Λατρεμένο comfort food, σήμα κατατεθέν της βιομηχανίας του fast food και ένα από τα σύμβολα του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού: hamburger, cheeseburger,και δεν συμμαζεύεται. Πρόκειται για ένα σάντουιτς με ψητό ή βραστό βοδινό  μπιφτέκι συνήθως, που σερβίρεται με λαχανικά και διάφορα καρυκεύματα (κέτσαπ, μουστάρδα κ.ά.).

Οι πρώτες καταβολές του χάμπουργκερ λέγεται πως ανιχνεύονται στη Μογγολία του Τζένγκις Χαν. Ήταν βολικό για τους στρατιώτες της Χρυσής Ορδής να τρώνε με το ένα χέρι και με το άλλο να ιππεύουν. Η συνταγή πρέπει να πέρασε δια μέσου των Ρώσων στη Δυτική Ευρώπη και στις αρχές του 19ου αιώνα τη συναντάμε στη Γερμανία και συγκεκριμένα στο μεγάλο λιμάνι του Αμβούργου (Hamburg), ως Rundstuck Warm, αποτελούμενο από φέτες ψωμιού με ψητό μπιφτέκι χοιρινού ή ως Brotchen με μπιφτέκι βοδινού.

Μερικές δεκαετίας αργότερα έφθασε στην Αμερική από Γερμανούς μετανάστες, όπου έμελλε να δοξαστεί.

Οι εργάτες στα εργοστάσια αυξάνονταν και ήταν δηλωμένοι του λάτρεις για τη νοστιμιά και την πρακτικότητά του.  Όταν ξεκίνησαν οι νυχτερινές βάρδιες, κάρα που μετέφεραν φαγητό, προσέφεραν στου εργάτες καφέ και μικρά σνακ. Οι πεινασμένοι εργαζόμενοι παράγγελναν φαγητό μέσα από μικρά παράθυρα και γρήγορα επέστρεφαν στη δουλειά τους. Όταν τα κάρα εφοδιάστηκαν με γκάζι, το χάμπουργκερ προστέθηκε στο μενού και ήταν μια καλή λύση για να φάνε γρήγορα χορταστικά και να πάρουν τις θερμίδες που χρειάζονταν για να αντέξουν την κούραση των εργοστασίων.

Ζεστός καφές και λαχταριστό burger από το 1885!

Μέχρι τότε, το ψιλοκομμένο κρέας που έμοιαζε με μπιφτέκι, δεν ήταν ανάμεσα στα ψωμάκια και έτσι δεν μπορούσαν αν το τρώνε άνετα όταν ήταν όρθιοι. Αναγκαστικά το εγκλώβισαν ανάμεσα σε δύο κομμάτια ψωμί και να το! Η πρώτη ιστορική καταγραφή του χάμπουργκερ σε μενού εστιατορίου βρίσκεται στην πόλη της Νέας Υόρκης στο «Delmonico’s Restaurant» το 1834 και κόστιζε 10 δολάρια. Από εκεί και πέρα πολλοί διεκδικούν την πρωτιά του στις ΗΠΑ και ίσως όλοι να έχουν δίκιο αφού μερικά πράγματα εξελίσσονται ταυτόχρονα, ειδικά σε αχανείς περιοχές όπως οι ΗΠΑ.

Ο Τσαρλς Ναγκρίν, ας πούμε, από το Σίμορ του Γουισκόνσιν σε ηλικία 15 χρονών έστησε ένα πάγκο σε μια υπαίθρια αγορά και ξεκίνησε να πουλά μπιφτέκια. Παρατήρησε ότι δεν προσέλκυε πολύ κόσμο, καθώς ήταν δύσκολο για τους πελάτες να τρώνε όρθιοι μπιφτέκια. Τα έβαλε και αυτός με τη σειρά του ανάμεσα στα δύο κομμάτια ψωμιού για να διευκολύνει τον κόσμο. Δημιούργησε το «Χάμπουργκερ του Τσάρλι» και συνέχισε να το πουλάει σε παζάρια μέχρι το θάνατο του το 1951. Για να προσελκύσει ακόμη περισσότερο κόσμο, δημιούργησε και τραγουδούσε στο κόσμο ένα τραγουδάκι: «Hamburgers, hamburgers, hamburgers hot; onions in the middle, pickle on top. Makes your lips go flippity flop.» Η πόλη Σιμόρ που ισχυρίζεται ότι είναι η «Πόλη του Χάμπουργκερ», διοργανώνει κάθε χρόνο τη πρώτη Κυριακή του Αυγούστου φεστιβάλ με μπέργκερ και τιμά τον Τσαρλς για την παρακαταθήκη που τους άφησε…

Φεστιβάλ μπέργκερ. Ζήτω τα μπιφτέκια!

Την ίδια χρονιά που ξεκίνησε ο Τσαρλς την μικρή του επιχείρηση, δύο άλλοι Αμερικανοί, οι αδελφοί Μέντσις από το Χάμπουργκ της Νέας Υόρκης πουλούσαν τα δικά τους χάμπουργκερ στο τοπικό πανηγύρι. Το ονόμασαν Χάμπουργκ Σάντουιτς και ως καρυκεύματα χρησιμοποιούσαν κόκκους καφέ και μαύρη ζάχαρη. Πολλοί ιστορικοί της διατροφής θεωρούν τη συνταγή των Μέντσις ως την πρώτη αυθεντικά αμερικανική.

Για πρώτη φορά, η λέξη χάμπουργκερ αναφέρεται στις 5 Ιανουαρίου 1889 στην εφημερίδα της Ουάσινγκτον Walla Walla Union, όπως μας πληροφορεί το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης.

Ο παντοπώλης Φλέτσερ Ντέιβις από την Αθήνα του Τέξας διεκδικεί και αυτός τον τίτλο, έπειτα από ένα δημοσίευμα των Τάιμς της Νέας Υόρκης το 1974 και έρευνα της μεγάλης αλυσίδας φαστ-φουντ McDonald’s. Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2006 η Βουλή του Τέξας ανακήρυξε την Αθήνα «Πρωτεύουσα του Χάμπουργκερ». Τελευταίος στη σειρά των διεκδικητών ο Λούις Λάσεν, που διατηρούσε σαντουιτσάδικο στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ το 1895.

Το 1906, ο σπουδαίος αμερικανός συγγραφέας Άπτον Σινκλέρ δημοσίευσε το περίφημο μυθιστόρημά του Η Ζούγκλα (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γράμματα), που μεταξύ άλλων αποκάλυπτε τις άθλιες συνθήκες υγιεινής στα αμερικανικά σφαγεία. Αυτό ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από την πλευρά των καταναλωτών και ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει μέτρα.

Την επιφυλακτικότητα του αμερικανικού κοινού φρόντισε να διαλύσει στη δεκαετία του ’20 η πρώτη αλυσίδα φαστ-φουντ White Castle, με μια μεγάλη καμπάνια δημοσίων σχέσεων, που επέβαλε το χάμπουργκερ σε μια Αμερική που επιτάχυνε τους ρυθμούς της. Μάλιστα, προς στιγμή, του άλλαξε το όνομα του σε σόλσμπερι στέικ (Salisbury steak), εξαιτίας των αντιγερμανικών αισθημάτων που επικρατούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, βρισκόμαστε λίγα χρόνια μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου χάθηκαν πολλές ζωές Αμερικανών. Ο όρος, τελικά, δεν επικράτησε. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δουλειά της McDonald’s, που διέδωσε το χάμπουργκερ σε όλο τον κόσμο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο