Έγκριση κυκλοφορίας έλαβε από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) το pembrolizumab και έγινε η πρώτη anti-PD-1 θεραπεία που εγκρίνεται στις ΗΠΑ, για τη θεραπεία του προχωρημένου μελανώματος.

Η συγκεκριμένη έγκριση αφορά τη δόση των 2 mg/kg κάθε τρεις εβδομάδες για ασθενείς με μη-εγχειρήσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα, οι οποίοι είχαν λάβει θεραπεία με ipilimumab αλλά και μετά από επιπλέον λήψη αναστολέα BRAF για εκείνους που είναι θετικοί στη μετάλλαξη BRAF V600. Η ένδειξη αυτή έγινε δεκτή κάτω από συνθήκες ταχείας έγκρισης, με βάση την ανταπόκριση του όγκου στη θεραπεία, καθώς και τη διάρκεια της ανταπόκρισης.

Το προηγούμενο διάστημα ο FDA είχε δώσει στο pembrolizumab το χαρακτηρισμό της «Επαναστατικής Θεραπείας» για το προχωρημένο μελάνωμα, με βάση τη σημαντικότητα των πρώιμων ευρημάτων των μελετών και, κυρίως, την επείγουσα ιατρική ανάγκη.

Η συνιστώμενη δόση των 2 mg/kg βασίστηκε σε δεδομένα από 89 ασθενείς, στους οποίους η συνολική ανταπόκριση έφτασε το 24% και η διάρκεια της ανταπόκρισης στους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν, μέχρι τη στιγμή της ανάλυσης, είχε εύρος 1,4+ μέχρι 8,5+ μήνες.

«Η ταχεία έγκριση του pembrolizumab από τον FDA είναι μια σπουδαία εξέλιξη για τους ασθενείς με προχωρημένο μελάνωμα», σχολιάζει ο Δρ Ομιντ Χαμιντ, διευθυντής του Κέντρου Μελανώματος στο Ινστιτούτο The Angeles Clinic and Research και κύριος ερευνητής για το κλινικό πρόγραμμα του pembrolizumab στο μελάνωμα. «Το pembrolizumab, μας δίνει μια νέα δυνατότητα να στοχεύουμε το μονοπάτι PD-1 κι αυτό είναι ένα πολύ συναρπαστικό βήμα στον τομέα της ανοσοθεραπείας», συμπληρώνει.

Η έγκριση του pembrolizumab βασίστηκε σε δεδομένα από μία πολυκεντρική, ανοιχτή, τυχαιοποιημένη μελέτη σύγκρισης δόσεων από μία κοόρτη της εν εξελίξει μελέτης Φάσης Ιb με το όνομα KEYNOTE-001, σε ασθενείς με μη-εγχειρήσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα και εξελισσόμενη νόσο.

Τα βασικά κριτήρια εισαγωγής στη μελέτη περιελάμβαναν: α) την πρότερη θεραπεία με ipilimumab, και αναστολέα BRAF ή MEK, σε περίπτωση που ο ασθενής ήταν θετικός για τη μετάλλαξη V600 και β) την εξέλιξη της νόσου μέσα σε 24 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του ipilimumab.

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 2 mg/kg (n=89) ή 10 mg/kg (n=84), μέχρι υποτροπής της νόσου ή διακοπής λόγω τοξικότητας. Τα κυριότερα κριτήρια αποτελεσματικότητας ήταν η επιβεβαιωμένη συνολική ανταπόκριση στη θεραπεία και η διάρκεια της ανταπόκρισης.

Το pembrolizumab είναι ένα ανθρώπινο, μονοκλωνικό αντίσωμα, που έχει την ιδιότητα να αυξάνει την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να καταπολεμά το προχωρημένο μελάνωμα. Η μοναδικότητα της δράσης του έγκειται στο ότι μπορεί να αναστέλλει την αλληλεπίδραση μεταξύ της πρωτεΐνης PD-1 και των συνδετών της PD-L1 και PD-L2, επειδή συνδέεται το ίδιο με τον υποδοχέα του PD-1.

Έτσι, απελευθερώνει το ανοσοποιητικό σύστημα το οποίο δεν μπορούσε προηγουμένως να ανταποκριθεί λόγω της σύνδεσης της πρωτεΐνης με τους συνδέτες της, και ενεργοποιεί ξανά την αντικαρκινική άμυνα.

Το pembrolizumab μπορεί να επηρεάσει με ανάλογο τρόπο και υγιή κύτταρα. Ανοσοεπαγόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που εμφανίστηκαν με τη λήψη του, συμπεριλαμβάνουν πνευμονίτιδα, κολίτιδα, ηπατίτιδα, υποφυσίτιδα, νεφρίτιδα, υπερθυρεοειδισμό και υποθυρεοειδισμό. Η χορήγησή του πρέπει να αναστέλλεται ή να διακόπτεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της αντίδρασης και συνιστάται η χορήγηση κορτικοστεροειδών. Επιπλέον, βάση του μηχανισμού δράσης του, το pembrolizumab, χορηγούμενο κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία, θα πρέπει να ενημερώνονται για πιθανούς κινδύνους.

health.in.gr