑΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων.
-Όλες οι ερευνητικές δραστηριότητες της χώρας που υποστηρίζονται από τον κρατικό προϋπολογισμό να βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα ενός οργανισμού.
-Συνεχής τακτική χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων
-Αξιοκρατία στην αξιολόγηση

Το πρώτο που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς, είναι ότι υιοθετεί τις βασικές και αυτονόητες θέσεις και επιδιώξεις της ερευνητικής κοινότητας. Σε απλή πολιτική μετάφραση, αυτό σημαίνει την αναγκαιότητα ενός Ενιαίου Ερευνητικού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας. Συγκέντρωση όλων των δημόσιων ερευνητικών δραστηριοτήτων κάτω από μια ενιαία διοικητική αρχή, με ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο. Άρση της πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων, που σήμερα διασπείρονται σε τουλάχιστον 16 υπουργεία και υπηρεσίες, με διαφορετικά θεσμικά πλαίσια. Κατάργηση των αλληλοεπικαλύψεων και της πολυνομίας ώστε να επιτευχθεί οικονομία κλίμακας. Την ανάγκη εθνικής πολιτικής και σχεδιασμού για την έρευνα, που προβλέπεται σε όλους τους νόμους αλλά ουδέποτε και ούτε καν προσχηματικά έχει εφαρμοστεί. Την ανάγκη εθνικής χρηματοδότησης της έρευνας, πέραν της ευρωπαϊκής (Ευρωπαϊκά προγράμματα ή ΕΣΠΑ), που σταθερά απουσιάζει (με εξαίρεση τις προκηρύξεις του ΕΛΙΔΕΚ που χρηματοδοτεί με εθνικό δανεισμό την έρευνα). Την αξιοκρατία και την αξιολόγηση, που είναι κεκτημένο τα τελευταία 30 χρόνια, για τον ερευνητικό χώρο, δεδομένου ότι αξιολογείται σταθερά ανά πενταετία από διεθνείς επιτροπές, με πολύ καλά αποτελέσματα.

Η έκθεση Πισσαρίδη φαίνεται επίσης να υιοθετεί την κοινή διαπίστωση όλων των αναλύσεων για έξοδο από την ελληνική θεσμική παθογένεια: την αναγκαιότητα ενιαίας διεύθυνσης κάθε ιδιαίτερης δραστηριότητας, αντί της διασποράς στην λήψη αποφάσεων.

Η αυτονόητη, καθαρή και απλή θεσμική αποτύπωση των διαπιστώσεων της έκθεση είναι: η αναγκαιότητα για ένα υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, (ή τουλάχιστον η ενιαία συστέγασή τους). Αυτό δηλαδή, που είναι κοινός τόπος στις περισσότερες Ευρωπαϊκές και ανεπτυγμένες χώρες (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ολλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία, Φιλανδία κλπ.). Από τα διάφορα παραδείγματα έχει αξία να σταθούμε σε αυτό της Φιλανδίας που έχει μόνο 12 υπουργεία και το ένα είναι της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας. Σε αντιδιαστολή, εμείς με πάνω από 30 υπουργεία, όχι μόνο δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά αντίθετα είμαστε πρωταθλητές στην οικονομική και θεσμική διασπορά της ερευνητικής δραστηριότητας. Οι απλές και προφανείς λύσεις έχουν πάντα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.

Η έκθεση Πισσαρίδη περιγράφει την λύση, αλλά δεν προχωρά στην παραπάνω αυτονόητη απάντηση, αφήνοντας περιθώρια για δυσλειτουργικά σχήματα, όπου η λήψη των αποφάσεων διαχέεται σε πολυπρόσωπα όργανα, προκαλώντας τριβές, δυσλειτουργίες και τελικά παράλυση των διαδικασιών. Ένα παράδειγμα είναι, ότι αντί της «καθαρής» λύσης του υπουργείου, αφήνει ανοιχτή την λύση σε έναν Εθνικός Οργανισμός Επιστημών, που θα διαχειρίζεται τον ισχύοντα προϋπολογισμό για την έρευνα, τα ΕΣΠΑ και τους προϋπολογισμούς της έρευνας όλων των υπουργείων και τις στρατηγικές/εμβληματικές ερευνητικών δράσεων όλων των υπουργείων (sic!). Με άλλα λόγια ένα υπερ-υπουργείο που δεν είναι υπουργείο.

Μία σωστή ένσταση εδώ, είναι ότι αποτελεί μια τεχνοκρατική έκθεση που οφείλει να περιγράψει το πρόβλημα και τις λύσεις και όχι να τις ονοματίσει, δεδομένου ότι αυτές αποτελούν πολιτική επιλογή. Δυστυχώς όμως στον τομέα της έρευνας η πορεία φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Αντίθετα με όσα περιγράφονται στην έκθεση, η κυβερνητική πολιτική κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενίσχυσε την πολυδιάσπαση της έρευνας μεταφέροντας την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας από το υπουργείο Παιδείας στο Ανάπτυξης, ακυρώνοντας μια, σπάνια για τα ελληνικά ήθη διακομματική πολιτική των τελευταίων 10 ετών, που θεμελιώθηκε από την Διαμαντοπούλου και συνεχίστηκε και ενισχύθηκε από τις κυβερνήσεις Σαμαρά και τον αναπληρωτή υπουργό Έρευνας επί ΣΥΡΙΖΑ Κώστα Φωτάκη. Πολιτική που ήταν σύμφωνη και με τις υποδείξεις των θεσμών για ενιαία διεύθυνση της έρευνας.

Να σταθούμε σε δύο ακόμη ζητήματα: α) Τις αξιολογήσεις, που αποτελούν θεσμικό κεκτημένο για την ερευνητική κοινότητα (είναι ο μόνος χώρος που έχει εγκαλέσει κυβερνήσεις γιατί καθυστέρησαν την τακτική αξιολόγησή του). Δυστυχώς, μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης, παρά τις εξαγγελίες της, ήταν η υποβάθμισή του θεσμού και οι συνεχείς αναβολές εδώ και ένα χρόνο της προετοιμασμένης τακτικής αξιολόγησή του, προβληματίζοντας για τις πραγματικές της προθέσεις.

β) Τις εμβληματικές δράσεις που παγιοποιούνται ως χρηματοδοτικό εργαλείο, χωρίς οριοθετημένο θεσμικό πλαίσιο, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με όλους τους σχετιζόμενους φορείς, και χωρίς και συγκεκριμένους και επικεντρωμένους στόχους. Αποτέλεσμα είναι ότι δεν προβλέπεται και δεν είναι αδύνατη η αξιολόγηση- απολογισμός των αποτελεσμάτων, από ανεξάρτητες διεθνείς επιτροπές, δίνοντας την εντύπωση ότι χορηγούνται και ανατίθενται μεροληπτικά και ευκαιριακά.

Να επισημανθεί και μια μεγάλη απουσία στις διαπιστώσεις της έκθεσης. Η αναγκαιότητα της άμεσης κατάργησης του δυσλειτουργικού πλαισίου και της γραφειοκρατίας του δημόσιου λογιστικού, που αποτελεί τροχοπέδη για την εκτέλεση της έρευνας, αποθαρρύνοντας οποιαδήποτε προσπάθεια για καινοτομία. Ζήτημα, που αν και αποτελούσε και προεκλογική υπόσχεση της κυβέρνησης παραμένει, προκαλώντας ασφυξία στις ερευνητικές δραστηριότητες και (κυρίως) της καινοτομίας, δημιουργώντας πεδία αθέμιτου ανταγωνισμού.

Τέλος, αν και ξεφεύγει από τα όρια αυτού του σημειώματος, δύο λόγια για την σύνδεση έρευνας και επιχειρήσεων. Απουσιάζει από τις επισημάνσεις της έκθεσης, η αναγκαιότητα για αξιολόγησης και αποτίμηση των προηγούμενων πολιτικών και δράσεων, ώστε να ληφθούν υπόψη στην χάραξη νέας πολιτικής στον τομέα αυτόν, κάτι που με επιμονή ζητά η ερευνητική κοινότητα.

* Ο Θανάσης Μαχιάς είναι Διευθυντής Ερευνών στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.).

Γράψτε το σχόλιό σας