Όσο περισσότερο τα πρόσωπά μας ζουν, τόσο λιγότερο μας υπακούουν. Αλλοίμονο! Μερικοί συγγραφείς έχουν την ατυχία η έμπνευση κι η θεία δωρεά να πηγάζουν από το κομμάτι του εαυτού τους το λιγότερο ευγενές, το λιγότερο εξαγνισμένο, σε ό,τι επιβιώνει μέσα τους χωρίς να το θέλουν, σ’ αυτό που προσπαθούν να σαρώσουν από τη συνείδησή τους, σ’ αυτή, τέλος, την αθλιότητα που έκανε τον Ζοζέφ ντε Μεστρ να πει:

«Δεν γνωρίζω τι είναι η συνείδηση ενός καθάρματος, γνωρίζω όμως τη συνείδηση του έντιμου ανθρώπου και είναι κάτι το φριχτό».

Φαίνεται πως μέσα σ’ αυτά τα σκοτάδια μερικοί κακότυχοι συγγραφείς ανακαλύπτουν πως τα δημιουργήματά τους παίρνουν σάρκα και οστά. Κι όταν μια σκανδαλισμένη αναγνώστρια τούς ρωτάει: «Πού πάτε και βρίσκετε όλες αυτές τις φρικαλεότητες;» οι δύστυχοι είναι αναγκασμένοι να απαντήσουν: «Μέσα μας, κυρία».


Εξάλλου, θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε πως είναι πλάσματα κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας, μιας και είναι καμωμένα απ’ αυτό που απορρίπτουμε, απ’ αυτό που δε δεχόμαστε, εφόσον αναπαριστάνουν τα απορρίμματά μας. Για το συγγραφέα που δημιουργεί τέτοιες υπάρξεις υπάρχει μια εξαίσια ευχαρίστηση να παλεύει εναντίον τους. Όπως αυτά τα πρόσωπα κατά κανόνα αντιστέκονται και υπερασπίζουν τους εαυτούς τους σθεναρά, ο συγγραφέας μπορεί να πετύχει το μετασχηματισμό τους, να τους εμφυσήσει μια ψυχή ή μάλλον να τα υποχρεώσει να ανακαλύψουν μέσα τους την ψυχή τους, να τα σώσει χωρίς να τα καταστρέψει – κι αυτό χωρίς κίνδυνο να τα παραμορφώσει ούτε να τα κάνει λιγότερο ζωντανά. Αυτό τουλάχιστο πάσχισα να καταφέρω στο Ο Κόμπος με τις Οχιές. Μου έλεγαν: Ζωγραφίστε ενάρετα πρόσωπα! Αλλά πάντα αποτυχαίνω στα ενάρετα πρόσωπα. Μου έλεγαν: Προσπαθήστε να υψώσετε λίγο το ηθικό τους επίπεδο. Αλλά όσο πιο πολύ το προσπαθώ, τόσο τα πρόσωπά μου αρνιούνται επίμονα κάθε είδους μεγαλείο.

[…]

Για πολύ καιρό οι κριτικοί πίστεψαν πως ξεθύμανα πάνω στους ήρωές μου μ’ ένα είδος σαδισμού, πως τους λέρωνα γιατί τους μισούσα. Αν δίνω μια τέτοια εντύπωση, μόνη υπεύθυνη είναι η αδυναμία κι η ανικανότητα των μέσων μου. Η αλήθεια είναι πως αγαπώ τα πιο θλιβερά μου πρόσωπα, και τόσο περισσότερο όσο είναι πιο αξιοθρήνητα, όπως ενστικτωδώς η μάνα προτιμά το πιο αδικημένο της παιδί. Ο ήρωας ή η δηλητηριάστρια Τερέζ στον Κόμπο με τις Οχιές, όσο ειδεχθείς κι αν φαίνονται, είναι απογυμνωμένοι από το μόνο πράγμα που μισώ στον κόσμο και που δύσκολα ανέχομαι σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, την αυταρέσκεια και την ικανοποίηση. Δεν είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, γνωρίζουν την αθλιότητά τους.

[…]


Πίσω από το πιο αντικειμενικό μυθιστόρημα, αν πρόκειται για ωραίο έργο, κρύβεται πάντα το δράμα που έχει ζήσει ο συγγραφέας, αυτή η προσωπική του πάλη με τους δαίμονές του και τις σφίγγες του. Αλλά ίσως είναι ακριβώς η επιτυχία του ταλέντου πως τίποτε από αυτό το προσωπικό δράμα δεν προδίδεται προς τα έξω. Η περίφημη φράση του Φλομπέρ «η κυρία Μποβαρύ είμαι εγώ» είναι πολύ κατανοητή, μόνο που χρειάζεται άνεση χρόνου για να τη σκεφτείς, γιατί ο συγγραφέας ενός τέτοιου βιβλίου μοιάζει να έχει τόσο λίγο σχέση μ’ αυτό, τουλάχιστο με την πρώτη ματιά. Γιατί η Μαντάμ Μποβαρύ είναι αριστούργημα, αποτελεί ένα σύνολο και έτσι επιβάλλεται, σαν ένας κόσμος χωρισμένος από αυτόν που το δημιούργησε. Στο μέτρο που το έργο μας είναι ατελές, τότε μέσα από τις ρωγμές προδίδεται η βασανισμένη ψυχή του δύστυχου συγγραφέα.

[…]

Οι μεγάλοι συγγραφείς μάς εφοδιάζουν με αυτό που ο Πολ Μπουρζέ ονόμαζε εικόνες ηθικής ανατομίας, στον πρόλογο ενός από τα πρώτα του βιβλία. Όσο ζωντανό και να μας εμφανίζεται ένα μυθιστορηματικό δημιούργημα, υπάρχει πάντα μέσα του ένα αίσθημα, ένα πάθος που η τέχνη του συγγραφέα διογκώνει, για να μπορούμε καλύτερα να το μελετούμε· όσο ζωντανοί μάς φαίνονται αυτοί οι ήρωες, έχουν πάντα μια σημασία, η μοίρα τους περιέχει ένα μάθημα, μια ηθική ως συμπέρασμα που δεν συναντάται ποτέ σε μια πραγματική μοίρα, αντιφατική πάντα και συγκεχυμένη. Οι ήρωες των μεγάλων μυθιστοριογράφων, ακόμα κι αν ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως δεν αποδεικνύει τίποτε, ούτε τεκμηριώνει, κατέχουν μια αλήθεια που μπορεί να μην είναι η ίδια για τον καθένα μας, αλλά που εναπόκειται στον καθένα μας να την ανακαλύψει και να την εφαρμόσει. Και πιθανόν αυτός να είναι και ο λόγος της ύπαρξής μας, αυτό νομιμοποιεί το παράλογο και παράξενο επάγγελμά μας, δηλαδή η δημιουργία ενός κόσμου ιδεατού, χάρη στον οποίο οι ζωντανοί άνθρωποι βλέπουν πιο καθαρά στην καρδιά τους και μπορούν να εκδηλώσουν ο ένας στον άλλο περισσότερη κατανόηση και συμπόνια.


Πρέπει πολλά να συγχωρήσουμε στο συγγραφέα για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται. Γιατί το να γράψεις μυθιστόρημα δεν είναι εύκολη δουλειά. Θυμάμαι τον τίτλο ενός βιβλίου: Ο Άνθρωπος που έχασε το Εγώ του. Ε, λοιπόν, η ίδια η προσωπικότητα του συγγραφέα, το εγώ του, παίζεται κάθε στιγμή. Όπως ο ακτινολόγος απειλείται στην σάρκα του, έτσι κι ο συγγραφέας στην ενότητα του προσώπου του. Παίζει όλα τα πρόσωπα, μεταμορφώνεται σε δαίμονα ή άγγελο. Με τη φαντασία του πάει μακριά στην αγιοσύνη και την αχρειότητα. Αλλά τι απομένει απ’ αυτόν μετά από αυτές τις πολλαπλές και αντιφατικές ενσαρκώσεις; Ο θεός Πρωτέας, που όταν το θέλει αλλάζει σχήμα, στην πραγματικότητα δεν είναι κανένας, εφόσον μπορεί να είναι όλος ο κόσμος. Και γι’ αυτό το λόγο η βεβαιότητα είναι αναγκαία στο συγγραφέα, περισσότερο από κάθε άλλον.

*Αποσπάσματα από κείμενο του γάλλου λογοτέχνη Φρανσουά Μωριάκ, που έφερε τον τίτλο «Ο συγγραφέας και τα πρόσωπά του» και είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Γράμματα και τέχνες» (τεύχος 57, Ιανουάριος-Μάρτιος 1989), μεταφρασμένο από την Τατιάνα Τσαλίκη – Μηλιώνη.


Μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ο Φρανσουά Μωριάκ (François Mauriac), διακεκριμένος μυθιστοριογράφος του 20ού αιώνα, τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1952.

Ο Μωριάκ γεννήθηκε στο Μπορντώ στις 11 Οκτωβρίου 1885 και απεβίωσε στο Παρίσι την 1η Σεπτεμβρίου 1970.