Ηταν το 1897 όταν ένας νεαρός και ελάχιστα γνωστός τενόρος, ονόματι Ενρίκο Καρούζο, εμφανίστηκε στο σπίτι του συνθέτη Τζάκομο Πουτσίνι για ακρόαση. Θα δοκιμαζόταν για τον ρόλο του Ροδόλφο για τη νέα όπερα του συνθέτη «Λα Μποέμ». Ο Πουτσίνι δεν είχε υψηλές προσδοκίες, αλλά μετά τα πρώτα μέτρα της άριας «Che gelida manina» ρώτησε τον ερμηνευτή που στεκόταν απέναντί του: «Ποιος σας έστειλε; Ο Θεός;».

Κάπως έτσι ξεκίνησε μία από τις σημαντικότερες διαδρομές όλων των εποχών στην όπερα. Στο αποκορύφωμα της καριέρας του, μετά το πέρας μιας παράστασης στη Νέα Υόρκη, οι υπεύθυνοι της Μητροπολιτικής Οπερας του προσέφεραν μια κενή επιταγή για να τη συμπληρώσει. Ο Λουτσιάνο Παβαρότι έλεγε ότι «όταν μιλάμε για τενόρους, λέμε πάντα πρώτα το όνομα του Καρούζο και μετά όλων των άλλων».

Ηταν προικισμένος με μια πλούσια, ευπροσάρμοστη φωνή, αλλά αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει ήταν ο τρόπος που συνδύαζε τη φινέτσα με το πάθος, συναρμόζοντας την παλιά παράδοση του μπελ κάντο με τη νέα τάση του βερισμού. Ηταν συνάμα και τυχερός καθώς η εμφάνισή του συνέπεσε με τη διάδοση του γραμμοφώνου κι έτσι χιλιάδες ακροατές μπορούσαν να απολαύσουν τις ερμηνείες του χωρίς να τον έχουν δει επί σκηνής ποτέ. Η άρια «Vesti la giubba» από την όπερα «Οι παλιάτσοι» που ηχογραφήθηκε το 1902 ήταν ο πρώτος δίσκος στην ιστορία της δισκογραφίας που πούλησε περισσότερα από ένα εκατ. αντίτυπα.

Δεν είναι τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί ο πρώτος σουπερστάρ της όπερας. Γεννημένος στη Νάπολι το 1873, ο Ενρίκο ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά μιας φτωχής οικογένειας και από την ηλικία των 10 ετών είχε πιάσει δουλειά ως μαθητευόμενος μηχανικός, ενώ λίγο αργότερα τραγουδούσε σε μπαρ μέχρι να κάνει το καλλιτεχνικό του ντεμπούτο στο Τεάτρο Νουόβο της γενέτειράς του το 1895.

Ζωή σαν όπερα

Η ζωή του είχε τόσες διακυμάνσεις και δραματικές εξάρσεις που θα μπορούσε να συναγωνιστεί πολλές από τις υποθέσεις όπερας στις οποίες πρωταγωνίστησε: βίλες, ρούχα, πολυτελείς σουίτες ξενοδοχείων, κοσμήματα και μια σειρά από ερωμένες. Απέκτησε δύο παιδιά με την ερμηνεύτρια Αντα Τζιακέτι πριν ξεκινήσει μακροχρόνια σχέση με την αδελφή της Ρίνα και τελικά να παντρευτεί την κληρονόμο Ντόροθι Παρκ Μπέντζαμιν το 1918. Τρία χρόνια μετά πέθανε από πλευρίτιδα σε ηλικία 48 ετών.

Ο Ενρίκε Καρούζο το 1910 στο «Κορίτσι της Δύσης» του Τζάκομο Πουτσίνι. Το αρχείο με τις επιστολές του είναι ένας θησαυρός για τους λάτρεις της όπερας

Ενα πλούσιο αρχείο των προσωπικών εγγράφων του Καρούζο – περιλαμβάνει 282 επιστολές και τηλεγραφήματα που έστειλε, και 423 που του εστάλησαν, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του – προσφέρεται από τον οίκο δημοπρασιών Κρίστις σε ιδιωτική πώληση. Το αρχείο παραχωρήθηκε από τον τενόρο στον φίλο του Αντονίνο Περόνε φου Αντόνιο τον Μάιο του 1921, λίγο πριν αναχωρήσει για τις ΗΠΑ για τελευταία φορά και τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του.

Μιλάνο, 1897: «Θα έδινα τη ζωή μου να μεθύσω μαζί σου…» Ο Καρούζο ξεκίνησε τη σχέση του με τη σοπράνο Αντα Τζιακέτι κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου στο Τεάτρο Γκολντόνι στο Λιβόρνο το 1897. Το ζευγάρι τραγούδησε μαζί ως Βιολέτα και Αλφρέντο στην όπερα «Λα Τραβιάτα». Εκείνη την εποχή η Τζιακέτι – παντρεμένη και μητέρα – ήταν πιο διάσημη συγκριτικά με εκείνον που είχε κάνει το ντεμπούτο του δύο μόλις χρόνια πριν.

Το αρχείο περιλαμβάνει μια σειρά παθιασμένων επιστολών από το φθινόπωρο του ίδιου έτους, όταν αναγκαστικά ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η Αντα επέστρεψε στην οικογένειά της, ενώ εκείνος βρισκόταν στο Μιλάνο. Σε ένα γράμμα του Οκτωβρίου του 1897 ρωτά: «Δεν συνειδητοποιείς, αγάπη μου, ότι θα έδινα τη ζωή μου για να σε έχω κοντά μου, να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου, να μεθύσω μαζί σου στην τρελή χαρά της ευτυχίας, της αγάπης;». Ηταν επίσης δυσαρεστημένος που εκείνη δεν ανταποκρινόταν με την ίδια συχνότητα στην αλληλογραφία τους. «Αισθάνομαι ότι τρελαίνομαι», έγραφε. «Δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου, νιώθω σαν να πεθαίνω, έχουν περάσει δύο μέρες από τότε που είχα επιστολή σου… Θεέ μου, τι μαρτύριο είναι αυτό».

Μπουένος Αϊρες, 1900: «Ζητούσε επί πέντε λεπτά ένα ανκόρ…». Τις περισσότερες φορές μοιραζόταν με την Αντα τα νέα για τους θριάμβους του, όπως η παράσταση του «Μεφιστοφελή» στο Μπουένος Αϊρες το 1900. «Το κοινό ζητούσε επί πέντε λεπτά ένα ανκόρ, αλλά αρνήθηκα πεισματικά» έγραφε. «Ημουν βραχνός και δύσκολα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά λες και ένας καλός άγγελος προσευχόταν για μένα, και αυτός ο άγγελος ήσουν εσύ».

Λονδίνο, 1904: «Νιώθω τόσο νευρικός…». Η Αντα εγκατέλειψε τον σύζυγο και το παιδί της για τον Καρούζο το 1898 και το ζευγάρι απέκτησε δύο δικά του παιδιά: τον Ροδόλφο και τον Ενρίκο τζούνιορ. Οταν τύχαινε να εμφανιστεί σε κάποια παράσταση χωρίς εκείνη, της περιέγραφε τον φόβο που αισθανόταν πριν ανέβει στη σκηνή. Από το Λονδίνο, το 1904, της έγραφε: «Πριν ξεκινήσει κάθε παράσταση, νιώθω τόσο νευρικός που είμαι σχεδόν φριχτός με όλους… Λένε ότι το χαμομήλι βοηθάει». Είχε δε ιδιαίτερη αγωνία με την όπερα του Βέρντι «Ριγκολέτο», η οποία, έλεγε, «με τρομάζει μέχρι θανάτου».

Αγνωστη τοποθεσία, 1918: «Σ ‘αγαπώ τόσο πολύ, Ρίκο…». Η δέσμευση φαίνεται ότι είχε αναδειχθεί σε συνήθεια για τον Καρούζο. Μετά τον χωρισμό του από την Αντα το 1908, φαίνεται ότι έκανε πρόταση γάμου σε τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες – μία εξ αυτών, η αδελφή της, Ρίνα. Παντρεύτηκε τελικά την αμερικανίδα κληρονόμο Ντόροθι Παρκ Μπέντζαμιν τον Αύγουστο του 1918. Σε μια επιστολή της προς τον Καρούζο, λίγους μήνες νωρίτερα, ανέφερε το γεγονός ότι ζήτησε το χέρι της από τον πατέρα της: «Εκανες όπως μου είπες, ότι θα μιλούσες στον πατέρα;» γράφει. «Νιώθω σίγουρη ότι το έκανες και με κάνεις πολύ χαρούμενη. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, Ρίκο αγαπητέ».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο