Η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη μεγαλύτερη ύφεση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από τη δεκαετία του 1930. Όλες οι προβλέψεις μιλούν για βαθμό συρρίκνωσης που θα ξεπερνά κατά πολύ αυτόν της προηγούμενης κρίσης του 2008-2009.

Για την Ελλάδα οι προβλέψεις κάνουν λόγο για μια πρωτοφανή συρρίκνωση του -10% και μια εκτίναξη της ανεργίας στο 22.3%. Και αυτό στο «βασικό σενάριο» που θέλει να έχουμε κατά βάση ένα κύμα της πανδημίας και επιστροφή το 2021 σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Γιατί στα πιο δυσμενή σενάρια, αυτά που προϋποθέτουν μεγαλύτερο διάστημα ισχύος των περιοριστικών μέτρων και πιθανό «δεύτερο κύμα» της πανδημίας την επόμενη χρονιά, οι εκτιμήσεις είναι ακόμη πιο αρνητικές.

Οι διεθνείς οργανισμοί προσπαθούν να δώσουν μια αισιόδοξη νότα. Υποστηρίζουν έτσι ότι εάν δεν παραταθούν για πάρα πολύ τα μέτρα, τότε μετά την άρση τους θα υπάρξει μια ταχεία επιστροφή σε γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επιχειρήσεις θα ανοίξουν ξανά και οι καταναλωτές θα χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις που έκαναν στην περίοδο του lockdown, όταν δεν μπορούσαν να καταναλώσουν, για να αποκτήσουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που δεν μπορούσαν να απολαύσουν εξαιτίας των περιορισμών.

Η αγορά και η παραγωγή θα πάρει μπροστά και αυτό, εκτός των άλλων, θα τροφοδοτήσει και τα δημόσια έσοδα, επιτρέποντας στα κράτη να διαχειριστούν την αυξημένη δημόσια δαπάνη και τον αυξημένο δανεισμό της περιόδου της κρίσης.

Μόνο που τα πράγματα δεν λειτουργούν πάντα έτσι.

Η δυσκολία της επανεκκίνησης

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν λειτουργούν στη βάση των ευσεβών πόθων που περιγράφηκαν πιο πάνω. Μια τόσο μεγάλη οικονομική συρρίκνωση, ακόμη και εάν την δούμε ως ένα «εξωγενές» σοκ, αφήνει πίσω συσσωρευμένες επιπτώσεις που σημαίνουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή «επανεκκίνηση».

Μια τόσο μεγάλη ύφεση σημαίνει καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Πολλές επιχειρήσεις που έκλεισαν δεν θα μπορέσουν να ανοίξουν ξανά υπό το βάρος των ζημιών και των χρεών που θα συγκεντρώσουν παρά τα όποια ευνοϊκά μέτρα θεσπίζουν κυβερνήσεις. Αυτό δεν θα αφορά μόνο μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αλλά και αρκετές μεγάλες, ιδίως σε κλάδους που έχουν δεχτεί μεγάλα πλήγματα (π.χ. αεροπορικές εταιρείες). Θέσεις εργασίας θα χαθούν και δεν θα δημιουργηθούν ξανά «αυτομάτως».

Οι μειώσεις μισθών θα επεκταθούν και αυτό με τη σειρά του θα σημαίνει μειωμένη ζήτηση. Τα κράτη θα αναγκαστούν, εντός του τρέχοντος τουλάχιστον πλαισίου, να ακολουθήσουν πολιτικές λιτότητας για να ανταποκριθούν στο κόστος των μέτρων που πήραν, μέτρα που με τη σειρά τους θα περιορίζουν την όποια αναπτυξιακή δυναμική. Το νέο κύμα μαζικής ανεργίας θα απαξιώσει δεξιότητες και είναι πιθανό να αυξήσει και τον αριθμό των μακροχρόνιων ανέργων, ενώ οι επιχειρήσεις δύσκολα θα προχωρήσουν σε άμεση επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων.

Το διεθνές πλαίσιο θα τροποποιηθεί. Με τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες να έχουν δεχτεί πλήγματα, τις καταναλωτικές συνήθειες να έχουν τροποποιηθεί και την έμφαση στην εγχώρια παραγωγή να έχει επανακάμψει, δεν είναι βέβαιο ότι θα επιστρέψουμε στα προηγούμενα επίπεδα του διεθνούς εμπορίου.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί οι αναλυτές διεθνώς ανησυχούν τόσο δεν δείχνουν να προσυπογράφουν αισιόδοξες εκτιμήσεις ότι αμέσως μετά οι οικονομίες θα εκτιναχθούν.

Η Ελλάδα και οι ανοιχτές πληγές της

Στην ελληνική περίπτωση τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Η περίοδος των μνημονίων άφησε πολλά προβλήματα. Μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αναξιοποίητο. Σημαντικό τμήμα του εξειδικευμένου και μορφωμένου εργατικού δυναμικού μετανάστευσε. Σημαντικό τμήμα της όποιας ανάπτυξης καταγράφεται μετά το 2017 στηρίζεται σε κλάδους των υπηρεσιών, στον τουρισμό (έναν κλάδο έχει δεχτεί τα περισσότερα πλήγματα τώρα) και σε θέσεις εργασίας χαμηλά αμειβόμενες και συχνά επισφαλείς. Ούτε είναι τυχαίο ότι θεωρούσαμε ως «στρατηγικές επενδύσεις» αυτές που αφορούσαν το real estate (π.χ. η επένδυση στο Ελληνικό) και δεν αφορούν τελικά κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Ως αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας, η κρίση αναμένεται να μας χτυπήσει περισσότερο από άλλες χώρες, την ώρα που η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας μπορεί να έδειχνε μεγαλύτερη από αυτή της υπόλοιπης ευρωζώνης όμως αποδείχτηκε πιο ευάλωτη.

Δεν μπορεί να υπάρξει business as usual – τα όρια του κυρίαρχου οικονομικού υποδείγματος

Σε αυτό το τοπίο η επανεκκίνηση μπορεί να θεωρηθεί έως και μία παραπλανητική έννοια. Και αυτό γιατί θεωρεί ότι με το που αρθούν τα μέτρα απλώς θα ενεργοποιηθούν δυναμικές. Όμως, το πιο πιθανό είναι με την άρση των μέτρων και συνολικά την έξοδο από την πανδημία να αναμετρηθούμε με τις επιπτώσεις.

Το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα λίγο πολύ υποθέτει ότι η απλή ενεργοποίηση των μηχανισμών της αγοράς σε συνδυασμό με την αναγκαία δημοσιονομική πειθαρχία θα οδηγήσει στη επιστροφή στην ανάπτυξη. Όμως δεν θα καλύψει τις μεγάλες απώλειες, ούτε θα διαμορφώσει όσους αυξημένης συνοχής.

Και αυτό γιατί έστω και σιωπηρά θα στηρίζεται στην παραδοχή της διατήρησης ακόμη πιο υψηλών ποσοστών ανεργία και στη μισθολογική λιτότητα, σε συνδυασμό με την επίταση τάσεων επισφάλειας. Την ίδια στιγμή το προς το παρόν μη αναθεωρημένο πλαίσιο της ευρωζώνης θα βάζει όρια στη δυνατότητα αξιοποίησης της δημόσιας δαπάνης και ως αναπτυξιακού μοχλού και ως μέσο περιορισμού των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης.

Αυτό ακριβώς επιβάλλει και στη χώρα μας, όπως και διεθνώς άλλωστε, την ανάγκη μιας συζήτησης για την αναζήτηση εναλλακτικών αναπτυξιακών υποδειγμάτων. Στην πραγματικότητα είναι ακριβώς αυτή η συζήτηση που δεν έγινε μετά την προηγούμενη κρίση και ίσως εξηγεί και μέρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε τώρα.

Αναζητώντας αφετηρίες

  • Η πρώτη αφετηρία δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στο ζήτημα της δημόσιας χρηματοδότησης. Ότι θα χρειαστεί μεγάλη δημόσια δαπάνη και για την αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων και για την αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών περίθαλψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και για την επένδυση, ιδίως σε συνθήκες που θα υπάρξει υποχώρηση της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας είναι δεδομένο. Όμως, αυτό ιδίως εάν μιλάμε για το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν μπορεί να σημαίνει επιμονή στην ίδια αντίληψη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Εάν δεν δούμε τα σημερινά ελλείμματα ως επένδυση στο αύριο και μείνουμε στην ίδια πεπατημένη των πρωτογενών πλεονασμάτων, τότε η όποια ανάκαμψη θα είναι αναιμική.
  • Η δεύτερη αφετηρία αφορά το χρέος. Η ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν μπορούν να μπουν στην περιπέτεια της αναμέτρησης με τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση έχοντας στις πλάτες τους το σύνολο του μνημονιακού χρέους, ακόμη και δεν έχει φτάσει η στιγμή της μεγάλων αποπληρωμών. Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν και έκτακτα μέτρα και αυτό οφείλει να το αντιληφθεί και η Ευρώπη, κοινώς να καταλάβει ότι αυτό το χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί.
  • Η τρίτη αφετηρία είναι η απόπειρα όντως για αναπτυξιακό σχέδιο. Αυτό απαιτεί συλλογικές επιτελικές δεξιότητες που υπερβαίνουν την απλή «απορροφησιμότητα» προγραμμάτων και κονδυλίων. Σημαίνει συνειδητή επιλογή κλάδων και πεδίων, επικέντρωση πόρων και δεξιοτήτων και δημόσια επένδυση. Ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο δεν μπορεί να στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό ή σε δραστηριότητες συνδεόμενες με αυτόν αλλά να αναζητά κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, έντασης τεχνολογίας και αξιοποίησης του καταρτισμένου εργατικού δυναμικού που διαθέτουμε. Σημαίνει ακόμη και παραδοσιακούς κλάδους όπως η αγροτική παραγωγή να τους δούμε υπό αυτό πρίσμα. Όλα αυτά σηματοδοτούν και την έμφαση σε μια ενδογενή δυναμική παρά στη γενική επιδίωξη συντονισμού με τις τάσεις των διεθνών αγορών.
  • Η τέταρτη αφετηρία δεν μπορεί παρά να είναι η αναγνώριση της αξίας της εργασίας. Η αξιακή μετατόπιση που υπήρξε στην περίοδο αυτή υπέρ της αναγνώρισης του πώς η εργασία κρατά όρθια την κοινωνία πρέπει να γίνει και πολιτική. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την εργασία απλώς με όρους κόστους, ως εάν να πρόκειται για αναλώσιμο υλικό. Εργασιακή και μισθολογική αξιοπρέπεια οφείλουν να αποτελέσουν τμήμα του αναπτυξιακού υποδείγματος.
  • Η πέμπτη αφετηρία δεν μπορεί παρά να είναι μια νέα σχέση με τη γνώση, την έρευνα και την τεχνολογία. Από την ανάγκη μεγάλης δημόσιας επένδυσης για την αναβάθμιση των τηλεπικοινωνιακών υποδομών και την επίτευξη της μέγιστης συνδεσιμότητας, μέχρι την προσπάθεια να αξιοποιηθεί η ερευνητική υποδομή των πανεπιστημίων και το επιστημονικό δυναμικό τα παραδείγματα είναι πολλά.
  • Η έκτη αφετηρία δεν μπορεί παρά να είναι η έμφαση στην αναμέτρηση με την κλιματική αλλαγή και άρα το αίτημα μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Η κλιματική αλλαγή παραμένει τεράστια απειλή και άρα η ανάγκη επένδυσης σε «καθαρές» τεχνολογίες, στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα οφείλει να είναι αναπόσπαστο τμήμα ενός νέου αναπτυξιακού σχεδίου.

Όλα αυτά – όπως και πολλά άλλα – πρέπει να συζητηθούν τώρα. Η επόμενη μέρα με έναν τρόπο έχει φτάσει και ο κίνδυνος της κοινωνικής καταστροφής, σε συνέχεια της υγειονομικής κρίσης είναι υπαρκτός. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά απλώς πολιτικά επιτελεία αλλά και την κοινωνία των πολιτών και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως η μεγάλη μάχη να ξαναφτιάξουμε μέλλον για αυτή τη χώρα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in. gr