Με την Νάντια είμαστε συνάδελφες μιας και μας ενώνει η αγάπη -πρώτα από όλα- για τον ραδιοφωνικό σταθμό Best και κατόπιν η εργασία μας σε αυτόν. Μιλώντας μαζί της διαπίστωσα ότι μπορεί να μη γνωρίζω πολλά πράγματα για τη ζωή της αλλά την ξέρω -το έχει αυτό το καθησυχαστικό εφέ οικειότητας το ραδιόφωνο.

Ώρα να την μάθω και μέσα από τα γραπτά της.

Η Σούπερ Γκρανόλα είναι το δεύτερο μυθιστόρημα που έχει εκδώσει μετά το Κάμπινγκ, ενώ το Σχοινάκι έχει εκδοθεί επίσης δύο φορές ως θεατρικό έργο.

-Πες μου την ιστορία σου, από που έρχεσαι και που πηγαίνεις;

Χμμ, ωραία και δύσκολη ερώτηση για να απαντήσεις περιεκτικά. Επαγγελματικά μιλώντας ξεκίνησα από τη Νομική. Αποφοίτησα στην Αθήνα και συνέχισα για το μεταπτυχιακό μου στο Μάντσεστερ. Γυρίζοντας δούλεψα ως δικηγόρος στα μίντια αλλά παράλληλα ξεκίνησα και ως εξωτερικός δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Η δικηγορική ιδιότητα μάλλον δεν μου ταίριαζε γάντι, οπότε σιγά σιγά άρχισα να αποκλίνω. Εκείνη την περίοδο είχα στρέψει το ενδιαφέρον μου στο θέατρο και στο σενάριο, οπότε κάποια στιγμή έφυγα στη Νέα Υόρκη και μπήκα στο NYU, όπου παρακολούθησα εντατικά μαθήματα. Γυρίζοντας Αθήνα για δύο χρόνια στήσαμε την Τρελλή Ροδιά, όπου ανεβάζαμε μουσικοθεατρικές παραστάσεις για παιδιά. Έγραφα τα έργα και τα σκηνοθετούσα. Το 2015 ανέβηκε «η Κυόκο στο Κέντρο της Γης» σε πολλούς χώρους, στη συνέχεια το «Κάμπινγκ» που έγινε και βιβλίο, το 2016 μπήκα στη σχολή Συγγραφέων του Εθνικού, το 2017 ανέβηκε το θεατρικό μου «το Σχοινάκι» επίσης στο Εθνικό και το 2020 εκδόθηκε η «Σούπερ Γκρανόλα». Παράλληλα δούλευα έρευνα, παραγωγή, σενάριο σε ντοκιμαντέρ και στη συνέχεια ήρθε και ο Best 92,6 με καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή. Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι, επί το πλείστον με σενάρια, δουλεύω ένα δικό μου έργο και πιστεύω ότι για το άμεσο μέλλον θα επικεντρωθώ σε αυτό. Για το πιο μετά ας μη κάνουμε σχέδια. Πιστεύω και ελπίζω ότι πηγαίνω κάπου που είναι φωτεινά και ζεστά.

«Το Νησί της Βροχής- Ένα μυστικό ημερολόγιο», ένα μυθιστόρημα για τις Ελληνίδες του περασμένου αιώνα

-Πώς έφτασες στη συγγραφή;

Ξεκίνησα από έφηβη παίρνοντας μέρος σε διαγωνισμούς και στη συνέχεια γράφοντας θεατρικά έργα. Η συγγραφή κάπως σε πάει από μόνη της γιατί είναι ένα απόλυτα άγνωστο ταξίδι. Κανείς δεν σου εγγυάται την απόδοση, τη διάχυση, την αναγνώριση του κόπου σου. Οπότε, στην αρχή, το κάνεις για εσένα και βλέποντας ότι κάτι φυτρώνει στο χώμα συνεχίζεις να καλλιεργείς.

Σούπερ Γρανόλα (εκδόσεις Ποταμός, 2020)

-Ποια είναι η ιστορία των ηρωίδων του βιβλίου σου Σούπερ Γκρανόλα;

Τέσσερις φίλες, ηλικιωμένες πια, που το παρελθόν τους κρατάει από το σχολείο του Πικιώνη στον Λυκαβηττό επανενώνονται με ένα ιερό σκοπό. Καταναλώνουν μια μαγική συνταγή από την Κόστα Ρίκα, τη Σούπερ Γκρανόλα και αποκτούν υπερφυσικές ιδιότητες, ανάλογα όμως με το χαρακτήρα της καθεμιάς. Εκμεταλλεύονται αυτές τις δυνάμεις τους για να εκδικηθούν αυτούς που τις ταλαιπωρούν στην καθημερινότητά τους αλλά και για να αποδώσουν δικαιοσύνη στην πόλη. Σηκώνουν την Αθήνα στο πόδι και τα κάνουν συχνά μπάχαλο. Ξεκάθαρα δεν φτάνει η ηλικία και η υπερδύναμη για να αποδειχτείς σοφός.

-Γιατί επέλεξες την Αθήνα του σήμερα σαν φόντο;

Η Σούπερ Γκρανόλα είναι δημιούργημα έμπνευσης χρόνων που έχω ζήσει στο Λυκαβηττό και της καθημερινότητάς μου στη γύρω περιοχή. Την αγαπάω την Αθήνα με όλα της τα στραβά και τα απίθανα, έχει μια ελευθερία και μια γοητεία όταν την αποδεχτείς. Είναι ταυτόχρονα αστεία, ευχάριστη και τραγική, όπως και οι ηρωίδες μας. Οι Γκρανόλες είναι δικά της παιδιά.

-Τι σε εμπνέει και τι σε αποθαρρύνει στην πόλη μας;

Θα σου έλεγα αυτό που με εμπνέει και με αποθαρρύνει στη χώρα μας. Το φως, η θάλασσα, αυτό που συμβαίνει στους δρόμους, η αβίαστη διάδραση με τους ανθρώπους είναι στοιχεία που αγαπάω. Από την άλλη η απαξίωση του πολίτη στο δρόμο έξω, στις υπηρεσίες αλλά και η επιθετικότητα και η υστερία γύρω μας τα τελευταία χρόνια είναι αποθαρρυντική. Θα ήμασταν σίγουρα πολύ πιο χαρούμενοι σε ένα περιβάλλον όμορφο, καθαρό και ασφαλές.

-Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία ή είναι αποκλειστικά μία φαντασιακή κατάσταση;

Φουλ βιωματικά στοιχεία, όπως και σε όλα τα έργα μου. Ακόμα και οι ίδιες οι Γκρανόλες έχουν κομμάτια δικά μου.

«Το φως, η θάλασσα, αυτό που συμβαίνει στους δρόμους, η αβίαστη διάδραση με τους ανθρώπους είναι στοιχεία που αγαπάω στην Αθήνα».

-Πες μου μια φράση ή ένα απόσπασμα από το βιβλίο σου που σε εκφράζει 100%.

Ξεχωρίζω συναισθηματικά αυτό το απόσπασμα: «Κάαντεεεε στην Άκρηηηηηη, Οωωωωωω!» τρία μέτρα πριν, δύο, ένα- τα παιδιά περπατάνε στη διάβαση- η Αλκυόνη κλείνει τα μάτια της ενώ δυο χέρια την αρπάζουν δυνατά και ναι, ω ναι, η Αλκυόνη νιώθει τα πόδια της να ξεκολλάνε από το σκέητ, είναι ελαφριά, ο αέρας στα μαλλιά της, πετάει, ω ναι, η Αλκυόνη πετάει αγκαλιά με την Ουρανία, που την κρατάει γερά και μαζί περνάνε τις ταράτσες των κτηρίων, τις κεραίες, τους θερμοσίφωνες, τη σκεπή της Νομικής σχολής, τις μεγάλες βεράντες των νεοκλασικών ψηλά, τον τρούλο του Αγίου Διονυσίου, εκείνους που πίνουν κοκτέιλ σε ξαπλώστρες και ατενίζουν την Ακρόπολη, ένα ζευγάρι που φιλιέται στο μπαλκόνι του, μια κοπέλα που απλώνει τα βρεγμένα της ρούχα, η Ουρανία και η Αλκυόνη αγκαλιά πετάνε, πιο ελαφριές από ποτέ, τα μακριά μαλλιά της Αλκυόνης ανεμίζουν, οι παντόφλες της Ουρανίας ίσα που κρέμονται από τα πόδια της, τα αυτοκίνητα φαίνονται μικρά, οι πεζοί ακόμα πιο μικροί, τελείως ανθρωπάκια, η Ουρανία με την Αλκυόνη τους χαζεύουν και χαμογελάνε, πλησιάζουν τώρα στην πλατεία της Δεξαμενής, πάνω από το μυστικό μποστάνι. Εκεί προσγειώνονται μέσα στα ντοματάκια Τήνου και στα λάχανα της Λολίτας, σκάνε με τα πισινά τους, μπαμ, μπροστά στη Λολίτα που φυτεύει με τα γάντια της και τη μάσκα της, γεμάτη χώματα και λίπασμα, βγάζει ένα «Ααααααα» η Λολίτα μα δεν λέει τίποτα άλλο.

-Ποιες ώρες δουλεύεις όταν γράφεις;

Συνήθως πρωί αλλά όταν βαράνε τα deadline και βράδυ.

-Είναι μία επίπονη διαδικασία το γράψιμο;

Είναι επίπονη ναι, θέλει πειθαρχία και έχει αρκετή μοναξιά. Όταν όμως παίρνει σάρκα και οστά έχει και μεγάλη επιβράβευση.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr