Στις 3 και στις 13 Αυγούστου 1974, δηλαδή στο χρονικό διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο («Αττίλας Ι», 20-22 Ιουλίου 1974, και «Αττίλας ΙΙ», 14-16 Αυγούστου 1974), συνεκλήθησαν κατόπιν πρωτοβουλίας του τότε πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Καραμανλή, συσκέψεις σε ανώτατο στρατιωτικό επίπεδο.

Τα πρακτικά της σημαντικότατης σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στις 13 Αυγούστου 1974 μεταξύ του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Ευαγγέλου Αβέρωφ, και των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν ως εξής:

«Συνοπτικόν Πρακτικόν Συσκέψεως ΥΕΘΑ και Αρχηγών Ενόπλων Δυνάμεων

Εν αρχή ενημέρωσα τους Αρχηγούς επί της καθόλου καταστάσεως και προσφάτων, εν Γενεύη, εξελίξεων Κυπριακής κρίσεως, καθ’ ας η Τουρκία διετύπωσεν όρους πολιτικής λύσεως απαραδέκτους διά την Ελλάδα (ήτοι καντόνια, ανεξαρτοποίηση Κοινοτήτων, ομοσπονδία και τα συναφή), υπό την απειλήν αναλήψεως εκ νέου στρατιωτικών επιχειρήσεων, εις περίπτωσιν μη αποδοχής των.

Εδήλωσα κατόπιν τούτων ότι, εάν, παρά τας καταβαλλομένας επί διπλωματικού επιπέδου προσπάθειας, δεν επιτευχθή συμβιβασμός, θα πρέπη να εξετασθή από τούδε ποίας οδηγίας προς τυχόν ανάληψιν δράσεως δέον να εκδώσωμεν προς τας εν Κύπρω στρατιωτικάς μας δυνάμεις.

Έθεσα όθεν το ερώτημα επί του πρακτέου, συναρτήσει ημετέρων δυνατοτήτων από καθαρώς στρατιωτικής απόψεως. Αι απόψεις των Αρχηγών έχουν ως κάτωθι:

Ο ΑΕΔ εδήλωσεν ότι η υπό τον Στρατηγόν Καραγιάννην εν Κύπρω δύναμις δεν έχει δυνατότητα επιτυχούς αμύνης λόγω υπερτέρων εν παντί Τουρκικών δυνάμεων. Άμυνα μέχρις εσχάτων ουδέν ουσιαστικόν όφελος θα απέφερε, αλλά αντιθέτως θα προεκάλει άσκοπον θυσίαν προσωπικού, δεδομένου ότι οι εν Κύπρω Τουρκικαί στρατιωτικαί δυνάμεις έχουν δυνατότητα επιτεύξεως του αντικειμενικού σκοπού των, παρά την οιανδήποτε αντίστασιν των εκεί νυν ευρισκομένων Ελληνικών δυνάμεων.

Εκ παραλλήλου αποστολή ενισχύσεων τεχνικώς είναι αδύνατος πλην προσωπικού εφοδιασμένου με ελαφρά όπλα, βοήθεια όμως η οποία δεν μεταβάλλει την κατάστασιν από πλευράς συγκρίσεως δυνάμεων. Αποστολή ενισχύσεων μόνον το ηθικόν των δυνάμεών μας θα εβελτίωνεν.

Ο ΑΣ συνεφώνησεν προς τα ανωτέρω και επεσήμανεν ωσαύτως ότι η μόνη δυνατότης των ημετέρων δυνάμεων είναι υποχωρητική κίνησις με παράλληλον τήρησιν της επαφής. Επιπλέον εδήλωσεν ότι μέχρις εσχάτων άμυνα πιθανόν να εξωθούσε τους Τούρκους εις προχώρησιν και πέραν των αντικειμενικών σκοπών των, συναρτήσει των υφισταμένων δυνατοτήτων των και του βάναυσου της νοοτροπίας των. Όσον αφορά εις αποστολήν ενισχύσεων, επεσήμανεν ότι αύται θα αφιχθούν εις Κύπρον πολύ αργά, ουδέν ουσιαστικόν δε θα δυνηθούν να προσφέρουν.

Ο ΑΝ εδήλωσεν ότι το Ναυτικόν έχει την δυνατότητα εκτελέσεως επιχειρήσεων εν Κύπρω διά των Υ/Β, ωσαύτως δε μεταφοράς ενισχύσεων μετά ελαφρού οπλισμού, πλην όμως αμφότεραι αι δυνατότητες αύται ουδέν ουσιαστικόν θα προσφέρουν διά τους προαναφερθέντας λόγους. Ωσαύτως επεσήμανεν ότι άμυνα ημετέρων δυνάμεων, ούσα παραβίασις της εκεχειρίας και από πλευράς μας, θα δυσχεράνη πιθανώς διεθνή θέσιν μας διπλωματικώς.

Τέλος, ο ΑΑ εδήλωσεν ότι ουδέν διάφορον των ανωτέρω έχει να προτείνει, δεδομένου ότι η σύγκριση δυνάμεων και δυνατοτήτων δεν παρέχει ουδεμίαν πιθανότητα ουσιαστικού οφέλους εις περίπτωσιν «εμπλοκής ημετέρων δυνάμεων εν Κύπρω».

Συμπερασματικώς, διεπιστώθη ότι, λαμβανομένων υπ’ όψιν των εκατέρωθεν δυνατοτήτων και διατιθεμένων δυνάμεων, η μόνη τεχνικώς (στρατιωτικώς) εφικτή ενέργεια ημετέρων εν Κύπρω δυνάμεων είναι υποχωρητική κίνησις μετά τηρήσεως επαφής, επιβραδύνουσα τον ρυθμόν προχωρήσεως των αντιπάλων δυνάμεων.

Άμυνα, έστω και δι’ αποστολής ενισχύσεων, θα ωδήγει εις άσκοπον θυσίαν ημετέρων μονάδων, πιθανήν εξώθησιν των Τούρκων εις ανάληψιν ευρύτερων επιχειρήσεων καταλήψεως ακόμη και ολοκλήρου της νήσου και αμφίβολα διά την τιμήν των όπλων αποτελέσματα, δεδομένου ότι εξόντωσις των δυνάμεων μας δέον θεωρήται βεβαία.

Εν κατακλείδι, ενημέρωσα τους Αρχηγούς ΕΔ ότι ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως επεθύμει να γνωρίζη εάν και κατά πόσον είναι δυνατή άμυνα των εν Κύπρω ημετέρων δυνάμεων διαρκείας έστω και 48 ωρών. Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως εθεώρει ότι, εάν ουδέν έτερον δεν ηδύνατο να γίνη, μία έστω 48ωρος ισχυρά άμυνα, με διατήρησιν περίπου επί των θέσεών μας, θα ήτο χρήσιμος διά διαφόρους λόγους και διά την τιμήν των όπλων.

Οι κύριοι ΑΕΔ και ΑΣ απήντησαν ότι άμυνα 48 ωρών δεν ήτο δυνατή διά λόγους οίτινες επεξηγήθησαν ανωτέρω.

Ο ΑΣ ανέφερεν ότι άμυνα επί αρκετάς ώρας θα ήτο δυνατή εις μερικάς ορεινάς θέσεις, πλην όμως ουδεμία άμυνα θα ήτο δυνατή προς άλλας κατευθύνσεις, όπως π.χ. προς την κατεύθυνσιν της Αμμοχώστου, όπου επί πεδινού εδάφους οι αμυνόμενοι άνευ αεροπορικής καλύψεως θα πρέπει με ελαφρά όπλα να αμυνθούν κατά 100 έως 200 αρμάτων μάχης και ισχυρών δυνάμεων πεζικού.

Ο ΑΣ εδήλωσεν ότι υπό τας συνθήκας ταύτας θα επρόκειτο περί ανθρωποθυσίας άνευ ανταλλάγματος. Οι ΑΕΔ και ΑΣ συνεφώνησαν ότι η μόνη δυνατή λύση εν περιπτώσει μαζικής Τουρκικής επιθέσεως ήτο η υποχωρητική κίνησις με διατήρησιν επαφής.

Προς την άποψιν ταύτην δεν διετυπώθη διαφωνία και η σύσκεψις έληξεν.

Συνετάγη παρ’ εμού του Αντιπλοιάρχου Ι. Φωκά, κληθέντος και τηρήσαντος λεπτομερή πρακτικά.

Συμφωνώ με την διατύπωσιν, που χαρακτηρίζω όμως “μάλλον συνοπτική”.

Υπογραφή: Ευαγ. Αβέρωφ 14.8»

* Τα ανωτέρω πρακτικά προέρχονται από το «Φάκελο Κύπρου» (Τόμος Α’, Τα πορίσματα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων, Αθήνα – Λευκωσία 2018).

Για την ιστορία, ΑΕΔ ήταν ο στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος, ΑΣ ο αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, ΑΝ ο αντιναύαρχος Παναγιώτης Αραπάκης και ΑΑ ο αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου.

Γράψτε το σχόλιό σας