Πρακολουθώντας GNTM τις προάλλες, άκουσα πάνω από δύο φορές την λέξη δάνδης. Το concept μιας φωτογράφισης που έπρεπε να κάνουν οι διαγωνιζόμενοι με θέμα τον δανδισμό. Χάρηκα για την ιδέα της παραγωγής και παρέβλεψα τον λανθασμένο το τονισμό. Στα αγγλικά, η λέξη είναι dandy (ντάντη), αλλά στα ελληνικά είναι δανδής.

Τα αγόρια και τα κορίτσια πόζαραν παρέα με ένα άλογο, ντυμένα στην πένα και με ύφος μπλαζέ σε έναν τεράστιο αριστοκρατικό χώρο με διαφορετικά σκηνικά (μπάνιο, σαλόνι, τραπεζαρία), προσπαθώντας να μυηθούν για λίγα λεπτά της ώρας σε μια ολόκληρη φιλοσοφία, ένα αισθητικό ρεύμα άλλης εποχής με δυναμική παρουσία και στο σήμερα, κυριότερα ως επιρροή, παρά ως τάση.

Γνήσιος δανδής μιας φτωχογειτονιάς στο Κονγκό. Πηγή: Η Καθημερινή

Τι είναι «δανδής»;

Δεν θα το βρείτε σε καμία εγκυκλοπαίδεια. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Οι δανδήδες κατακτούσαν τα ευρωπαϊκά σαλόνια περασμένων αιώνων και ουσιαστικά ήταν οι στιλάτοι άντρες. Έπρεπε να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις: ψηλοί, λεπτοί, όμορφοι. Ή έστω, να είχαν ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά αρκετά έντονο. Πολύ όμορφοι κι ας ήταν κοντοί. Πολύ αδύνατοι, κι ας είχαν αδιάφορο πρόσωπο ή μέτριο ανάστημα. Κυρίως, όμως, ήταν το ύφος: λίγο σνομπ, λίγο ειρωνικό, πολύ ατίθασο και ένα τσακ θρασύ.

Οι δανδήδες δεν έπαιρναν και πολύ στα σοβαρά την ζωή, την πολιτική και την τέχνη.  Μπορεί να μιλούσαν για ώρες στα σοβαρά περί κάποιου ασήμαντου θέματος, όπως η λάμψη της φλόγας ενός κεριού πάνω στον τοίχο και να γελοιοποιούσαν-πάντα με τακτ- ένα πολύ σοβαρό θέμα, όπως η υψηλή φορολογία.

Υπεράνω χρημάτων, οι δανδήδες σύχναζαν σε σπίτια και αυλές αριστοκρατών, ενώ μπορεί οι ίδιοι να ζούσαν σε υγρά υπόγεια και μικροσκοπικές σοφίτες. Προτιμούσαν να επενδύουν τα χρήματά τους σε πανάκριβα μανικετόκουμπα και φίνο κρασί, παρά σε ένα μεγάλο, άνετο σπίτι ή σε άλλες βασικές, αλλά…βαρετές ανάγκες. Ήταν εραστές πλούσιων κυριών ή κυρίων, κάποτε ερωτεύονταν και ο ένας τον άλλο, συνήθως ήταν εργένηδες και ανήσυχοι σεξουαλικά, λάτρεις του φλερτ, του καλού γούστου, των ηδονών κάθε λογής: από μια γουλιά πανάκριβο ουίσκυ, μέχρι μια κουταλιά από την πιο ανάλαφρη και γευστική σαντιγύ και από ένα φιλί με την ωραία της βραδιάς μέχρι μια χαλαρή βόλτα με το άλογο ενός κόμη φίλου τους στην εξοχή.

Φουλάρια, καπέλα, υφάσματα πλουμιστά, μαλλιά περιποιημένα και εντυπωσιακά, πούδρες, βαμμένα μάτια καμιά φορά, παπούτσια καλογυαλισμένα και αυτό υποχρεωτικά. Ήταν queer, ήταν queens, ήταν masters του σεξ απίλ και θεμελιωτές του εστέτ. Το στιλ τους αντιγράφτηκε μερικώς από τους ζεν πρεμιέ της εποχής μας, αλλά η σύγκριση δεν είναι ευνοϊκή για αυτούς. Οι δανδήδες ήταν γόηδες με ένα φυσικό χάρισμα ή, έστω, πολύ καλοδουλεμένο.

Το απαράμιλλο στιλ τους, που διέφερε από άντρα σε άντρα, πήγαζε και από την προσωπικότητά τους. Οι περισσότεροι ήταν διαβασμένοι, μορφωμένοι και, συνήθως, με κάποια κλίση στην ποίηση ή την μουσική, ακόμα και τα εικαστικά. Είχαν πράγματα να πουν και το μπλαζέ ύφος τους δεν προέκπυπτε από κενότητα, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα με τους wanna be στιλάτους-εστέτ-και τα λοιπά.

Η διαφορά ανάμεσα στον αυθεντικό δανδή και σε αυτόν που προσπαθεί πολύ να είναι αναδεικνύεται μέσα από ένα σύντομο απόσπασμα στο βιβλίο του Σταντάλ «Το Κόκκινο και το Μαύρο». Ο Πρίγκιπας Korasoff λέει στον Julien Sorel: «Έχεις αυτή την φυσική ψυχρότητα που εμείς προσπαθούμε τόσο σκληρά να κάνουμε πως διαθέτουμε».

Όπως μου εξήγησε ο φίλτατός μου Ιάσων Κουτούφαρης-Μαλανδρίνος, νομικός, «η λέξη δανδής έχει φορτωθεί με πολλές έννοιες-μπορεί να είναι ο εκκεντρικός μοδάτος, ο αριστοκρατίζων που ζει σε εξισωτικές κοινωνίες, ο κοινός άντρας-πρότυπο μιας εποχής, ο μπλαζέ σκεπτικιστής και ούτω καθεξής…» Στο μόνο που θα διαφωνήσω μαζί του είναι το «άντρας πρότυπο». Καμία σχέση με πρότυπο ο δανδής. Μάλλον αντι-πρότυπο, καθώς είναι single, αλήτης, ξενύχτης, με ροπή στις καταχρήσεις και τις υπερβολές, ίσως και με ψήγματα ανευθυνότητας ή ανεντιμότητας στον χαρακτήρα του, αναπόσπαστα κομμάτια της γοητείας του.

Ο δανδής δεν είναι κακοποιό στοιχείο, δεν είναι όμως και το πρώτο άτομο που θα σκεφτείς για να μοιραστείς ένα μυστικό ή το σεντούκι με τις χρυσές σου λίρες. Η βλαπτική επίδραση του δανδή επάνω σου μπορεί να έρθει ως απότοκο της χαλαρότητάς του απέναντι στους κανόνες και τα στερεότυπα, όχι επειδή είναι κακός.

Ο Βaron de Charlus  και ο Ντόριαν Γκρέι

Ο Προυστ σκιαγράφησε στο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του έναν όχι και τόσο αρχετυπικό δανδή, αλλά τον απολύτως ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα εκείνης της εποχής, που συγκέντρωνε στοιχεία μποεμίας και αίγλης στο πρόσωπό του. Ο λόγος για τον Βαρόνο ντε Σαρλύς,  ο οποίος γίνεται ανεκτός από την «καλή κοινωνία» για όσο καιρό τους διασκεδάζει με το πνεύμα του και τους ιντριγκάρει με τα αλλόκοτα και εξωτικά «πάθη» του. Κάποια στιγμή, όμως, ούτε η εξαιρετική του καλλιέργεια, ούτε και η καταγωγή του από τις πιο παλιές οικογένειες της Γαλλίας δεν θα τον προστατεύσουν από την κοινωνική κατακραυγή, όταν ξεσπάσει το σκάνδαλο της ομοφυλόφιλης φύσης του (όμοια με αυτή του συγγραφέα του!) και βρει κλειστές τις πόρτες όλων των σαλονιών όπου ήταν κάποτε περιζήτητος.

Ο πιο τυπικός, ίσως, διάσημος δανδής δεν ήταν άλλος από τον Ντόριαν Γκρέι, τον ήρωα του Όσκαρ Ουάιλντ και ένα πρόσωπο που δεν διέφερε και τόσο πολύ από τον δημιουργό του. Πρωταγωνιστής της ιστορίας του Ουάιλντ, είναι ο Ντόριαν, ένας νεαρός του οποίου το πορτραίτο ζωγραφίζει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ (Basil Hallward). Ο Μπάζιλ γοητεύεται από την ομορφιά του νέου και σύντομα ξελογιάζεται μαζί του, θεωρώντας τον Ντόριαν υπεύθυνο για μια νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Τότε όμως ο Ντόριαν συναντά τον Λόρδο Χένρυ Γουότον , φίλο του ζωγράφου, και σαγηνεύεται από την φανταχτερή προσωπικότητά του και την κοσμοθεωρία του. Πιστός στις ιδέες του περί νέου ηδονισμού, ο Λόρδος Χένρυ θεωρεί ότι το μόνο πράγμα στην ζωή άξιο αναζήτησης είναι η ομορφιά και η ικανοποίηση των αισθήσεων. Συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, ο Ντόριαν εκφράζει, περιπαικτικά, την επιθυμία του να πουλήσει την ψυχή του με αντάλλαγμα το πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει αντί εκείνου. Η ευχή του Ντόριαν εκπληρώνεται, και καθώς ο νεαρός βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτραίτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης.

Ο Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ συγκέντρωνε αρκετά χαρακτηριστικά δανδή, εξωτερικά και εσωτερικά. Προσέξτε την αριστοκρατική αλαζονεία στην πόζα και το βαριεστημένο του κεφάλι που ακουμπά πάνω στην παλάμη του.

Οι δανδήδες σήμερα

Ο Jules Barbey d’Aurevilly περιγράφει το 1845 τον ωραίο Μπρούμελ με τα εξής λόγια: «Εμφανιζόταν μόνο για μερικά λεπτά στην είσοδο μιας χοροεσπερίδας, τη διέτρεχε με το βλέμμα, έβγαζε τα συμπεράσματά του δίχως να πει λέξη, και εξαφανιζόταν. Εφάρμοζε την περίφημη αρχή του δανδισμού: “Εν μέσω κόσμου, για όσο χρόνο δεν έχετε προκαλέσει εντύπωση, μένετε. Αν η εντύπωση έχει προκληθεί, φεύγετε”».

Ο Μποντλέρ γράφει εμφαντικά ότι «ο δανδής οφείλει να ζει και να κοιμάται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη και να είναι αδιαλείπτως έξοχος». Ο δανδής κατέχει την τέχνη να αρέσει δυσαρεστώντας. Δεν είναι κάποιος που απλώς ντύνεται καλά, ή καλύτερα από τους άλλους. Είναι μια κοινωνική φιγούρα που, «με την αναίδεια της αδιαφορίας», επιδιώκει «να προκαλέσει την έκπληξη διατηρώντας την αταραξία του».

Μια σύγχρονη εικόνα του δανδή της εποχής μας ή μήπως όχι;

Ο δανδής χρειάζεται κοινό, αλλιώς δεν υπάρχει. Κομψός είναι κανείς και ως μοναχός, ασκητής πάνω σε ένα βράχο. Η κομψότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγεις να απολαύσεις τον καφέ σου, το ύφασμα που θα διαλέξεις να φορέσεις στο σώμα σου, ο τρόπος που θα καλημερίσεις κάποιον. Ο δανδισμός είναι μια ανελέητη παράσταση εντυπώσεων που, αν στην βάση της έχει την κομψότητα, τότε μάλλον έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Ο δανδισμός, επίσης, είναι κάτι σχετικά εφήμερο: ο δανδής είναι νέος, αγριμίσιος, αστραφτερός και, συχνά, καταστρέφεται λόγω του έκλυτου τρόπου ζωής του.

Όπως γράφει και ο Γιώργος Κωνσταντινίδης στο andro.gr :  «Ο δανδισμός αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και εντός ενός ειδικού κοινωνικού πλαισίου. Τον ενσαρκώνουν κάποιες σπουδαίες φυσιογνωμίες της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής και της αριστοκρατίας του 19ου αι. Τι θα μπορούσε να έχει απομείνει από έναν Μπρούμελ, έναν λόρδο Βύρωνα, έναν Όσκαρ Ουάιλντ, έναν Μοντεσκιέ και των επιγόνων τους;» Τείνουμε να μπερδεύουμε την κομψότητα με τον δανδισμό. Μα…οι δανδήδες μπορεί και να μην ήταν κομψοί. Συχνά, φέρονταν αγενώς και προκαλούσαν με την στάση του σώματος και τους τρόπους τους.

Ένας πανέμορφος νεαρός άντρας θα μπορούσε να ρευτεί ηχηρά εν τω μέσω ενός κοσμικού δείπνου του 19ου αιώνα και αυτό να κάνει μια γυναίκα να τον ερωτευτεί-ή και περισσότερες. Σήμερα, κάτι αντίστοιχο θα τον έριχνε στα τάρταρα των κοινωνικών εντυπώσεων και θα κακοσχολιαζόταν. Οι δανδήδες προκαλούσαν, ηγούνταν αισθητικών τάσεων, τολμούσαν το κάτι διαφορετικό.

Οι δανδήδες της εποχής μας είναι, ίσως, οι πολύ απλά ντυμένοι άντρες, που απέχουν πολύ από τον μετροσεξουαλισμό, που δεν πηγαίνουν για πεντικιούρ και που είναι πολιτικά unorthodox: είναι φεμινιστές, πριν αρχίσουν να λένε όλοι πως είναι, χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει αυτό. Μαγειρεύουν προτού γίνει cool. Αποδέχονται την διαφορετικότητα προτού αυτή κατεβεί να παρελάσει στους δρόμους. Έχουν καλό και ακριβό γούστο, αλλά ξέρουν να περνάνε καλά ακόμα και με τα ελάχιστα.

Περνούν λιγότερο χρόνο μπροστά στο κινητό τους και περισσότερο μπροστά από τα βιβλία τους. Ρωτούν, επαινούν, εμπνέουν και κοιτούν στα μάτια. Δεν μονοπωλούν τις κουβέντες καταντώντας κουραστικοί. Δεν θεωρούν τους άλλους υποδεέστερούς τους. Κυρίως, δεν είναι σνομπ ή μπλαζέ. Αυτό το στιλ πλέον είναι για όλους τους υπόλοιπους.

Ο δανδισμός, πια, είναι τρόπος σκέψης και στάση ζωής. Ακόμα κι αν κανείς φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο