Τον Παύλο Μελά, τον μέγιστο των Μακεδονομάχων, που χάθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1904, θρήνησε σύμπας ο ελληνισμός.

Η λαϊκή μούσα τίμησε και εξύμνησε δεόντως τη σπουδαιότερη μορφή του Μακεδονικού Αγώνα, απηχώντας τη βαθιά συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος ενός γόνου αρχοντικής οικογένειας που απαρνήθηκε γυναίκα, παιδιά και πλούτη για χάρη της πατρίδας, για χάρη του εθνικού καθήκοντος.

Από τους απλούς –συχνά απλοϊκούς– δημοτικούς στίχους με τους οποίους τραγούδησαν και έκλαψαν το θρυλικό Μακεδονομάχο οι λαϊκοί στιχουργοί, ξεχωρίζουν εκείνοι που έχουν τη μορφή ερωταποκρίσεων, με τον Παύλο Μελά να ζητά να μάθει από νεαρές γυναίκες πώς έχουν τα πράγματα στον τόπο τους:

-Κορίτσια από την Καστοριά κι απ’ τη Μακεδονία,

για ελάτε μια παρακά, για ελάτε τρεις και πέντε,

κάτι να σας ρωτήσουμε και σεις να μας ειπήτε:

μην είναι Τούρκοι στο χωριό, μην είναι και Βουλγάροι;

-Ποιος είσαι συ που μας ρωτάς και θέλεις για να μάθης;

-Εγώ είμαι ο Παύλος ο Μελάς στον κόσμο ξακουσμένος,

πόχω ταράξει την Τουρκιά και τη Μακεδονία.

-Δεν είν’ στρατιώτες στο χωριό, δεν είναι και Βουλγάροι.

Και μια παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα:

-Κορίτσια από την Καστοριά κι απ’ τη Βλαχοκλεισούρα

κάτι να σας ρωτήσουμε, κάτι να σας ειπούμε.

-Ποιος είσαι συ που μας ρωτάς και θέλεις να σου ειπούμε;

-Εγώ ’μαι ο Παύλος ο Μελάς, της Καστοριάς καμάρι,

της Καστοριάς, της Ρούδιανης και της Βλαχοκλεισούρας.

Άλλα πάλι στιχουργήματα παρουσιάζουν το ξεκίνημα του Παύλου Μελά από την Αθήνα, με τον ήρωα να δίνει τον τελευταίο χαιρετισμό στους δικούς του και να ζητά από τη μάνα του να μην τον κλάψει:

Λεβέντης εξεκίνησε ’πό μέσ’ απ’ την ’Αθήνα

τα παλληκάρια σύναξε κι όλο το εικοσιένα.

[Ωρέ] παιδιά μ’, μας κράζ’ η Καστοριά κι όλη η Μακεδονία,

μας προσκαλούν, Μελά μ’, τα Γρεβενά για την ελευθερία.

Μάνα μ’, δεν θέλω κλάματα, δεν θέλω μοιρολόγια·

μένα, με κλαίνε τα πουλιά, με κλαίν’ τα χελιδόνια,

με κλαίει κι η γυναίκα μου και όλη η πατρίδα.

Εξάλλου, κύριο χαρακτηριστικό των λαϊκών τραγουδιών που αναφέρονται στις τελευταίες στιγμές αλλά και στη θανάτωση του Παύλου Μελά (Μίκη Ζέζα) είναι ότι οι στίχοι τους θυμίζουν έντονα εκείνους που απαντούν στα κλέφτικα τραγούδια και στα μοιρολόγια:

Πικρά μαντάτα μου’ ρθανε απ’ τη Μακεδονία,

τον Παύλο τον βαρέσανε στης Καστοριάς τα μέρη.

Δεν τον βαρέσαν με αντρειά, δεν τον βαρέσαν φόρα,

μόν’ τον βαρέσαν μ’ απιστιά, νύχτα με το φεγγάρι.

Κι άφησε διάτα στα παιδιά, διάτα στα παλληκάρια:

Παιδιά, να μη σκορπίσετε, παιδιά, μη φοβηθήτε,

τους Τούρκους, τα παλιόσκυλα, να τους εκδικηθήτε.

Ένα ακόμη τέτοιο τραγούδι, όπου την είδηση για το θάνατο του Παύλου Μελά τη φέρνει πουλί με νύχια κόκκινα:

Ένα πουλάκι ξέβγαινε απ’ τη Μακεδονία

είχε τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.

Χωριάτες το ρωτήσανε, με πόθο το ρωτάνε:

-Πες μας, πουλί μ’, τι έγινε μέσ’ στη Μακεδονία;

-Τον Παύλο τον σκοτώσανε…

Και τα στοιχεία της φύσεως συμμετέχουν στο πάνδημο πένθος:

Τι έχουν τα ψηλά βουνά και βαριαναστενάζουν;

μήνα τα χιόνια τα βαρούν, μήνα οι βροχές τα δέρνουν;

το Μεκεζέ σκοτώσανε τον πρώτο καπετάνιο.

Βουλγάροι τον προδώσανε και Τούρκοι τον κρεμάσαν.

Στην κατακλείδα, στίχοι για το τραγικό τέλος του Μελά που ακολουθούν το πρότυπο κλέφτικου τραγουδιού:

Ποιος είν’ άξιος κι ογλήγορος, άξιος και παλληκάρι,

για να διαβή τα σύνορα, να πάη στην Αθήνα,

να πάη να ειπή της Παύλαινας, της μικροπαντρεμένης,

να μην αλλάξη τη Λαμπρή, φλωργιά να μην κρεμάση·

Τον Παύλο τον σκοτώσανε μέσ’ στη Μακεδονία.

Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνάνε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο