Η«Ομολογία» (1970) ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για πολλούς από τους αριστερούς θαυμαστές τού – 88χρονου σήμερα – σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά. Καθώς παρεμβαλλόταν ως σφήνα ανάμεσα σε δύο ταινίες του ιδίου με αναμενόμενο πολιτικό προσανατολισμό – το «Ζ» (1969) και την «Κατάσταση πολιορκίας» (1972) -, έμοιαζε πιο πολύ με ιδεολογικό τυπογραφικό λάθος παρά με ακέραιη ηθική στάση προς πάσα κατεύθυνση (θα περνούσαν χρόνια έως ότου του αναγνωριστεί η δεύτερη ως πρόθεση). Και στις τρεις ταινίες πρωταγωνιστούσε ο Ιβ Μοντάν – ως «Γρηγόρης Λαμπράκης» στην πρώτη, ως «Αρθουρ Λόντον» στη δεύτερη, ως «αμερικανός διπλωμάτης και πράκτορας της CIA» στην τρίτη – αλλά, ειδικά στη δεύτερη, συμπρωταγωνιστούσε στον ρόλο της «συζύγου» του και η αληθινή σύζυγος του Μοντάν εκείνον τον καιρό, η Σιμόν Σινιορέ.

Η ειρωνεία της ιστορίας δεν εξαντλείται εδώ. Το ζεύγος Μοντάν – Σινιορέ είχε επισκεφθεί στο παρελθόν τη Σοβιετική Ενωση, στο πλαίσιο του πολιτιστικού «ανοίγματος» προς τη Δύση που επιχειρούσαν οι διάδοχοι του Στάλιν, και ως χαρωποί καλλιτέχνες καλής θελήσεως είχαν εκφράσει τον ενθουσιασμό τους στον παγκοσμίου φήμης συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ζητώντας παράλληλα τη γνώμη του για τις «νέες συνθήκες». Ο Σοστακόβιτς, έντρομος με την πολιτική τους αφέλεια αλλά και την παιδαριώδη τους επιπολαιότητα, τους απάντησε: «Συγγνώμη, μα εσείς αύριο θα αναχωρήσετε· εγώ θα μείνω εδώ».

Το περιστατικό διασώζει ο ίδιος ο Σοστακόβιτς στη «Μαρτυρία», τα απομνημονεύματά του, όπως εξιστορούνται και εκδίδονται από τον Σόλομον Βολκόφ (εκδόσεις Νεφέλη, 1982). Θεωρώ απίθανο, τόσο η Σινιορέ όσο και ο Μοντάν, να μην το ανακάλεσαν στη μνήμη τους και να μη μειδίασαν έστω μελαγχολικά όταν ο Γαβράς τους πρότεινε να ερμηνεύσουν στην «Ομολογία» το ζεύγος Λόντον.

Οπως οι πιο πολλές από τις ταινίες του Γαβρά – από το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού έως τους «Ενήλικες στο δωμάτιο» του Γιάνη Βαρουφάκη – έτσι και η «Ομολογία» βασίζεται σε βιβλίο, στην ομώνυμη αυτοβιογραφική εξιστόρηση της Λιζ και του Αρθουρ Λόντον. Αυτό καθεαυτό το πεπρωμένο του Λόντον δεν τσιγκουνεύτηκε ανατροπές. Εβραϊκής καταγωγής, γεννημένος το 1915 στη Μοραβία, βρέθηκε να πολεμάει στον ισπανικό εμφύλιο με τη Διεθνή Ταξιαρχία στο πλευρό των Δημοκρατικών. Μετά τη συντριβή των τελευταίων, κατέφυγε στη Γαλλία, όπου και τον έπιασε η τσιμπίδα του Χίτλερ και τον μάντρωσε στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν. Επέζησε του δευτέρου Παγκοσμίου, πέρασε ένα μικρό διάστημα στην Ελβετία και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, αποφάσισε να γυρίσει με την οικογένειά του πίσω στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία, όπου και διέπρεψε ως κομματικό ηγετικό στέλεχος, με οροφή της σταδιοδρομίας του τον θώκο του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών. Για κακή του τύχη, η δική του ανιούσα πορεία διασταυρώθηκε με τους στερνούς παρανοϊκούς σπασμούς του Στάλιν, τη θανατηφόρα περίοδο (1951-1953) που έβλεπε παντού συνωμότες, πιασμένους μάλιστα α λα μπρατσέτα τους προπολεμικούς με τους μεταπολεμικούς: τροτσκιστές, τιτοϊκούς, νυν και αεί σιωνιστές κ.ο.κ.

Ωστόσο, τυχερός μέσα στην ατυχία του, ο Λόντον δεν κατέληξε στην αγχόνη, καθάρισε με ισόβια κάθειρξη, τέσσερα χρόνια φυλακή ουσιαστικά (είχε πεθάνει στο μεταξύ και ο Δράκος από εγκεφαλική αιμορραγία) κι έπειτα από  ταλαιπωρίες μιας οκταετίας κατάφερε να βγάλει εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Παρίσι. Φυσικά, το τίμημα για να κρατηθεί ζωντανός ήταν η… ομολογία των εγκλημάτων του εναντίον του κομμουνιστικού καθεστώτος. Το πώς αποσπάστηκε αυτή η ομολογία, καθώς και ποια σκοπιμότητα εξυπηρέτησε η δημοσιοποίησή της, είναι οι κεντρικοί αφηγηματικοί άξονες τόσο στο βιβλίο του ζεύγους Λόντον όσο και στην ταινία του Γαβρά.

Στις μέρες μας, πάνω από μισόν αιώνα αφότου η «Ομολογία» βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, ιδίως ύστερα από τις κατακλυσμιαίες αποκαλύψεις που ακολούθησαν την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, κανένας καλοπροαίρετος οπαδός της Αριστεράς δεν αμφισβητεί ότι ένα κομμουνιστικό καθεστώς μπορεί επάξια να συναγωνιστεί σε μοχθηρία, βαναυσότητα κι ευρηματικότητα οποιαδήποτε δεξιόστροφη δικτατορία καραβανάδων, συμπεριλαμβανομένης της δικής μας επτάχρονης.

Οταν όμως εγώ έμπαινα στην εφηβεία, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κάθε αντιφρονών στη Σοβιετική Ενωση και στους δορυφόρους της, οιουδήποτε πνευματικού και ηθικού αναστήματος – από τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και τον Αντρέι Ζαχάροφ έως τον Βάτσλαβ Χάβελ και τον Τσέσλαβ Μίλος – έπρεπε πρώτα απ’ όλα να αποδείξει ότι δεν ήταν ένα ελεεινό και μίσθαρνο όργανο των ιμπεριαλιστών. Φυσικό επόμενο ήταν τότε «τα σκάγια» να πάρουν και τον Κώστα Γαβρά, καθώς και ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, ο ίδιος να προσπαθήσει να εξισορροπήσει τις «εντυπώσεις» με την αμέσως επόμενη ταινία του, την «Κατάσταση πολιορκίας», γυρισμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Χιλή του  Σαλβαδόρ Αλιέντε, έναν χρόνο πριν ο δημοκρατικά εκλεγμένος μαρξιστής πρόεδρος ανατραπεί από το πολυαίμακτο στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ.

Η πλοκή της «Κατάστασης πολιορκίας» διαδραματιζόταν σε μια ακατονόμαστη χώρα της Λατινικής Αμερικής -από τα συμφραζόμενα, ωστόσο, προέκυπτε ότι ήταν η Ουρουγουάη. Ενας φαινομενικά φιλήσυχος αμερικανός διπλωμάτης (πάντα ο Ιβ Μοντάν) έπεφτε θύμα απαγωγής από τους αντάρτες πόλεων (Τουπαμάρος).

Κατά τη διάρκεια των δικών τους ανακρίσεων, ο δήθεν διπλωμάτης «ομολογούσε» ότι στην πραγματικότητα ήταν πράκτορας της CIA και σύμβουλος «τεχνογνωσίας» της ντόπιας κυβέρνησης προκειμένου η τελευταία να αναβαθμίσει την αποτελεσματικότητα των βασανιστηρίων επί των πολιτικών κρατουμένων. Το σενάριο, παρά τη λανθάνουσα συμπάθεια, κρατούσε μάλλον αμφίθυμη στάση έναντι του πόσο καρποφόρο μπορούσε εν τέλει να είναι το αντάρτικο των Τουπαμάρος, αλλά δεν άφηνε την παραμικρή  αμφιβολία για τα αισθήματα που έτρεφε ο Γαβράς τόσο για τις «δεξιές» όσο και τις «αριστερές» δικτατορίες: τα ίδια σκατά.

Προφανώς και είχε δίκιο. Από τότε που ο homo sapiens κατάλαβε ότι η ωμή βία είναι ο συντομότερος δρόμος για τον προσπορισμό του επιθυμητού αποτελέσματος, επιβράβευσε την αντίληψή του με αδιανόητη ασπλαχνία. Συχνά δεν χρειαζόταν καν να καταφύγει στα βασανιστήρια, αρκούσε να επιδείξει τα όργανα βασανισμού και να διαφημίσει σαν φιλότιμος πλασιέ τις απεριόριστες δυνατότητές τους· είναι γνωστό πως αυτή ακριβώς η τακτική ήταν η αγαπημένη των Ιεροεξεταστών.

Είναι και η απάντηση σε όσους αναρωτιούνται εάν η «ομολογία» του Ρομάν Προτάσεβιτς, στο δεύτερο βίντεο που δημοσίευσε προ ημερών η λευκορωσική κυβέρνηση, όπου ο δύσμοιρος δημοσιογράφος αναλύεται σε λυγμούς, απαριθμεί τα «εγκλήματά» του κι εκδηλώνει μια σχεδόν οργουελική «αγάπη» – την αγάπη του «πολίτη Ουίνστον Σμιθ» προς τον «Μεγάλο Αδελφό» – για τον θύτη του, τον ανελέητο δικτάτορα Αλεξάντερ Λουκασένκο, είναι απόρροια βασανιστηρίων ή απειλής βασανιστηρίων. Εχει σημασία, αλήθεια; Ασφαλώς κι έχει σημασία για το σαρκίο του Προτάσεβιτς, αλλά για εμάς, τους σκατόψυχους δυτικούς που, από την ασφάλεια των δικών μας χωρών, περνάμε από ψιλό κόσκινο  την «ειλικρίνεια» ενός δύστηνου, πόση σημασία έχει;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο