Αυτό το δύσκολο καλοκαίρι, ενάντια σε όλες τις αντίξοες συνθήκες, η παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» φιλοξενήθηκε σε αρκετά ανοιχτά θέατρα της Ελλάδας και ολοκληρώνει τον κύκλο της το Σεπτέμβριο σε επιλεγμένα θέατρα της Αττικής με αποκορύφωμα το διήμερο παραστάσεων την Τετάρτη 16 και την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Το «Περιμένοντας τον Γκοντό», το αριστουργηματικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, του σημαντικότερου, ίσως, θεατρικού συγγραφέα του καιρού μας, παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο, μέσα στην αφοπλιστική του αλήθεια σχετικά με τη διαχρονική προσπάθεια του ανθρώπου να λύσει το αίνιγμα της ίδιας του της ύπαρξης.

Στο έργο ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν δύο επιζήσαντες μοναχικοί χαρακτήρες, συναντιούνται στο ίδιοσημείο για άλλη μια φορά. Μετέωροι σε ένα έρημο τοπίο, μιλούν, αστειεύονται, παίζουν, σιωπούν και περιμένουν. Ο Γκοντό υποσχέθηκε πως θα ’ρθει.

Είναι ψευδαίσθηση; Θα κρατήσει την υπόσχεση του και θα δώσει τη λύση; Υπάρχει και δοκιμάζει την πίστη τους ;Ή μήπως αδιαφορεί για αυτούς και τους έχει ξεχάσει;

Αν και είναι φανερή η ματαιότητα αυτής της αναμονής οι μοναχικοί αυτοί άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να περάσουν όσο πιο ευχάριστα μπορούν τον χρόνο που τους απομένει ελπίζοντας ότι ο Γκοντό θα έρθει και θα απαντήσει σε όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα που τους απασχολούν.

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου, πρωταγωνιστής της παράστασης μαζί με τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τον Αρη Σερβετάλη, τον Ορφέα Αυγουστίδη, τον Αρη Κακλέα και την Αγγελική Τρομπούκη, μίλησε στο in.gr για τον Μπέκετ αλλά και τα μελλοντικά του σχέδια.

Τι πραγματεύεται το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό»;

Δυο  άνθρωποι περιμένουν έναν άλλον, άγνωστο σ’ αυτούς, που με κάποιον τρόπο τους υποσχέθηκε πως θα τους συναντήσει σε κάποιο ερημικό μέρος. Μπορεί ποτέ να μην κλείστηκε μια τέτοια συνάντηση, να μη δόθηκε καμία υπόσχεση, το πιθανότερο είναι να την έχουν εφεύρει μόνοι τους, μόνο και μόνο επειδή κάτι περιμένουνε στη ζωή τους. Όλοι μας περιμένουμε κάτι. Έναν γάμο, ένα λαχείο, έναν έρωτα, την αργία της Κυριακής, τις καλοκαιρινές διακοπές, μια κοπέλα, τον ωραίο ιππότη, να περάσει αυτή η νύχτα,  να βγει ο ήλιος, το λεωφορείο, να δροσίσει ή να ζεστάνει λίγο. Μια ζωή αναμονή. Τέλος πάντων, κάτι ν’ αλλάξει σ’ αυτή την άχαρη ζωή. Αυτοί περιμένουν κάποιον που θα τους σώσει. Από τι; Δεν ξέρουν. Ίσως από το βάσανο της ζωής, ίσως από τον θάνατο. Μάλλον να τους δώσει μιαν απάντηση στο μεγάλο ερώτημα: Γιατί ήρθα αφού δεν πρόκειται να μείνω;

Ποιους προβληματισμούς θίγει; Το θεωρείτε επίκαιρο σήμερα;

Η αβάσταχτη μοναξιά που αισθάνεται ο άνθρωπος μέσα στην ατέλειωτη άγνοιά του είναι ο αιώνιος προβληματισμός του. Είναι Σισύφειο το βάσανο να μην ξέρεις γιατί υπάρχεις. Και είναι αιώνιο. Δεν υπήρξαν άνθρωποι που να έχουν απαντήσει και δεν θα υπάρξουν.

Ποιο είναι το προφίλ των ηρώων;

Φλυαρούν ακατάπαυστα προσπαθώντας να κυλήσει ο χρόνος. Εφευρίσκουν τρόπους να έρθει το βράδυ και να ξημερώσει το αύριο, που σίγουρα θα είναι καλύτερο από το σήμερα. Γιατί σ’ αυτούς ο χρόνος έχει να κάνει με το ότι αύριο θα σωθούνε. Από τι; Η οποιαδήποτε απάντηση θα ήταν φλυαρία. Είναι δεδομένο γι’ αυτούς ότι θα σωθούνε, επειδή είναι δεδομένο ότι βασανίζονται.

Πώς αντιμετωπίσατε το ρόλο σας υποκριτικά;

Σκάβοντας μέσα στα δικά μου ερωτήματα και αδιέξοδα. Αυτά τα έργα σε αναγκάζουν να σκάψεις πολύ βαθειά μέσα σου και να αποδεχθείς την ασημαντότητά σου. Τότε ο ρόλος δρα καταλυτικά πάνω σου.

Τι σας συγκινεί στο κείμενο;

Αυτή η φοβερή φράση στην καταληκτική σκηνή του έργου: γεννιόμαστε πάνω σ’ έναν τάφο…

Τι προσωπικές για σας αναφορές έχει;

Δεν υπάρχουν προσωπικές αναφορές. Αυτά τα έργα αφορούν τόσο πολύ το σύνολο της ανθρωπότητας, που οποιαδήποτε απόπειρα αναζήτησης προσωπικών στοιχείων κινδυνεύει να χαρακτηριστεί σαν έπαρση, επειδή θα έχεις πέσει στο λάθος να πιστέψεις ότι εσύ είσαι διαφορετικός από τον άλλον.

Τι αναφορές έχει στο σήμερα;

Στο συγκεκριμένο σήμερα, με τον υπαρκτό κίνδυνο να βρεθείς αύριο διασωληνωμένος, οι αναφορές είναι βασανιστικές. Και η ανταπόκριση του έργου στο σημερινό κοινό πιστεύω ότι σ’ αυτό το στοιχείο βασίζεται. Ένα κοινό που παρακολουθεί την παράσταση φορώντας μάσκες, άρα αναπνέοντας δύσκολα, ένας κόσμος που στο πρόσωπο του διπλανού του βλέπει τον πιθανό δολοφόνο του, παραδομένος δηλαδή σε μια αδυσώπητη δυσπιστία, είναι μια βασανιστική διαδικασία. Αυτή και μόνο η παρακολούθηση του έργου κάτω από τέτοιες συνθήκες δείχνει τη μεγάλη ανάγκη που έχουμε βαθειά μέσα μας να μάθουμε ποιο θα είναι το αύριό μας, αν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να έχει πάρει ο θεατής όταν δει την παράσταση;

Τα μεγάλα φιλοσοφικά έργα σε ένα και μόνο αποσκοπούν. Να βοηθήσουν τον άνθρωπο να τοποθετήσει σωστά τον εαυτό του μέσα στο σύμπαν. Όσοι το καταφέρουν, έστω και εν μέρει, τόσο πιο εύκολη και ανώδυνη θα τους φανεί αυτή η διαδικασία που λέγεται ζωή.

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή;

Οι τελευταίες σελίδες του έργου, λίγο πριν την δεύτερη έξοδο του Πότζο με τον Λάκυ, μέχρι το τέλος του έργου, είναι η συμπύκνωση όλης της Μπεκετικής φιλοσοφίας. Είναι μια δεκάλεπτη σκηνή που δεν ακούγεται ούτε η ανάσα των θεατών. Είναι η στιγμή της διαπίστωσης της βασάνου. Τόσο του ποιητή, όσο και του ακροατή.

Ποιο είναι – για σας- το μέλλον στο θέατρο αυτό το χειμώνα;

Τώρα πια οι προβληματισμοί μου αφορούν το μέλλον του θεάτρου γενικώς. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος πρακτικά, αφού κανείς μας δεν ξέρει τι και πώς θα λειτουργήσει. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Έχω μια διαίσθηση ότι αυτό που ζούμε εγκυμονεί τεράστιες αλλαγές. Δεν πιστεύω ότι θα βρεθεί ένα χάπι και θα ξαναγυρίσουμε εκεί που ήμασταν. Δεν πιστεύω ότι η ζωή μας θα ξαναγίνει όπως ήταν. Δεν ξέρω γιατί νιώθω έτσι. Δεν είναι ώρα για λόγια. Καλύτερα να σωπαίνουμε και να κοιτάμε προσεκτικά γύρω μας. Αναπτύσσονται ιλιγγιώδεις ταχύτητες…

Γράψτε το σχόλιό σας