Μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω, όμως όλη αυτή κατάσταση είχε όντως κάτι το σουρεάλ που θα το θυμάμαι σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Είναι παράξενο που πάντα θυµόµαστε ευκολότερα τις πιο δυσάρεστες ή – στην καλύτερη περίπτωση – τις πιο παράξενες καταστάσεις στην ζωή µας, απ’ ότι τις πραγµατικά ευχάριστες. Το σκεφτόμουν τον τελευταίο καιρό διότι έχω την εντύπωση ότι αυτή την αλλαγή χρόνου θα τη θυμάμαι για πολλά χρόνια. Οχι ότι πέρασα άσχημα, υποθέτω ότι έζησα τον ίδιο συνδυασμό αμηχανίας – μελαγχολίας – αβεβαιότητας που έζησαν οι περισσότεροι, σίγουρα όμως ήταν μία από τις πιο παράξενες πρωτοχρονιές της ζωής μου. Σαν εκείνες τις στιγμές που ενώ θες να νιώσεις ευχάριστα δεν μπορείς, που ενώ θες να κάνεις κέφι, εκείνο δεν θέλει, εκείνες τις στιγμές που η σιωπή είναι πολύ πιο ηχηρή από τον θόρυβο, όπως εν προκειμένω τα πυροτεχνήματα τα οποία όλως περιέργως δεν έλειψαν (όπως φανταζόμουν) ούτε και από τη φετινή αλλαγή χρόνου.

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των Ελλήνων, είπαμε να τη βγάλουμε έξω, με την ελπίδα να δούμε λίγη κίνηση, έστω κάποιον άνθρωπο, τέλος πάντων, να περπατά στους δρόμους. Μείναμε με την ελπίδα, οι μόνοι περιπατητές μία περίπου ώρα πριν από τις 12 τα μεσάνυχτα ήταν οι συνοδοί κατοικίδιων ζώων, δηλαδή σκυλιών, που έχουν επιλέξει να τα βγάζουν για τη βόλτα και την ανάγκη τους αργά το βράδυ. Για εκείνους η νύχτα της Πρωτοχρονιάς ήταν μία ακόμη νύχτα του χρόνου. Η Δημητρακοπούλου στο Κουκάκι ήταν απελπιστικά άδεια, η παράλληλή της, η Βεΐκου, παρουσίαζε ακόμα χειρότερο θέαμα, καθότι λιγότερο φωτισμένος δρόμος.

Στην πλατεία Ολυμπίου, καμιά διακοσαριά μέτρα από το σπίτι, το τσιμπλιασμένα φωτισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο θαρρείς ότι φυλούσε σκοπιά δίπλα στους μισογεμάτους κάδους απορριμμάτων και το κλειστό περίπτερο. Για την ακρίβεια, όλα ήταν κλειστά, με την εξαίρεση – ως εκ θαύματος; – του δικού μας στεκιού, του εστιατορίου Μικρή Βενετία στην κάτω πλευρά της πλατείας. Υπήρχαν πολλά άδεια τραπέζια και το αστείο είναι ότι ο περισσότερος κόσμος (από τον λίγο που βρισκόταν εκεί) καθόταν στον εξωτερικό χώρο, καθώς μέσα σε όλη αυτή την καταχνιά ο καιρός είχε αποφασίσει να μας κάνει το χατίρι και ήταν πραγματικά θαυμάσιος.

Ημασταν απλά ντυμένοι, πάνε οι εποχές που φορούσαμε τα καλά μας για τέτοιου τύπου «οκαζιόν», οπότε μας έκανε και λίγο εντύπωση όταν κάποια στιγμή είδαμε δυο νεαρές κοπέλες ντυμένες και βαμμένες στην πένα, με τα σχιστά κόκκινα φορέματα, τα ακριβά μαύρα ταγέρ τους, το μαλλί κομμωτηρίου. Ηταν τελικά όμορφο να τις βλέπεις να αντιστέκονται με τον τρόπο τους απέναντι στην αίσθηση σιωπηλής μιζέριας που επικρατούσε στο περιβάλλον.

Χαρούμενη ήταν και η Βενετία Αυγερινού, η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου, αν και εδώ που τα λέμε το αντίθετο θα μου έκανε εντύπωση γιατί η Βενετία είναι έξω καρδιά εκ φύσεως, δεν πτοείται από τίποτα (ή τουλάχιστον δεν το δείχνει), κοιτάζει πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. «Η όλη φάση έχει κάτι το σουρεάλ» έλεγε και ξανάλεγε με χαμόγελο, το οποίο εν τοιαύτη περιπτώσει ήταν μεταδοτικό ελαφραίνοντας κάπως το βαρύ κλίμα. Για τη Βενετία η ρεβιθάδα που παρήγγειλα έκανε ακόμα πιο σουρεάλ την κατάσταση, αν και όχι για μένα, διότι πολύ απλά η ρεβιθάδα της, ανεξαρτήτως εποχής, μου αρέσει πραγματικά.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας νεαρός που κοιτούσε το εστιατόριο σαν να είχε βρεθεί ξαφνικά στη Ζώνη του Λυκόφωτος. Πηγαινοερχόταν χωρίς λόγο, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, λες και έψαχνε κάτι αλλά με τέτοια απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του που το θέαμα ήταν αστείο. Ωσπου ήρθαν εκείνες οι δύο καλοντυμένες κοπέλες και κάθισαν ήσυχα όλοι μαζί. Ενας άλλος άντρας, κάποιας ηλικίας, καθόταν μόνος του σε ένα τραπέζι και κάπνιζε διαρκώς πίνοντας. Κάποιες άλλες παρέες δίπλα μας μιλούσαν σιγανά. Εμφανίστηκαν και κάτι νέοι ξένοι από διάφορες χώρες που κρατούσαν έναν τεράστιο αργιλέ και έδειχναν αλλόκοτα ευτυχείς. Δεν κάθισαν σε τραπέζι, αλλά ξαπόστασαν σε ένα παγκάκι και η Βενετία τούς κέρασε ποτό.

Ερχεται η αλλαγή του χρόνου, αρχίζουν τα πυροτεχνήματα. Χωρίς μουσική φυσικά, ώσπου κάποιος έβαλε κάτι στο κινητό του, κάποιο τραγούδι, νομίζω ελληνικό, όχι ακριβώς ταιριαστό με την περίσταση, αλλά τι σημασία είχε; «Χρόνια πολλά», «καλή χρονιά». Ευχές από δω κι από κει με ύφος κουρασμένο, απορημένο, μήπως και φοβισμένο; Μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω, όμως όλη αυτή κατάσταση είχε όντως κάτι το σουρεάλ που θα το θυμάμαι σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr