Η συμβολή του στην ανάλυση της μεταπολιτευτικής λογοτεχνίας αναμενόταν ως η τρίτη που θα λειτουργούσε συμπληρωματικά μαζί με τους τίτλους των Βαγγέλη Χατζηβασιλείου («Κίνηση του εκκρεμούς – Ατομα και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017» (Πόλις, 2018) και της Ελισάβετ Κοτζιά («Το μέτρο και τα σταθμά, ελληνική πεζογραφία 1974-2010» (Πόλις, 2020). Οι ομαδοποιήσεις είναι άδικες από τη φύση τους, κάτι που επιβεβαιώνεται με το βιβλίο «Η ελιά και η φλαμουριά – Ελλάδα και κόσμος, άτομο και ιστορία στην ελληνική πεζογραφία, 1974 – 2020» (εκδ. Πατάκη) του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Οσοι ανέμεναν μία συλλογή με αμιγώς κριτικά σημειώματα για επιμέρους συγγραφείς θα πρέπει να ανατρέξουν στα προηγούμενα δοκίμιά του, που έχουν εκδοθεί από την «Εστία» και την «Opera». Στη νεότερη μελέτη του «πρωταγωνιστές» είναι τα βιβλία, όπως επισημαίνει ο ίδιος, καθώς και οι θεματικές κάτω από τις οποίες συνενώνονται. Ο κριτικός, παλαιός συνεργάτης του «Βιβλιοδρομίου», εντοπίζει 24 μεγάλα μοτίβα σε μια απόπειρα θεματικής περιοδολόγησης: πρώτα η στροφή από το «εμείς» στο «εγώ», στη συνέχεια η «κληρονομιά του Εμφυλίου», η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η γενιά του 1980, για να φτάσει ως τους «μετανάστες στη λογοτεχνία». Στη διαδρομή αυτή αναζητά τους τρόπους με τους οποίους η πεζογραφία εκφράζει το τοπικό – ελληνικό (ελιά) και το υπερτοπικό – παγκόσμιο (φλαμουριά). Τον ενδιαφέρουν ακόμη οι ρωγμές που «άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό το πρόσωπο της χώρας, τη συνέδεσαν πιο στενά με την «ευρωπαϊκή οικογένεια» και έφεραν τους περισσότερους ανθρώπους της σε αμεσότερη επαφή με τον έξω κόσμο, που και αυτός άλλαζε ραγδαία», όπως σημειώνει στην εισαγωγή.

Παρά τις επιμέρους κριτικές επισημάνσεις – ορισμένες από αυτές πέρασαν στις ερωτήσεις της συνέντευξης – το βιβλίο είναι γόνιμο στη μεγάλη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο οι αποχρώσεις της πραγματικότητας καταφέρνουν κάθε φορά να ενσωματώνονται στα έργα μυθοπλασίας. Από τη μελέτη του Δ. Κούρτοβικ, εξάλλου, προέκυψαν ορισμένες θεματικές που είτε συγκεντρώνουν ήδη ξεχωριστό ενδιαφέρον – η αστυνομική λογοτεχνία, για παράδειγμα, είδος που μέχρι ενός σημείου θεωρούνταν «υποδεέστερο» («το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος ή από το υπόγειο στο ρετιρέ» επιγράφεται το σχετικό κεφάλαιο) είτε θα απασχολήσουν, κατά τα φαινόμενα, μια πιθανή νέα περιοδολόγηση: η «επιθυμία της επιθυμίας του έρωτα», η επιστημονική φαντασία και η «λογοτεχνία της κρίσης». Αυτή η τελευταία παρήγαγε, κατά τον συγγραφέα, περισσότερο ενδιαφέροντα πράγματα σε «βιβλία συγγραφέων όπου το θέμα δεν αντλείται από αυτή την ίδια». Ηταν, έτσι κι αλλιώς, «ως έννοια, ένα κατασκεύασμα που αντανακλούσε πιο πολύ δημοσιογραφικές προσδοκίες, και μάλιστα του ξένου Τύπου κυρίως».

Ο στόχος σας στο βιβλίο είναι να εντοπίσετε «πώς συνομιλούν τα βιβλία με τον κόσμο, με τη λογοτεχνική παράδοση και με διανοητικά ρεύματα της εποχής τους». Σ’ αυτό το πλαίσιο, κατά πόσο μπορεί να μείνει εκτός το βασικό «εργαλείο», δηλαδή η γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς για να πετύχουν αυτή τη συνομιλία;

Η γλώσσα ή μάλλον η γραφή, ως το ήθος, η ιδιοσυγκρασία της έκφρασης ενός κειμένου, είναι αυτή που το κάνει λογοτεχνικό. Λέω εδώ κάτι αυτονόητο. Αλλά δεν νομίζω πως έχει πολύ ενδιαφέρον ένα βιβλίο που περιστρέφεται γύρω από το αυτονόητο, αφήνοντας απ’ έξω τις συναρτήσεις του. Εκείνο που κάνει ενδιαφέρουσα τη λογοτεχνία είναι τελικά το τι λέει, τι αποκαλύπτει για μας και για τον κόσμο μας. Ο τρόπος που το λέει παίζει φυσικά μεγάλο ρόλο, είναι οργανικό μέρος του νοήματος του κειμένου. Στο βιβλίο μου υπάρχουν τρία κεφάλαια αφιερωμένα σε ζητήματα γραφής: το κεφάλαιο για τη χρήση του πρώτου προσώπου και τις αλλαγές της σημασίας της, το κεφάλαιο για τον ύστερο μοντερνισμό και το κεφάλαιο για τη μεταμοντέρνα έκφραση. Υπάρχουν επίσης παρατηρήσεις για την τεχνική του ενός ή του άλλου βιβλίου. Από εκεί και πέρα, θεώρησα ότι ο καλύτερος τρόπος ν’ αναδείξω την ελληνική πεζογραφία αυτής της περιόδου ήταν να οργανώσω το υλικό μου γύρω από θεματικές ενότητες επιλεγμένες έτσι ώστε να δίνουν μια εικόνα για το πώς επεξεργάστηκε η λογοτεχνία μας ζητήματα που σφράγισαν την πορεία της χώρας και της κοινωνίας, τη σύγχρονη κουλτούρα της Ελλάδας, τις νοοτροπίες των ανθρώπων της κ.τ.λ. μετά το 1974.

Εχετε εντοπίσει 24 θεματικές στα αντίστοιχα κεφάλαια. Υπήρξαν περισσότερες, που ωστόσο δεν συνιστούσαν αυτόνομη ενότητα; Κάνατε δηλαδή μια τελική επιλογή; Σε πόσους τίτλους αντιστοιχεί κατ’ εκτίμηση η μελέτη των 50 ετών νεοελληνικής λογοτεχνίας;

Κάθε εποχής η επισκόπηση μπορεί να θέσει αναρίθμητα ερωτήματα, γιατί είναι πολλές οι δυνατές οπτικές γωνίες, πολλά τα ειδικά ενδιαφέροντα των επιμέρους μελετητών, πολλές οι ειδικές ευαισθησίες διαφόρων κοινοτήτων και όλα αυτά αλλάζουν από τη μια ιστορική περίοδο στην άλλη. Εκανα μια λίστα με θέματα που μου φάνηκαν σημαντικά γι’ αυτή την εποχή. Στις ενότητες που προέκυψαν περιέλαβα γύρω στους 370 τίτλους από περίπου 170 συγγραφείς που έγραψαν σ’ αυτό το διάστημα, προσπαθώντας να μην παραλείψω κανέναν εξέχοντα. Εκ των υστέρων, θα ήθελα να έχω προσθέσει ορισμένα θέματα, π.χ. για την εσωτερικότητα, που για πρώτη φορά εμφανίζεται μαζικά στην ελληνική πεζογραφία. Θίγω βέβαια έμμεσα αυτό το θέμα σε μερικά κεφάλαια, αλλά θα ήθελα να του έχω δώσει περισσότερη έμφαση. Η εσωτερικότητα δεν είναι η στροφή από το εμείς στο εγώ αλλά η στροφή του εγώ στα ενδότερά του, μια σοβαρή και ειλικρινής αυτοεξέταση, χωρίς τη διάθεση αυτοδικαίωσης ή αυτοαθώωσης που χαρακτηρίζει εμάς τους Ελληνες, τόσο σε ατομικό όσο και σ’ εθνικό επίπεδο.

Σύμφωνα με την ανάλυσή σας, η τομή του 1974 σηματοδοτεί τη μετακίνηση από το «εμείς» στο «εγώ». Ως το 2020 θα σημειωθεί μία πορεία που υποδεικνύει τη μετατόπιση στο «εμείς», προσαρμοσμένη στις τάσεις της παγκοσμιοποίησης. Είναι πολύ νωρίς για μια νέα περιοδολόγηση, αλλά η πανδημική κρίση και η κυριαρχία των social media θα μπορούσαν να υποδείξουν μια κατεύθυνση ξανά προς το «εγώ»;

Για την πανδημική κρίση είναι πράγματι πολύ νωρίς να πούμε, αλλά για τα social media έχουμε ήδη εικόνα. Η πιο χαρακτηριστική τάση τους δεν είναι τόσο η κατεύθυνση προς το εγώ όσο ο σχηματισμός κλειστών κοινοτήτων που αυτοεπιβεβαιώνονται μ’ επιλεκτική πληροφόρηση (ή παραπληροφόρηση) και είναι στεγανές στον διάλογο με διαφορετικές αντιλήψεις. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα είδος συλλογικού αυτισμού.

Η αυτονόμηση της γυναικείας θεματικής και σεξουαλικότητας εντοπίζεται στη δεύτερη περίοδο που εξετάζετε. Στο τέλος, ωστόσο, θίγετε ένα σημαντικό ζήτημα: την απήχηση που έχουν τα λεγόμενα «ροζ μυθιστορήματα», ορισμένα εκ των οποίων ανήκουν επί χρόνια στα ευπώλητα. Αν θεωρήσουμε ότι και αυτά με έναν τρόπο αντανακλούν αποχρώσεις της πραγματικότητας, δεν θα έπρεπε ορισμένοι τίτλοι τους να συμπεριλαμβάνονται στην ανάλυση; Εδώ φαντάζομαι ότι λειτουργεί το αισθητικό/ αξιολογικό κριτήριο.

Εχετε δίκιο. Το ζήτημα της «ροζ λογοτεχνίας» με απασχόλησε περισσότερο απ’ όσο φαίνεται στο βιβλίο μου. Τα «ροζ μυθιστορήματα» αντανακλούν όντως μια πραγματικότητα, κυρίως ψυχολογική, και κάνω γι’ αυτήν ορισμένες νύξεις ή υποθέσεις στο κεφάλαιο για τη θέση της σύγχρονης Ελληνίδας. Αλλά ναι, εδώ λειτούργησε το αισθητικό κριτήριο. Δεν μου πήγαινε να συμπεριλάβω τέτοια μυθιστορήματα σ’ ένα σώμα βιβλίων που έχουν κάποια αισθητική ποιότητα, λίγο ώς πολύ. Θα ήταν σαν να τα νομιμοποιώ λογοτεχνικά.

Κατά καιρούς εντοπίζουμε στη βιβλιοπαραγωγή θεματικές που όντως επανέρχονται: από τα βιβλία για τον Εμφύλιο ή την Κατοχή, τα μυθιστορήματα για τον ελληνικό 19ο αιώνα, τις αφηγήσεις για τη μάνα (ή άλλα συγγενικά πρόσωπα), τα βιβλία με «ντοπιολαλιές». Από μια αντίστροφη οπτική, η τάση αυτή μήπως είναι απλώς μιμητική αντί να συνιστά ενιαία θεματική;

Για τη διάδοση μερικών τέτοιων τύπων βιβλίου παίζει πράγματι ρόλο ο μιμητισμός, π.χ. σε ό,τι αφορά τα μυθιστορήματα εποχής. Πιστεύω όμως ότι η μίμηση δεν επαρκεί για την ερμηνεία του φαινομένου. Υπάρχει γενικά μια νοσταλγία για το ιστορικό παρελθόν και την παράδοση. Η δική μας εποχή μοιάζει υπερβολικά συγκεχυμένη και είναι στερημένη πίστης.

Κατά πόσο η πεζογραφία του ’80 αντανακλά τη γενικότερη πολιτισμική στροφή της περιόδου (ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και αντίστοιχη ελευθεριότητα στο γλωσσικό ύφος); Κατά πόσο ισχύει το ίδιο με την οικονομική κρίση του 2010;

Η πεζογραφία του ’80 αντανακλά πράγματι μια πολιτισμική στροφή, αλλά δεν νομίζω ότι η στροφή αυτή έχει να κάνει με το ΠΑΣΟΚ. Οι ρίζες της ήταν βαθύτερες και γράφω γι’ αυτό στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου μου. Οσο για την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, για την οποία επίσης υπάρχει ένα κεφάλαιο στο βιβλίο, θεωρώ ότι η λογοτεχνία μας χειρίστηκε το θέμα μάλλον επιφανειακά, με λιγοστές εξαιρέσεις.

Ποιο κριτήριο ακολουθήσατε ώστε να συμπεριλάβετε τις αναφορές στον συγγραφέα Δημοσθένη Κούρτοβικ; Συνήθως είμαστε καχύποπτοι όσον αφορά την «αντικειμενική» διάσταση παρόμοιων αναφορών.

Το κριτήριο ήταν καθαρά θεματικό, χωρίς κανένα αξιολογικό σχόλιο. Αποτελεί άλλωστε διεθνή πρακτική, απόλυτα παραδεκτή, αναγνωρισμένοι λογοτέχνες που συγγράφουν ιστορίες ή λεξικά της λογοτεχνίας της χώρας τους να συμπεριλαμβάνουν τ’ όνομά τους. Η άνευ λόγου αυτοαποσιώπηση δεν είναι μετριοφροσύνη, είναι μαζοχισμός.

Στον έναν χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση του βιβλίου έχετε εντοπίσει δείγματα γραφής που αξίζουν επειδή κατάφεραν να αποδώσουν την «ελληνική περιπέτεια» της τελευταίας δεκαετίας; Ή που αξίζει να αναφερθούν ως παραδείγματα μίας από τις επιμέρους θεματικές του βιβλίου;

Θα σας εξομολογηθώ κάτι. Μετά την αποπεράτωση αυτού του βιβλίου δεν πολυδιαβάζω σύγχρονη λογοτεχνία, ούτε ελληνική ούτε ξένη. Ξαναδιαβάζω μερικά κλασικά μυθιστορήματα, κυρίως όμως διαβάζω άλλου είδους βιβλία – επιστήμης, Ιστορίας, φιλοσοφίας, εικαστικών τεχνών κ.τ.λ. Είναι ένα είδος αποτοξίνωσης, είναι όμως και μια ανάγκη ν’ ανανεώσω τη σκέψη μου μ’ ερεθίσματα από άλλους πνευματικούς τομείς. Οποιος ασχολείται μόνο με τη λογοτεχνία αδικεί τελικά και την ίδια τη λογοτεχνία.

Μετά τις εξελίξεις της πρόσφατης περιόδου θα αναμένατε με βάσιμες ενδείξεις ότι το κίνημα MeToo, το ενδιαφέρον για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, η ίδια η πανδημική κρίση θα δώσουν αντίστοιχα δείγματα ώστε να αποτελέσουν την επόμενη μεγάλη θεματική;

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Δεν ξέρω για την πανδημία, αλλά τα περισσότερα μυθιστορήματα και μαρτυρίες που θα εμπνέονται από το κίνημα MeToo και τα προβλήματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας θα εκμεταλλεύονται, φοβάμαι, την τρέχουσα ευαισθησία γι’ αυτά τα θέματα υιοθετώντας έναν στριγκό εισαγγελικό τόνο ή το ύφος μιας περιπαθούς αυτολύπησης. Και τα δύο μού είναι αντιπαθητικά, στη λογοτεχνία όπως και στη ζωή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr