Μια στρατιά από ακτιβιστές καλεί σε αλλαγές στη νομοθεσία για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, με την ελπίδα πως με τον τρόπο αυτό θα επιταχυνθεί η παγκόσμια παραγωγή εμβολίων για τον κοροναϊό. Τελικός στόχος η αντιμετώπιση της χαώδους απόκλισης στην πρόσβαση στα εμβόλια κατά του ιού μεταξύ των πλούσιων και των φτωχότερων κρατών.

Οι ΗΠΑ και μερικές ακόμη πλούσιες χώρες που διαθέτουν εγχώρια παραγωγή εμβολίων κάνουν αγώνα δρόμου για τη διανομή επαρκών δόσεων σε όλους τους ενήλικες που επιθυμούν να εμβολιαστούν εντός των ερχόμενων μηνών. Την ίδια στιγμή, δεκάδες από τα φτωχότερα κράτη του πλανήτη δεν έχουν εμβολιάσει ούτε ένα άτομο.

Οι ακτιβιστές αποκαλούν αυτή την απόκλιση «απαρτχάιντ των εμβολίων» και ζητούν από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες του κόσμου να δημοσιοποιήσουν την τεχνογνωσία τους σε μια προσπάθεια να επιταχυνθεί ο εμβολιασμός του πλανήτη.

«Στόχος των υπηρεσιών υγείας αυτή τη στιγμή είναι η διαχείριση της πανδημίας και αυτό ίσως σημαίνει ότι δεν θα έχουν όλοι πρόσβαση στα εμβόλια – όχι μόνο φέτος, αλλά και μακροπρόθεσμα», τόνισε στον Guardian ο Πίτερ Μέιμπαρντουκ, διευθυντής του προγράμματος πρόσβασης στην υγεία στην Public Citizen.

«Αν θέλουμε να αλλάξει αυτό, αν δεν έχουμε σκοπό να περιμένουμε μέχρι το 2024, τότε απαιτείται πιο φιλόδοξη και διαφορετικής κλίμακας κινητοποίηση των διαθέσιμων πόρων μας», συνέχισε ο Μέιμπαρντουκ. Αυτή τη στιγμή, «δεν είναι καν ξεκάθαρο αν υπάρχει ο στόχος του εμβολιασμού ολόκληρου του πλανήτη».

Η πίεση για τη διανομή περισσότερων εμβολίων στα φτωχότερα κράτη βαραίνει και την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν που αυτή τη στιγμή επεξεργάζεται το ενδεχόμενο να διανείμει στο εξωτερικό 70 εκατ. δόσεις εμβολίων ή να τις χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό. Μετά την κατακραυγή, οι ΗΠΑ έχουν παραχωρήσει 4 εκατ. δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca στον Καναδά και στο Μεξικό.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα φτωχότερα κράτη δυσκολεύονται να προμηθευτούν δόσεις εξαιτίας του κόστους τους», δήλωσε στον Guardian ο Δρ. Χάουαρντ Μάρκελ, ιστορικός πανδημιών στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. «Ακόμη και αν τα προμηθεύονταν σε τιμή χονδρικής ή τιμή κόστους, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν πολλές διαφορετικές προσαυξήσεις».

Αυτή τη στιγμή, 30 κράτη δεν έχουν λάβει ούτε μια δόση εμβολίου. Περίπου 90 εκατ. δόσεις αναμένεται να διανεμηθούν μέσω του Covax, μιας παγκόσμιας συμμαχίας για τη διανομή εμβολίων στα φτωχότερα κράτη. Όμως η παράδοση των πολύτιμων δόσεων αναβλήθηκε για τον Μάρτιο και τον Απρίλιο εξαιτίας της έξαρσης κοροναϊού στην Ινδία. Στην Ευρώπη, η αύξηση των κρουσμάτων κοροναϊού και η σημαντική καθυστέρηση του εμβολιαστικού προγράμματος, έχει οδηγήσει σε περιορισμούς στις εξαγωγές εμβολίων.

Εκτός από τα υπάρχοντα αποθέματα των εμβολίων, πολλοί ακτιβιστές πιστεύουν ότι το σημαντικότερο ζήτημα είναι η καταπολέμηση των νόμων για την προστασία των πατέντων, βάσει και της εμπειρίας από την διεκδίκηση πιο διευρυμένης πρόσβασης στα αντιρετροϊκά φάρμακα για τον HIV.

