Όταν η Τσέλσι Γκλάσον διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της, το 2019, δεν περίμενε ότι τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του μωρού της θα επισκιάζονταν από μια νομική διαμάχη επικών διαστάσεων εναντίον μιας εταιρείας τρισεκατομμυρίων.

Η 38χρονη υπέβαλε μήνυση κατά της Google, τον πρώην εργοδότη της, το 2020, υποστηρίζοντας ότι έπεσε θύμα διακρίσεων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, ενώ είδε και άλλες γυναίκες να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και αντιμετώπισε τα αντίποινα του διευθυντή της όταν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί.

Έκτοτε, εξηγεί η Γκλάσον στον Guardian, αυτή η νομική μάχη έχει μετατραπεί σχεδόν σε εργασία πλήρους απασχόλησης, καθώς έχει έρθει αντιμέτωπη με μια εταιρεία που διαθέτει παγκόσμιο στρατό δικηγόρων σε ετοιμότητα. Παρά το γεγονός ότι εκπροσωπείται από δικηγόρους στην Ουάσινγκτον και λαμβάνει κάποια υποστήριξη από τη ΜΚΟ Αμερικανική Ένωση Γυναικών Αποφοίτων Πανεπιστημίου, είναι αναγκασμένη να αφιερώνει αμέτρητες ώρες στην προετοιμασία της επερχόμενης δίκης που αναμένεται να πραγματοποιηθεί στη διάρκεια της φετινής χρονιάς. Περνά τις νύχτες της, αφού τα παιδιά της κοιμηθούν, ψάχνοντας για έγγραφα και κάνοντας τις απαραίτητες προετοιμασίες για διαδικασίες όπως η ένορκη κατάθεσή της τον Μάρτιο. Η μάχη αυτή έχει επηρεάσει και τις ζωές των παιδιών της σχεδόν όσο και τη δική της, λέει η ίδια.

«Ακόμη και αν δεν καταλαβαίνουν ακριβώς τι συμβαίνει, γνωρίζουν ότι η μαμά δεν είναι απολύτως παρούσα – ξέρουν ότι δεν είμαι πάντα εδώ για εκείνα», δήλωσε για τα παιδιά της, που πλέον είναι δύο και τεσσάρων ετών. «Είναι επώδυνο να βλέπω πώς όλο αυτό επηρεάζει όχι μόνο το άτομο που βρέθηκε στο στόχαστρο μεροληπτικής συμπεριφοράς εξαιτίας της εγκυμοσύνης του, αλλά και ολόκληρη την οικογένειά του».

Η υπόθεση της Γκλάσον έγινε γνωστή όταν η ίδια δημοσίευσε ένα εσωτερικό μήνυμά της, που είχε ήδη κυκλοφορήσει πολύ, με τίτλο «Δεν θα επιστρέψω στη Google μετά την άδεια μητρότητας και να γιατί».

Στη συνέχεια η Τσέλσι προσέλαβε δικηγόρο και, ως αντίδραση στις κινήσεις της, η Google διερεύνησε ένα μικρό μέρος τω ισχυρισμών της, δηλώνοντας όμως ότι δεν εντόπισε παραδείγματα παραβίασης των πολιτικών της. Η Γκλάσον στη συνέχεια υπέβαλε επίσημη διαμαρτυρία στην Επιτροπή Ίσων Επαγγελματικών Ευκαιριώ (EEOC) τον Σεπτέμβριο του 2019. Καθώς η EEOC δεν προχώρησε άμεσα σε κινήσεις, υπέβαλε μήνυση τον Ιούλιο του 2020. Αν και πολλές εταιρείες συνηθίζουν να επιχειρούν την επίλυση τέτοιου είδους ζητημάτων, η Google εξακολουθεί να αρνείται καθέτως τους ισχυρισμούς της Τσέλσι.

Η Γκλάσον υποστηρίζει ότι η περίπτωσή της δείχνει πόσα έχει να χάσει ένας εργαζόμενος όταν έρχεται αντιμέτωπος με μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο.

«Αυτό που έχει γίνει πολύ ξεκάθαρο είναι ότι η Google δεν λαμβάνει μέτρα για την αποτροπή της μεροληψίας», αναφέρει η Γκλάσον στον Guardian. «Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι πρόκειται για έναν τεράστιο οργανισμό με ανεξάντλητους πόρους στη διάθεσή του για να πολεμήσει κάποια όπως εγώ – σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για μια δίκαιη μάχη».

Τα προβλήματα της Γκλάσον ξεκίνησαν στις αρχές του 2018, όταν κατά τα λεγόμενά της κρυφάκουσε έναν διευθυντή της Google να επικρίνει μια έγκυο εργαζόμενη, και έμαθε ότι η εργαζόμενη αυτή είχε λάβει αρνητική αξιολόγηση της απόδοσής της όταν αποκάλυψε ότι ήταν έγκυος.

Ακολουθώντας τα πρότυπα της Google για τις καταγγελίες αυτού του είδους, η Γκλάσον ανέφερε το περιστατικό στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού κάνοντας λόγο για μεροληψία εις βάρος εγκύου συναδέλφου. Λίγο αργότερα, όπως λέει, αντιμετώπισε τα αντίποινα του διευθυντή της, που άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από υποψήφιους αντικαταστάτες της Γκλάσον. Η Γκλάσον υποστηρίζει ότι η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού παραδέχτηκε ότι οι κινήσεις αυτές αντιστοιχούσαν σε αντίποινα, όμως αρνήθηκε να κάνει κάτι για να τον αποτρέψει. Η ίδια ρώτησε την εταιρεία πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει το αφεντικό της, όταν η συνεχιζόμενη έρευνα για τις καταγγελίες της προκαλούσε διαρκείς εντάσεις και η απάντηση που έλαβε, και μάλιστα επανειλημμένως, ήταν να απευθυνθεί σε ψυχολόγο.

«Όταν είσαι το θύμα και σου λένε να πας σε ψυχολόγο, είναι απίστευτα προσβλητικό – σου λένε ότι είσαι τρελή και τα βγάζεις όλα από το μυαλό σου», εξηγεί στον Guardian.

Αρκετούς μήνες αργότερα, η Γκλάσον έμεινε έγκυος και η ίδια και όπως λέει αποφάσισε να ζητήσει τη μετακίνησή της σε άλλη ομάδα για να ξεφύγει από τα διαρκή αντίποινα και την παρενόχληση. Όμως διαπίστωσε ότι ο νέος προϊστάμενός της έκανε αρνητικά σχόλια για τα προβλήματα υγείας που είχε εμφανίσει λόγω της κύησής της, ενώ αρνήθηκε να την τοποθετήσει στην υψηλόβαθμη θέση για την οποία είχε προσληφθεί.

Επιπλέον, πέντε μήνες πριν την έναρξη της άδειας μητρότητάς της, το νέο αφεντικό της της είπε ότι δεν θα της ανέθετε καμία διευθυντική αρμοδιότητα για το διάστημα της κύησής της, επειδή ανησυχούσε ότι η επερχόμενη άδεια μητρότητάς της θα «δημιουργούσε άγχος στην ομάδα» και θα «έφερνε ταραχές».

«Κανένα περιστατικό διάκρισης εις βάρος εγκύου δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο, κι όμως μου έλεγαν ότι δεν είναι αλήθεια», τονίζει.

Η Γκλάσον υποστηρίζει επίσης ότι ο γιατρός της σύστησε κατάκλιση, όμως ο διευθυντής της την πίεζε να συνεχίσει να δουλεύει. Στη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης και των συνεχιζόμενων προβλημάτων με τον διευθυντή της, η Γκλάσον κατέληξε να λαμβάνει ιατρική συνταγή για αντικαταθλιπτικά, προκειμένου να μπορέσει να διαχειριστεί το στρες της, ενώ ο γυναικολόγος της την ενημέρωσε ότι πάσχει από «έντονο στρες».

Στις 7 Ιανουαρίου του 2019, η Γκλάσον εισήχθη στο νοσοκομείο εξαιτίας απειλητικών για τη ζωή της επιπλοκών της εγκυμοσύνης της, που η ίδια πιστεύει ότι προκλήθηκαν από το άγχος της και παρέμεινε εκεί μέχρι τη γέννηση της κόρης της στις 8 Μαρτίου του ίδιου έτους. Λίγες ημέρες αργότερα, η Google της ζήτησε να αποχωρήσει εκουσίως από την εταιρεία με αντάλλαγμα την καταβολή τριών μισθών.

«Ήταν ένα μικρό ποσό», λέει η ίδια. «Ιδιαιτέρως όταν σου ζητούν να φύγεις από μια εταιρεία χωρίς να έχεις ασφάλιση, τη στιγμή που μόλις είχα βγει από το νοσοκομείο με ένα νεογέννητο, ενώ είχα νοσηλευτεί για μήνες και ανάρρωνα από μια έκτακτη καισαρική επέμβαση».

Τον Αύγουστο του 2019, η Γκλάσον έλαβε e-mail μιας παραγράφου ως απάντηση στις καταγγελίες που είχε καταθέσει πάνω από ένα χρόνο νωρίτερα, στα οποία την ενημέρωναν ότι δεν εντοπίστηκαν αποδείξεις για διακρίσεις. «Σας ευχαριστούμε που εκφράσατε τις ανησυχίες σας», ανέφερε το e-mail. Μετά από αυτό, κατέθεσε μήνυση.

Η Google αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση στον Guardian επικαλούμενη σχετική πολιτική της για ανοιχτές υποθέσεις, όμως δήλωσε ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τέτοιου είδους καταγγελίες.

«Η καταγγελία τέτοιων συμπεριφορών απαιτεί θάρρος και θέλουμε να προσφέρουμε φροντίδα και υποστήριξη σε εκείνους που εγείρουν τέτοιες ανησυχίες», δήλωσε εκπρόσωπος της Google. «Όλα τα περιστατικά ανάρμοστης συμπεριφοράς που μας καταγγέλλονται διερευνώνται σε βάθος και έχουμε απλοποιήσει τις μεθόδους καταγγελίας των εργαζομένων και έχουμε αυξήσει τη διαφάνεια των ερευνητικών διαδικασιών. Εργαζόμαστε για τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια».

Η Βίνα Ντουμπάλ, καθηγήτρια εργατικού δικαίου στο UC Hastings που διδάσκει μάθημα σχετικό με τις διακρίσεις εις βάρος εγκύων, δήλωσε στον Guardian ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο μια εταιρεία όπως η Google να καταλήξει στα δικαστήρια με κάποιον εργαζόμενο για ένα τέτοιο ζήτημα. «Μοιάζει σχεδόν λες και τη χρησιμοποιούν για παραδειγματισμό», υποστηρίζει πριν τονίσει ότι άνδρες που έχουν καταδικαστεί για αδικήματα εις βάρος της Google έχουν αντιμετωπιστεί πολύ πιο ευνοϊκά σε σχέση με την Γκλάσον.

«Όταν κοιτάζεις τον τρόπο που αντιμετώπισαν άνδρες που κατηγορήθηκαν για σεξουαλική παρενόχληση σε σχέση με μια γυναίκα που καταγγέλλει εις βάρος της μεροληψία, βλέπεις ένα αποτρόπαιο παράδειγμα του ρόλου που παίζει ο μισογυνισμός και η πατριαρχία σε τέτοιες εταιρείες τεχνολογίας».

Μια άνιση μάχη

Στο διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της καταγγελίας της Γκλάσον, όλο και μεγαλύτερο μέρος της προσοχής του κοινού στρέφεται στις κακές εργασιακές συνθήκες εντός της τεχνολογικής βιομηχανίας.

Στις αρχές Απριλίου του 2021, η Εθνική Επιτροπή Εργασιακών Σχέσεων των ΗΠΑ διαπίστωσε ότι δυο εργαζόμενοι της Amazon είχαν απολυθεί καταχρηστικά, ως αντίποινα για τις καταγγελίες τους για μεροληπτικές πρακτικές της εταιρείας.

Τον Δεκέμβριο του 2020, το Pinterest αναγκάστηκε να προχωρήσει σε συμβιβασμό αξίας $22 εκατ. με γυναίκα πρώην στέλεχος της εταιρείας που κατήγγειλε μισθολογικές ανισότητες. Πριν από αυτό, δυο πρώην εργαζόμενες, η Ιφεόμα Οζόμα και η Αερίκα Σιμίζου Μπανκς κατήγγειλαν αντίποινα της εταιρείας μετά το αίτημά τους για ισότιμη αμοιβή.

Παράλληλα, η Google έχει συλλέξει και άλλες καταγγελίες για μεροληψία και αντίποινα.

Τον Δεκέμβριο του 2020, περισσότεροι από 1.200 εργαζόμενοι της Google συνυπέγραψαν επιστολή στην οποία καταδίκαζαν την εταιρεία για τη φερόμενη απόλυση ερευνήτριας ηθικής, ως αντίποινα για την κριτική που είχε ασκήσει στα προγράμματα διαφορετικότητας της Google.

«Δεν μπορούσα παρά να αναρωτιέμαι εκείνη την εποχή: Είναι εύκολο να δώσεις το «παρών» σε μια τέτοια κατάσταση, όμως τι θα είχαν κάνει οι συνάδελφοί μου αν είχαν όντως μάθει τι μου είχε συμβεί; Όπως έμαθα αργότερα, οι περισσότεροι θα έκαναν από ελάχιστα έως τίποτα», τόνισε η Γκλάσον.

Παρόλα αυτά, η Γκλάσον τονίζει ότι αμέτρητοι εργαζόμενοι της Google την έχουν προσεγγίσει στα χρόνια που μεσολάβησαν από όταν αναρτήθηκε στο διαδίκτυο το σημείωμά της. Η υπόθεσή της αναμένεται να εκδικαστεί τον Δεκέμβριο.

«Πολλοί από αυτούς μου λένε ότι εύχονται να είχαν το θάρρος να παλέψουν όπως εγώ. Είναι θλιβερό, γιατί συχνά ντρέπονται πολύ και δεν έχουν κανένα λόγο να ντρέπονται. Είναι δύσκολος δρόμος, αυτή η μάχη, και δεν είναι κατάλληλος για τον καθένα».

«Πραγματικά είναι πολύ μεγάλο το πλήγμα που επιφέρει», καταλήγει. «Δεν θα το ευχόμουν σε κανέναν».

TAGS:

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο