Η αυτοκτονία του Keith Flint, του εικονικού frontman των Prodigy που έδωσε το δικό του στίγμα στη μουσική σκηνή της δεκαετίας του ’90, άφησε πολλούς από τους θαυμαστές του βρετανικού συγκροτήματος μουδιασμένους. Πολλούς, αλλά όχι όλους.

Η μάχη του Keith Flint με τους προσωπικούς του δαίμονες δεν ήταν κάτι κρυφό, καθώς ο ίδιος έδινε μάχη για πολλά χρόνια με τα ναρκωτικά αλλά και την κατάθλιψη. Η μάχη αυτή ήταν τόσο άγρια που ο ίδιος είχε κάποτε δηλώσει, ότι μόνο τα έξι σκυλιά του τον είχαν εμποδίσει από το να αυτοκτονήσει, παραδεχόμενος το μακάβριο φλερτ του με την αυτοκτονία.

Σε μία από τις πιο εξομολογητικές του συνεντεύξεις – λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ των Prodigy, «The Day Is My Enemy» το 2015 – o Keith Flint, μίλησε στον δημοσιογράφο Matt Blake, διευθυντή σύνταξης του περιοδικού FHM. Μια συνέντευξη που αποκαλύπτει πολλά για την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν και βγήκε τελικά προσφητική με το χειρότερο τρόπο…

 

Διαβάστε παρακάτω μερικά από τα πιο σημαντικά αποσπάσματα της συνέντευξης του Keith Flint:

«Είμαι ένας συνδυασμός γελωτοποιού της αυλής με δραπέτη ψυχιατρικού ασύλου. Θα μπορούσα να παρομοιάσω τον εαυτό μου με ένα διάδρομο σπιτιού: Νομίζεις ότι είσαι μέσα αλλά οι πόρτες των δωματίων είναι κλειστές. Μόλις πας να ανοίξεις το δωμάτιο που είμαι μέσα, θα σε περιμένω σαν κυνηγός για να σου κόψω τον λαιμό».

«Στα 15, με έδιωξαν από το σχολείο. Δικαιολογημένα μάλλον, έκανα διαρκώς φασαρία και ήμουν εκτός εαυτού. Μετά αναγκάστηκα να πηγαίνω σε τάξεις αναμόρφωσης όπου πάντως όταν μου έκαναν τεστ IQ, είχαν βρει ότι είμαι αρκετά ευφυής. Το πρόβλημα είναι ότι σίγουρα έχω υπερανεπτυγμένη μια δυσλειτουργική πλευρά. Αυτό ακούγεται μάλλον σα να θέλω να στηρίξω την εικόνα του «τρελάρα Keith», αλλά αν πραγματικά θες την αλήθεια, πιο ειλικρινής δεν μπορώ να γίνω».

 

 

«Έκανα διάφορες δουλειές – χασάπης, οικοδόμος κ.λπ. Με έκαιγε όμως η δίψα της περιπέτειας. Έτσι λοιπόν, το καλοκαίρι του 1988 εγκατέλειψα το Έσεξ για να περιπλανηθώ στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Όταν επέστρεψα, ένας φίλος μου με προσηλύτισε στη σκηνή του rave και της acid house. Θυμάμαι να του λέω ότι μιλάει με τον ίδιο ενθουσιασμό για τη φάση αυτή όσο εγώ για την πεζοπορία στο Ισραήλ, φερ’ ειπείν. Με είχε ψήσει απολύτως».

«Με τον Liam Howlett γνωρίστηκα την άνοιξη του 1989 σ’ ένα ανοιχτό rave στο Έσεξ όπου ήταν o DJ. Μου άρεσε πολύ η μουσική που έβαζε, του το είπα και αυτό ήταν. Ποτέ δεν ήμουν το μυαλό της μπάντας – ο Liam ήταν πάντα. Αλλά μαζί είμαστε το συνολικό πακέτο. Είχα βρει επιτέλους τη διέξοδο που αναζητούσα. Η μουσική έγινε το φάρμακό μου. Ως παιδί, έπρεπε διαρκώς να αγωνίζομαι για αυτό που ήμουν. Τώρα δεν χρειαζόταν πια να παλεύω, απλά ήμουν». «Θυμάμαι έβγαινα κάποτε με μια κοπέλα όταν είχαμε ήδη γίνει γνωστοί, η οποία ήταν κάπως κυριλέ. Cool και προσγειωμένη. Όλα καλά μέχρι που μια μέρα η μαμά της ανοίγει τον Guardian και με βλέπει σε μια φωτογραφία από μια συναυλία. Η επικεφαλίδα έγραφε: «Τι θα κάνατε αν η κόρη σας έφερνε αυτό [ουδέτερο] στο σπίτι;». Από εκείνη τη στιγμή, οι γονείς της με μισούσαν παθιασμένα».

 

 

«Η πιο σκοτεινή περίοδος που έχω περάσει ήταν τα πρώτα χρόνια των 2000s. Ο Liam έμοιαζε για πρώτη φορά να έχει στερέψει από ιδέες, δεν υπήρχε νέο υλικό ούτε συναυλίες και η όποια ενέργεια είχα δεν έβρισκε διέξοδο. Έπινα πολύ και έπαιρνα πολλά ναρκωτικά. Είχα πολλά λεφτά και πολύ χρόνο για να σκοτώσω και το μόνο που έκανα ήταν να φέρομαι εντελώς μαλακισμένα».

«Νομίζω ότι ο Liam είναι το μόνο άτομο που αγάπησα ποτέ πραγματικά. Αυτός και ο Maxim ήταν οι μόνοι που αφιέρωσαν τον χρόνο τους στο να με γνωρίσουν. Η μπάντα έγινε η οικογένεια που δεν είχα».

«Ο πατέρας μου ήταν ένας βίαιος μαλάκας. Μικρός είχα κάνει το μαλλί μοϊκάνα και με τράβηξε από το αυτί να με σύρει στον κουρέα. Αλλά αυτός δεν είχε τι να κουρέψει εκτός από μια λωρίδα μαλλιού οπότε μου άφησε λίγο μπροστά με αποτέλεσμα να μοιάζω με τον Τεντέν. Η ταπείνωση που δέχτηκα επιστρέφοντας στο σχολείο ήταν ανυπόφορη και τραυματική».

«Δεν κάνω ποτέ οικονομίες, τα εξαργυρώνω όλα και τα σπαταλάω. Είχα πάντα αυτή τη σκέψη μέσα μου ότι όταν νιώσω ξοφλημένος, θα αυτοκτονήσω. Ορκίζομαι στον Θεό, δεν πρόκειται για τάση αυτοκτονίας – είναι θετική αντίληψη, οπωσδήποτε. Όταν αρχίσω να χέζω το κρεβάτι μου, θα πάω να στηθώ στη μέση του δρόμου μέχρι να με πατήσει λεωφορείο».

«Νομίζω ότι είμαι πολύ γενναιόδωρος με τους ανθρώπους που αγαπώ, αλλά μπορώ να γίνω και πολύ εγωιστής. Μεγάλωσα γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα με φροντίσει. Αν δεν το κάνω εγώ δηλαδή, ποιος θα το κάνει; Δεν με φοβίζει αυτό που είμαι. Το μόνο που θέλω είναι κοιτώντας πίσω είναι να ξέρω ότι έζησα μια γεμάτη ζωή. Αυτό είναι το παν. Ευτυχισμένες μέρες».