«Περισσότερα από όσα πιστεύουμε είναι εφικτά», επεσήμανε στον Guardian ο Μέιμπαρντουκ. «Θεωρούσαμε ότι τα φάρμακα για το AIDS δεν θα μπορούσαν να παραχθούν για λιγότερα από $10.000 το χρόνο ανά άτομο, μέχρι τη στιγμή που αυτό κατέστη εφικτό και άρχισαν να παράγονται έναντι $1 ανά άτομο ανά ημέρα.

Αντιστοίχως, ο Μέιμπαρντουκ εξήγησε ότι η τεχνολογία πίσω από τα εμβόλια κοροναϊού, όπως και οι πόροι που απαιτούνται για την κατασκευή τους, θα μπορούσαν να μοιραστούν μεταξύ των κρατών του πλανήτη. Οι ακτιβιστές φέρνουν ως κεντρικό παράδειγμα τη Moderna, στην περίπτωση της οποίας η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει σημαντική επιρροή – φτάνει να αποφασίσει να την αξιοποιήσει.

Αν και έχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε στο συγκεκριμένο εμβόλιο ως «το εμβόλιο της Moderna», στην πραγματικότητα αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID). Οι Αμερικανοί φορολογούμενοι κατέβαλαν $6 δισ. για τη χρηματοδότηση των τελευταίων σταδίων της ανάπτυξής τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις (τότε ακόμη πιθανώς) αποτελεσματικές δόσεις. Επιπλέον, στις κλινικές δοκιμές συμμετείχαν Αμερικανοί εθελοντές, σε 99 διαφορετικά ερευνητικά κέντρα.

«Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα εμβόλιο του λαού», σημείωσε στον Guardian ο Μέιμπαρντουκ.

Μέρος της πρότασης των ακτιβιστών εστιάζει στο αίτημα της προσωρινής αναστολής των νόμων προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στα κράτη-μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Η αναστολή αυτών των νόμων, θα ενθάρρυνε κατά τη γνώμη τις εταιρείες να μοιραστούν την τεχνογνωσία τους και να προστατεύσουν πιο αποτελεσματικά τον πλανήτη από τις αναδυόμενες μεταλλάξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα προγράμματα εμβολιασμού σε αδιέξοδο.

«Είναι η κλασική περίπτωση στην οποία μια βιομηχανία έχει πολύ καλούς λόγους να προστατεύσει τον εαυτό της και το ευρύ κοινό αντιλαμβάνεται ελάχιστα πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος που διατρέχει», τόνισε στον Guardian ο Ντιν Μπέικερ, οικονομολόγος και συνιδρυτής του Κέντρου για την Οικονομική και Πολιτική Έρευνα. Οι ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα πρέπει να μοιραστούν την τεχνολογία τους και να αποζημιωθούν αναλόγως.

Ένα μέρος αυτής της διαμάχης εστιάζει σε μια διάταξη του διεθνούς εμπορικού δικαίου, γνωστή ως συμφωνία TRIPS – ή, επισήμως, ως συμφωνία για τις όψεις των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που συνδέονται με το εμπόριο. Το TRIPS τέθηκε σε εφαρμογή το 1995 και απαιτεί από όλα τα κράτη-μέλη να αναγνωρίζουν εικοσαετείς μονοπωλιακές πατέντες για τα φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των εμβολίων.

«Στόχος του TRIPS ήταν η επιβολή πνευματικών δικαιωμάτων αλά ΗΠΑ-Ευρώπη σε ολόκληρο τον κόσμο», εξήγησε ο Μπέικερ. «Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες δεν καταλάβαιναν ακριβώς περί τίνος επρόκειτο».

Τον Οκτώβριο του 2020, η Νότια Αφρική και η Ινδία εισήγαγαν αίτημα αναστολής της συμφωνίας TRIPS για τη διάρκεια της πανδημίας. Η Ινδία στεγάζει μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες παραγωγής γενόσημων στον κόσμο. Η Νότια Αφρική μαστίζεται από τη μεγαλύτερη επιδημία HIV στον κόσμο και ανήκει σε μια ομάδα υπο-σαχάριων κρατών που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στις αντιρετροϊκές θεραπείες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών.

«Ακόμη και αν δεχτούμε ότι πρόκειται για εξαιρετικά εξειδικευμένη γνώση, η ιδέα ότι δεν θα λειτουργούσε ευεργετικά για όλους αν μοιραζόμασταν αυτή τη γνώση, είναι αρκετά παράλογη», τόνισε ο Μπέικερ. «Το επιχείρημα της βιομηχανίας, ότι απλώς η παραγωγή έχει κολλήσει, δεν βγάζει κανένα νόημα».

Ωστόσο, ορισμένοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι το πρόβλημα της πρόσβασης δεν θα λυθεί μόνο μέσα από την άρση των περιορισμών για τις πατέντες, επειδή εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ οι δυνατότητες παραγωγής είναι περιορισμένες.

«Η εμπειρία μου από την εργασία μου επάνω στα εμβόλια στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών είναι ότι οι πατέντες δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα – ούτε και η πνευματική ιδιοκτησία», ανέφερε στον Guardian ο Δρ. Πίτερ Χότεθ, ερευνητής εμβολίων και πρύτανης της Εθνικής Σχολής Τροπικής Ιατρικής στο Κολέγιο Ιατρικής «Μπέιλορ» στο Τέξας.

Ο Χότεθ αυτή την περίοδο εργάζεται με στόχο την ανάπτυξη ενός φθηνού, εύκολου στην κατασκευή εμβολίου που θα μπορούσε να διανεμηθεί στις χώρες χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων. «Το πρόβλημα με τα εμβόλια είναι η εύρεση των υποδομών και του ανθρώπινου κεφαλαίου που θα έχει τις γνώσεις για την παραγωγή εμβολίων», τόνισε.

Η εξάρτηση από τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, σύμφωνα με τον Χότεθ, έφερε ως αποτέλεσμα την έλλειψη υποψήφιων εμβολίων σχεδιασμένων για τις τοπικές μεταλλάξεις κοροναϊού και κατάλληλων για τις τοπικές κυβερνήσεις. «Εξακολουθούμε να μην έχουμε βρει λύση για το προβληματικό οικονομικό μοντέλο για τη διανομή των εμβολίων στους φτωχούς», πρόσθεσε.

Και ως προς αυτό, συμφωνούν όλοι.

«Θα έπρεπε να υπάρχουν σημαντικές εγκαταστάσεις στην Αφρική και την Ασία και τη Λατινική Αμερική, αλλά και στη Βόρεια Αμερική, που θα μας βοηθούσαν να ανταποκριθούμε σε μελλοντικές πανδημίες», υπογράμμισε ο Μέιμπαρντουκ. «Η διαφωνία μας έγκειται στη φύση της πολιτικής οικονομίας πίσω από κάτι τέτοιο: Ποιος θα ελέγχει αυτού του είδους τις εγκαταστάσεις, αν η τεχνολογία θα είναι ελεύθερα προσβάσιμη, αν θα λογοδοτούν στο λαό».

Η διαμάχη φτάνει και σε μια εποχή κατά την οποία μοιάζει όλο και πιο πιθανή η ανάγκη για ετήσια επανάληψη του εμβολιασμού απέναντι στο νέο ιό, εν μέρει εξαιτίας της πιθανότητας ανάδυσης νέων μεταλλάξεων σε πληθυσμούς που δεν έχουν πρόσβαση στα εμβόλια. Και φυσικά, οι φαρμακευτικές εταιρείες ήδη αντιλαμβάνονται το μέγεθος των κερδών που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

«Οι μεγάλοι παίκτες είναι η AstraZeneca, η Moderna, η BioNTech, που δεν είναι πραγματικά φαρμακευτικές εταιρείες», τονίζει ο Χότεθ. Έχουν εμπλακεί σε αυτή την υπόθεση γιατί η τεχνολογική πρόοδος θα τους επιτρέψει «να επιταχύνουν τη δική τους τεχνολογική ανάπτυξη και εντέλει να βγάλουν πραγματικά πολλά χρήματα μέσα από την κατασκευή προϊόντων» – για παράδειγμα, εμβολίων κατά του καρκίνου και των νευροεκφυλιστικών διαταραχών.

Η συμφωνία TRIPS αναμένεται να συζητηθεί εκ νέου τον Απρίλιο, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν η συμμαχία περισσότερων από 80 φτωχών κρατών που ενώνονται για αυτό τον κοινό στόχο, θα τα καταφέρει. Οι πλούσιες χώρες προβάλλουν αντιστάσεις σε μια τέτοια πιθανή αλλαγή, με πρωτοστάτη τις ΗΠΑ που εδώ και τέσσερις δεκαετίες υποστηρίζουν την ενίσχυση της προστασίας των πατέντων. Δεν είναι ξεκάθαρο πώς θα αντιμετωπίσει το ζήτημα η προσφάτως διορισμένη εκπρόσωπος εμπορίου των ΗΠΑ, Κάθριν Τάι.

«Έχουμε ένα εμβόλιο-best seller που το θέλουν όλοι, γιατί όλοι το χρειάζονται», καταλήγει ο Μάρκελ μιλώντας στον Guardian. «Αν το χρειάζονται και κάθε χρόνο, πλέον μιλάμε για θείο δώρο για τις φαρμακευτικές»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο