[…] Τα γεγονότα που σας αφηγήθηκα και όσα θα σας αφηγηθώ τα έζησα σαν ένας ξένος, ένας τρίτος, ένας παρατηρητής, που είχε το θλιβερό προνόμιο να μάθει πάνω στο πετσί του τη μοίρα του ανθρώπου. Και η εξωτερική όψη της ζωής μου ακολούθησε το δρόμο που ακολούθησε. Όμως, η εσωτερική πλευρά του εαυτού μου θα ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο, είτε είχαμε πόλεμο και κατοχή είτε όχι. Γιατί το παιχνίδι είχε παιχτεί στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής μου. Είχα γνωρίσει τον κόσμο και είχα αποστρέψει το πρόσωπό μου. Δεν βρήκα τον Θεό. Δεν βρήκα τον Άνθρωπο. Όμως τα ένστικτά μου με καλούσαν να ζήσω.

Και τότε πιάστηκα από τη Μουσική. Όμως, ποια μουσική; Την αρμονία, που ήταν μια ξένη κατάκτηση, ένα ξένο δώρο από μέρους κάποιων μεγάλων μουσικών, που είχαν ζήσει σε χώρες μακρινές, υγρές, με παραμυθένια σπίτια, ζεστά δωμάτια γεμάτα μουσικά όργανα και πρόσωπα ζωηρά και έξυπνα, ικανά να λάβουν το μήνυμα και να το εκτιμήσουν. Νομίζω ότι η επιλογή της συμφωνικής (κλασικής) μουσικής εκείνη την εποχή στο μέσον της πολιτιστικής ερημιάς της ελληνικής επαρχίας ήταν μια αυθόρμητη ενέργεια που περιέκλειε το στοιχείο της άρνησης στην ελληνική πραγματικότητα, με το αποκρουστικό της για μένα πρόσωπο. Ούτε λαϊκά ούτε δημοτικά ούτε ελαφρά: κλασικά. Πού; Στον Πύργο του 1939 και στην Τρίπολη του 1940!

Σ’ αυτή τη γραμμή της αποστασιοποίησης θα έμενα σταθερός έως τα 1960, παρ’ ότι στην εξωτερική μου ζωή θα ζούσα, όσο λίγοι Έλληνες, τα γεγονότα μέσα στην καρδιά των γεγονότων, μοιράζοντας το ψωμί και την αγωνία μου με ό,τι πιο πολύ μπορεί να ονομαστεί Λαός. Έχοντας στη μια τσέπη τον Καβάφη και στην άλλη τον Μπραμς, θα μοιραζόμουνα παρανομίες, μάχες, φυλακές και εξορίες, με τον μικροπωλητή, τον υδραυλικό, τον σκαφτιά, τον ψαρά, που δεν είχαν φανταστεί την ύπαρξή τους. Ζωή παρανοϊκή. Σίγουρα. Βρήκα όμως δυο δασκάλους. Δυο Έλληνες. Τα μεγαλύτερα μυαλά, για να με οδηγήσουν: τον Κωστή Παλαμά και τον Διονύσιο Σολωμό. Έσπευσε η επίσημη Ελλάδα να τους ανακηρύξει «εθνικούς» ποιητές. Ήξερε τάχα ποιοι ήταν στ’ αλήθεια; Διάβασα, όπως έπρεπε, στον καιρό μου τον Νίτσε. Ιδιαίτερα τη Γέννηση της τραγωδίας, που με δίδαξε πολλά. Όμως, αυτό που χοντρικά και εύκολα οι πιο πολλοί αποκαλούν «νιτσεϊκό» πνεύμα εγώ το βρήκα πρώτα στον εαυτό μου που είχε ανάγκη να αυτοϋμνηθεί για να επιζήσει και στη συνέχεια το διδάχτηκα από τον Παλαμά: «Μέσα στους ξεχωριστούς ο ξεχωριστός εγώ είμαι. Μες στης φυλακής τους διαλεχτούς είμαι ο διαλεχτός εγώ του φυλακιστή (…). Μόνος και ψηλά. Χαμήλωσε και λαός με το λαό γίνε. Να κι οι ανθοί (…) οι ευκολοθέριστοι στ’ άγριο τ’ άλογό σου εμπρός οι ξεψυχιστοί στέφανα του γάμου σου ας γενούν με την άσκημη Ζωή με όλων τη ζωή (…). Και είναι τ’ άστρο η σκλάβα κι η άσκημη κι η γυναίκα σου η Ζωή, και όλων η ζωή. Ξένε, και μαζί μ’ αυτή ξανά καβαλλάρης να ανεβείς, τ’ άσπρο σου άτι εσύ, ν’ αστραποδιαβαίνεις και λαός το κατόπι σου Ωσαννά να σκορπάει βοή (Τρισωιμέ και τρισαλλοί…)» (1899).

Υπογράμμισα δυο φράσεις κλειδιά και μία λέξη, Ξένε. Το απόσπασμα αυτό είναι από το ποίημα «Το πρώτο σχεδίασμα των αλυσίδων» του Κωστή Παλαμά. Το άλμα από τον Βαλαωρίτη στον Παλαμά πραγματοποιήθηκε χάρη σ’ έναν εντυπωσιακό τόμο, δεμένο με χρώματα μπλε και γαλάζιο και χρυσά γράμματα στη ράχη, Δειλοί και σκληροί στίχοι. Πρόκειται για μια έκδοση που έγινε στα 1928, από την «The Neohellenic Mercury Publishing Company» του Σικάγου. Στον πρόλογό του ο ποιητής γράφει πως στον «τόμο τούτο, υστερνότερο, όμως όχι τελειότερο πόσων αδελφιών του, στο διάστημα σαράντα χρόνων αδιάκοπης παραγωγής εμπνευσμένης από την λατρεία του Στίχου που είναι ο ανθρώπινος λόγος «εν τάξει και μεγέθει» και που είναι στο μικροσκοπικό το ρυθμικό περπάτημα το σύμβολο του ρυθμού που κυβερνά το Σύμπαν…». Η σκέψη αυτή, διατυπωμένη με μαεστρική πυκνότητα, κάπου ήρθε να ξεμπερδέψει ή να μπερδέψει περισσότερο το κουβάρι με κείνες τις απόψεις-ενοράσεις για Κόσμο και για Μικρόκοσμο και για την Αρμονία του Σύμπαντος. Από την άλλη μεριά, με βοηθούσε να βρω το δόγμα με το οποίο θα γαλήνευε η ψυχή μου από την τόση ασχήμια της ζωής και να τακτοποιήσω τη θέση μου σαν ξένος που ήμουν. […] Θέλω να πω ότι ο Παλαμάς με τους Δειλούς και σκληρούς του στίχους με ενέπνευσε, μου αποκάλυψε, με δίδαξε και με οδήγησε. […] Μέσα από τη φιλοσοφική σκέψη του Παλαμά οδηγήθηκα στη σύνθεση των δυο πρώτων μου ορατόριων, τον Ύμνο στο Θεό και τη Συμφωνία αρ. 1.

*Απόσπασμα από το δίτομο αυτοβιογραφικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (τόμος Α’, σελ. 127-129).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο