Προθέσεις ονομάζονται οι άκλιτες λέξεις που μπαίνουν μπροστά (άλλως πως προτίθενται, εξού και η συγκεκριμένη ονομασία τους) από άλλες λέξεις, κυρίως ονοματικά στοιχεία (ουσιαστικά, επίθετα, αντωνυμίες, μετοχές, αριθμητικά) και δευτερευόντως επιρρήματα, προκειμένου να φανερώσουν μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, ποσό κ.λπ.

Οι προθέσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα στην ελληνική γλώσσα χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες:

  • Τις κοινές ή προθέσεις του καθημερινού λόγου (αντί, από, για, δίχως, εναντίον, εξαιτίας, έως, ίσαμε, κατά, με, μετά, μεταξύ, μέχρι, παρά, πριν, προς, σαν, σε, χωρίς, ως)
  • Τις λόγιες ή προθέσεις λογιότερου ύφους (ανά, άνευ, διά, εις, εκ, εκτός, εν, ένεκα, εντός, ενώπιον, επί, κατόπιν, λόγω, μείον, μέσω, περί, πλην, προ, συν, υπέρ, υπό, χάριν), που χρησιμοποιούνται σε τυπικό ύφος και σε στερεότυπες (παγιωμένες) εκφράσεις

 

Πέρα από τις προαναφερθείσες κατηγορίες προθέσεων, απαντούν στη νέα ελληνική και οι σύνθετες (πολυλεκτικές ή περιφραστικές) προθέσεις, που προκύπτουν είτε από συνδυασμό προθέσεων (π.χ., πριν από, αντί για) είτε από συνδυασμό επιρρήματος και πρόθεσης (π.χ., μέσα από, μπροστά σε).

Οι προθέσεις χρησιμοποιούνται είτε μόνο στη σύνταξη είτε και ως πρώτα συνθετικά λέξεων.

Μόνο στη σύνταξη χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες προθέσεις: για, δίχως, εναντίον, εξαιτίας, έως, ίσαμε, με, μεταξύ, μέχρι, πριν, σαν, σε, χωρίς, ως (κοινές), άνευ, εκτός, ένεκα, εντός, ενώπιον, κατόπιν, λόγω, μείον, μέσω, πλην, χάριν (λόγιες).

Όλες οι υπόλοιπες προθέσεις έχουν διττή χρήση, και στη σύνταξη και στη σύνθεση.

Τα ονοματικά στοιχεία που ακολουθούν τις προθέσεις στη σύνταξη βρίσκονται κατά κανόνα σε αιτιατική πτώση (π.χ., ίσαμε την κορυφή, προς τον κήπο).

Όμως, είναι δυνατόν, ύστερα από συγκεκριμένες προθέσεις, να βρεθούν και σε γενική ή ονομαστική πτώση (π.χ., μέχρι τελικής πτώσεως, από δήμαρχος κλητήρας).