Φέτος τον Αύγουστο ζούμε δυο ιστορίες υπόγειου τρόμου, δυο εθνικές περιπέτειες που εύκολα μπορεί να εξελιχτούν σε τραγωδίες. Η πρώτη έχει να κάνει με τις βόλτες του «Oruç Reis» και την ένταση που αυτές προκαλούν ανάμεσα στη χώρα μας και στην Τουρκία. Η δεύτερη με την αύξηση των κρουσμάτων του Covid-19, αλλά και των θανάτων των ασθενών. Ομως υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα που μπορεί να μας βάλει σε περιπέτειες: ο ελληνικός μας παραλογισμός.

Εκτός από τους πολλούς που υιοθετούν άκριτα οποιαδήποτε απίθανη θεωρία συνωμοσίας που έχει να κάνει με τον Covid-19, εμφανίστηκαν ξαφνικά και οι πολεμολάτρεις του πληκτρολογίου, οι υπερπατριώτες που απαιτούν ρήξη με την Τουρκία εδώ και τώρα. Στόχος και των δύο τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι, που «δεν τα λένε και δεν τα γράφουν», που υπηρετούν την κυβέρνηση «γιατί τα παίρνουν» ή γιατί «δεν έχουν τσίπα και συνείδηση εθνική».

Ομολογώ ότι προβληματίστηκα ποια μπορεί να είναι η θέση ενός δημοσιογράφου απέναντι στις δυο εθνικές μας περιπέτειες, αν αυτός θέλει να αποφύγει την ταμπέλα του κυβερνητικού ντελάλη. Να αρχίσει να φωνάζει «βυθίσατε το «Oruç Reis»», όπως κάποτε ο μακαρίτης ο Αντρέας; Να ζητά να περάσει ο Μητσοτάκης και ο Δένδιας διαδικασίες ανάλογες με τη «Δίκη των εξ» κατηγορώντας τους για ενδοτισμό; Να καταγγέλλει την κυβέρνηση για μέτρα φασιστικής λογικής με πρόσχημα την αντιμετώπιση του ιού; Ή να της κάνει κριτική ουρλιάζοντας πως κακώς άνοιξε τα σύνορα να έρθουν οι τουρίστες;

Οι πιο πολλοί δημοσιογράφοι έχουν αποφύγει να υιοθετήσουν μια καταγγελτική και επιθετική στάση. Οι πιο πολλοί από όσους έχουν δημόσιο λόγο και καθημερινή παρέμβαση δεν αντιμετωπίζουν την κυβέρνηση επικριτικά. «Και ο έλεγχος της εξουσίας», θα πει κάποιος. Πού πήγε; Και πού θυσιάστηκε;

Ανήκουμε σε μια γενιά που μεγάλωσε με τη βεβαιότητα ότι ο δημοσιογράφος πρέπει να ελέγχει την εξουσία και να είναι απέναντί της. Αυτή η αντίληψη θεμελιώθηκε πάνω στη βεβαιότητα ότι ως χώρα θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε μικρά προβλήματα που αφορούν τη λειτουργία του πολιτεύματος, τη δημόσια διοίκηση, τους τομείς του κυβερνητικού έργου – την υγεία, την παιδεία, το ασφαλιστικό κ.τ.λ. Οταν ήρθε η κρίση, ο έλεγχος της εξουσίας που ασκούν οι δημοσιογράφοι αφορούσε αρχικά το τι προηγήθηκε και πώς φτάσαμε ως εδώ και τη διαχείριση της κατάστασης στη συνέχεια. Το δεύτερο που ήταν και το πιο σημαντικό, περισσότερο από στάση απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση, απαιτούσε μια τοποθέτηση απέναντι στον γενικό προσανατολισμό της χώρας κι ο προσανατολισμός είναι κάτι που ξεπερνά ακόμα και την οικονομία. Προϋποθέτει θέση και η θέση πρέπει να βασίζεται στη λογική.

Ο έλεγχος των θέσεων είναι για τον δημοσιογράφο εξίσου βασικός με τον έλεγχο της εξουσίας. Αν σκεφτεί κανείς πόσες θέσεις αλλάξαν αυτά τα χρόνια οι εκφραστές των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων, καταλαβαίνει πως η συζήτηση περί ελέγχου ή στήριξης της κυβερνητικής εξουσίας δεν έχει νόημα: ποια στήριξη να υπάρχει, όταν τα κόμματα που κυβερνούν κάνουν κωλοτούμπες ασταμάτητα; Και πώς να επικεντρωθείς αποκλειστικά στον έλεγχο της εξουσίας όταν δεν γνωρίζεις τι θα πουν αύριο όσοι αυτά τα χρόνια κυβέρνησαν;

Περισσότερο και από το να ανησυχούμε για το αν οι δημοσιογράφοι στηρίζουν ή κριτικάρουν την κυβέρνηση θα πρεπε να ανησυχούμε για την αντοχή του «μετώπου της λογικής» στο οποίο όλοι είναι ευπρόσδεκτοι: δημοσιογράφοι, κυβερνώντες, πολιτικοί σταρ της αντιπολίτευσης, δεξιοί, σοσιαλιστές και αριστεροί. Ο Ερντογάν μπορεί να μαζευτεί κι ο Covid-19 να ελεγχθεί, αλλά ο παραλογισμός παραμένει ο χειρότερος αντίπαλος. Εχει γοητεία και σου επιτρέπει να ξεχωρίζεις παραμένοντας σταθερά παράλογος. Οποιος π.χ. κάποτε παράλογα υποστήριζε πως δεν υπάρχει ραδιενέργεια στο Τσερνόμπιλ (θέση ανάλογη με το «δεν υπάρχει κορωνοϊός…) ήλεγξε και υπερασπίστηκε εξουσίες. Παραμένοντας, υποπτεύομαι, σταθερά λάτρης του παραλογισμού…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in. gr